Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

Α' Μέρος - Βυζαντινοί/Ρωμηοί ιστορικοί

Α' Μέρος - Βυζαντινοί/Ρωμηοί ιστορικοί


Α' Μέρος - Βυζαντινοί/Ρωμηοί ιστορικοί
ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ
Πατερικών χωρίων υπέρ των εικόνων.
ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑΣ
*****
Α΄ ΜΕΡΟΣ – ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ/ΡΩΜΗΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΗΓΕΣ

Του οσίου Θεοφάνους ηγουμένου του Αγρού, Χρονογραφία 
«Α.Μ. 6215. Τούτω τω έτει Ιουδαίος τις ορμώμενος από Λαοδικείας της παραλίου Φοινίκης, [γόης], ελθών προς Ιζίδ επηγγείλατο αυτώ έτη τεσσαράκοντα κρατήσειν της των Αράβων αρχής, ει τας εν ταις εκκλησίαις των Χριστιανών εν πάση τη αρχή αυτού τιμωμένας σεπτάς εικόνας καθέλη. Τούτο πεισθείς ο ανόητος Ιζίδ δόγμα καθολικόν εψηφίσατο κατά των αγίων και σεπτών εικόνων˙ αλλά χάριτι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και ταις πρεσβείαις της αφθόρου μητρός αυτού, και πάντων των αγίων τω αυτώ έτει τέθνηκεν Ιζίδ, ουδέ ακουσθήναι φθάσαντος τοις πολλοίς του σατανικού αυτού δόγματος.  
Μεταλαβών δε ταύτης της αθεμίτου και πικράς κακοδοξίας Λέων ο βασιλεύς πολλών κακών αίτιος ημίν γέγονεν. Ευρών δε ομόφρονα [της απιδευσίας] ταύτης Βησήρ τινα τούνομα, γενόμενον μεν από Χριστιανών εν Συρία, αποστάντα δε της εις Χριστόν πίστεως, και ποιωθέντα τοις Αράβων δόγμασιν, ου προ πολλού δε χρόνου απελευθερωθέντα της εκείνων δουλείας, και καταλαβόντα την Ρωμαίων πολιτείαν˙ δια ρώμην δε σώματος και ομόνοιαν της κακοδοξίας ετιμήθη παρά του αυτού Λέοντος˙ όστις και συνασπιστής του μεγάλου κακού τούτου γέγονεν τω βασιλεί. Και συνεφρόνει δε κακώς αυτώ και ο πάσης ακαθαρσίας ανάπλεως και συντρόφω απαιδευσία συζών Νακωλείας ο επίσκοπος». (CSBH, ed. Niebhur, Bonnae 1889, t.1 617.15) 
«Το έτος αυτό ένας Εβραίος μάγος, ο οποίος ήταν πολίτης της Λαοδικείας που βρίσκεται στα παράλια της Φοινίκης, ήρθε στον Ιζίδ και του ανήγγειλεν ότι θα εβασίλευε 40 έτη στους Άραβες, αν κατέστρεφε τις άγιες εικόνες, που ήταν αναρτημένες σε Χριστιανικές εκκλησίες σε όλη την επικράτειά του. Ο ανόητος Ιζίδ επείσθη σ’ αυτόν και εθέσπισε καθολικό διάταγμα κατά των αγίων εικόνων. Αλλά με την Χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και τις πρεσβείες της αφθόρου Μητέρας Του και όλων των αγίων ο Ιζίδ πέθανε το ίδιον έτος, πριν φθάσει το σατανικό του διάταγμα στους περισσότερους λαούς. 
Ο βασιλιάς Λέοντας, ο οποίος συμμετείχε στην ίδια κακοδοξία, έγινεν υπεύθυνος για τα πολλά κακά που έπεσαν επάνω μας. Βρήκε ομόφρονα στην ανοησία του κάποιον που ελέγετο Βησήρ, έναν πρώην Χριστιανό, ο οποίος είχε συλληφθεί στη Συρία και είχεν απαρνηθεί την χριστιανική πίστη αποδεχόμενος τα δόγματα των Αράβων και ο οποίος, όχι πολύν καιρό πριν, είχεν απελευθερωθεί απ’ τη δουλεία εκείνων και είχεν επιστρέψει στο Ρωμαϊκό κράτος. Λόγω της σωματικής του δύναμης και επειδή ήταν ομόφρων με τον αυτοκράτορα ως προς την κακοδοξία, ο Λέοντας τον τίμησεν ιδιαίτερα. Τότε, ο άνδρας αυτός έγινε σύμμαχος του βασιλιά ως προς το μεγάλο κακό. Ομόφρων ως προς την κακοδοξία ήταν επίσης και ο επίσκοπος Νακωλείας, άνθρωπος πλήρης κάθε είδους ακαθαρσίας, ο οποίος ζούσε τον ίδιο απαίδευτο βίο». (μετ. αρχιμ. Ανανίας Κουστένης, Αρμός 2007, 1089-91) 
***

«Α.Μ. 6217. Τούτω τω έτει ήρξατο ο δυσσεβής βασιλεύς Λέων της κατά των αγίων και σεπτών εικόνων καθαιρέσεως λόγον ποιείσθαι˙ και μαθών τούτο Γρηγόριος ο πάπας Ρώμης τους φόρους της Ιταλίας και Ρώμης εκώλυσεν, γράψας προς Λέοντα επιστολήν δογματικήν, μη δειν βασιλέα περί πίστεως λόγον ποιείσθαι, και καινοτομείν τα αρχαία δόγματα της εκκλησίας τα υπό των αγίων πατέρων δογματισθέντα». (CSBH, ed. Niebhur, Bonnae 1889, t.1 621.6) 
«Το έτος αυτό ο ασεβής βασιλιάς Λέοντας άρχισε να εκδίδει διαγγέλματα σχετικά με την καθαίρεση των αγίων και σεπτών εικόνων. Όταν το έμαθεν αυτό ο πάπας Ρώμης Γρηγόριος, παρακράτησε τους φόρους της Ιταλίας και της Ρώμης και έγραψε στον Λέοντα μια δογματική επιστολή με την οποία ανέφερε ότι ένας βασιλιάς δεν πρέπει να εκδίδει διαγγέλματα σχετικά με την πίστη και ούτε να μετατρέπει τα παλαιά δόγματα της Εκκλησίας, τα οποία έιχαν ορίσει οι άγιοι πατέρες». (μετ. αρχιμ. Ανανίας Κουστένης, Αρμός 2007, 1095) 
***
 
«Α.Μ. 6217. Μέσον δε τηλικούτου πυρός νήσος απογεωθείσα τη Ιερά λεγομένη νήσω συνήφθη, μήπω το πριν ούσα, αλλ’ ως αι προρρηθείσαι νήσοι, Θήρα και Θηρασία ποτέ εξεβράσθησαν, ούτω και αύτη νυν επί των χρόνων του θεομάχου Λέοντος˙ ως την κατ’ αυτού θείαν οργήν υπέρ εαυτού λογισάμενος, αναιδέστερον κατά των αγίων και σεπτών εικόνων ήγειρε πόλεμον, σύμμαχον έχων Βησήρ τον αρνησίθεον, και της ίσης αλογίας εφάμιλλον. Άμφω γαρ απάσης απιδευσίας ήσαν έμπλεοι και πάσης αμαθίας, εξ ής τα πολλά των κακών έρχεται. Οι δε κατά την βασιλίδα πόλιν λαοί σφόδρα λυπούμενοι επί ταις καιναίς διδασκαλίαις αυτώ τε εμελέτων επελθείν, και τινας βασιλικούς ανθρώπους ανείλον καθελόντας την του κυρίου εικόνα την επί της μεγάλης Χαλκής πύλης, ως πολλούς αυτών υπέρ της ευσεβείας τιμωρηθήναι μελών εκκοπαίς και μάστιξι και εξορίαις και ζημίαις, μάλιστα δε τους ευγενεία και λόγω διαφανείς˙ ώστε και τα παιδευτήρια σβεσθήναι και την ευσεβή παίδευσιν από του εν αγίοις Κωνσταντίνου του μεγάλου και μέχρι νυν κρατήσασαν, ης και μετά άλλων πολλών καλών καθαιρέτης ο σαρακηνόφρων ούτος Λέων γέγονεν». (CSBH, ed. Niebhur, Bonnae 1889, t.1 622.9) 
«Γιατί, όπως ακριβώς οι ανωτέρω αναφερόμενες νήσοι Θήρα και Θηρασία είχαν κάποτε εκβραστεί, το ίδιο έγινε και μ’ αυτήν σήμερα, επί βασιλείας του Λέοντα, του εχθρού του Θεού. Αυτός, θεωρώντας ότι η οργή του Θεού ήταν με το μέρος του και όχι εναντίον του, ξεκίνησεν ακόμη πιο ανελέητο πόλεμο ενάντια στις άγιες και σεπτές εικόνες, έχοντας σύμμαχο τον αρνητή του Θεού Βησήρ, που τον ανταγωνιζόταν ως ρήπος την ανοησίαν. Γιατί είχαν και οι δυο τους μεγάλη αγριότητα και απόλυτη άγνοια, που είναι και η αιτία των περισσοτέρων κακών. Ο λαός της Βασιλεύουσας εταράχθηκε πολύ από τα νεοεμφανισθέντα δόγματα και αποπειράθηκαν επίθεση εναντίον του και εφόνευσαν μερικούς από τους άνδρες του βασιλιά, οι οποίοι είχαν κατεβάσει την εικόνα του Κυρίου που υπήρχε κρεμασμένη πάνω από τη Χάλκινη Πύλη, με αποτέλεσμα πολλοί απ’ αυτούς να τιμωρηθούν χάριν της αληθινής πίστεως και να υποστούν ακρωτηριασμούς, μαστιγώσεις, εξορία και φυλάκιση, ειδικά εκείνοι που ήταν προύχοντες εκ γενετής και λόγω παιδείας. Αυτό οδήγησε στο κλείσιμο των σχολείων και στην εξάλειψη της ευσεβούς εκπαιδεύσεως, η οποία είχε καθιερωθεί από την εποχή του αγίου Κωνσταντίνου μέχρι τις μέρες μας, αλλά καταστράφηκε, μαζί με πολλά άλλα καλά πράγματα, απ’ αυτόν τον σαρακηνόφρονα Λέοντα». (μετ. Ανανίας Κουστένης, Αρμός 2007, 1097)
 
***
«Α.Μ. 6218. Αιχμαλωσίαν δε πλείστην και λάφυρα συναγαγόντες υπέστρεψαν, δεικνύντος και τούτο του Θεού τω ασεβεί, ότι ου δι’ ευσέβειαν περι΄γεγονε των ομοφύλων, ως εκείνος ηύχει, αλλά δια τινα αιτίαν θείαν και απόρρητον κρίσιν, αποκρουομένης μεν την τοιαύτην Αραβικήν ισχύν της των αγίων πατέρων πόλεως ταις αυτών πρεσβείαις, δια των εν αυτή τιμωμένων ακριβεστάτων αυτών χαρακτήρων εις έλεγχον δε αναπολόγητον κρίσιν του τυράννου, και βεβαίωσιν των ευσεβούντων. Ου μόνον γαρ περί την σχετικήν των σεπτών εικόνων ο δυσσεβής εσφάλλετο προσκύνησιν, αλλά και περί των πρεσβειών της πανάγνου Θεοτόκου και πάντων των αγίων˙ και τα λείψανα αυτών ο παμμίαρος, ως οι διδάσκαλοι αυτού Άραβες, εβδελύττετο». (CSHB, ed. Niebhur, Bonnae 1889, t.1 625.6)
 
«Έτος 725/6. Αφού εσυγκέντρωσαν οι Άραβες πολλούς αιχμαλώτους και λάφυρα αποσύρθηκαν. Με τον τρόπον αυτόν ο Θεός έδειξε στον ασεβή (σ.σ. Λέοντα) πως είχεν επικρατήσει στους συμπατριώτες του όχι λόγω της ευσεβείας του, όπως καυχιόταν, αλλά για κάποιον άλλο θεϊκό λόγο και ανεξερεύνητη βούληση, αφού μια τόσο μεγάλη αραβική δύναμη εκδιώχθηκε από την πόλη των αγίων Πατέρων χάρη στην παρέμβασή τους, λόγω των εικόνων τους, οι οποίες τιμώνται εκεί, καθώς επίσης και για τον έλεγχο και για την αναπολόγητη κρίση του τυράννου και την δικαίωση των αληθινών πιστών. Αυτός ο ασεβής δεν είχε περιπέσει σε κακοδοξία μόνο ως προς την σχετική προσκύνηση των σεπτών εικόνων, αλλά και ως προς το θέμα των πρεσβειών της Πανάγνου Θεοτόκου και όλων των αγίων. Και τα λείψανά τους αυτός ο μιαρώτατος εσιχαίνετο, όπως και οι διδάσκαλοι του Άραβες». (μετ. Ανανίας Κουστένης, Αρμός 2007, 1101)
 
***

Γεωργίου Μοναχού, Χρονικόν
 
«λγ’. Περί Λέοντος του Ισαύρου.
 
Μετά δε Θεοδόσιον εβασίλευσε Λέων ο Ίσαυρος ο και Κόνων έτη κε’. Θεοδοσίου γαρ τω γένει Αδραμυτινού τα βασιλικά σκήπτρα εγκεχειρισμένου, και Ιαζάτ του της Αράβων ηγεμονεύοντος εξουσίας, δύο τινες θεομάχοι Εβραίων παίδες οι αεί πάντοτε τραχηλιώντες κατά του κυρίου και κατά του χριστού αυτού φρυαττόμενοι τερατείαις και βωμολοχίαις και δαιμονιώδεσιν οιωνίσμασι σχολάζοντες ως δήθεν αστρολογικήν τινα μεταδιώκοντες επιστήμην καταλμβάνουσι την των Αράβων βασιλικήν αυλήν, και δη καταμηνύονται τω προρρηθέντι Ιαζάτ και τούτω χρησμωδίας πολυευζωίας και πολυχρονίου διαμονής μυούνται, ει γε άρα την των Χριστιανών καταρράξαι διακόσμησιν δυνηθείη τον τε του σωτήρος ημών Ιησού Χριστού θεανδρικόν χαρακτήρα και της αυτόν τεκούσης θεομήτορος εκ των εκκλησιαστικών περιβόλων απαλείψαι. Και δη ο φιλόζωος εκείνος και χοιρόβιος άνθρωπος υπήκουσε τη συμβουλή των απατεώνων και πάσας τας της εώας εκκλησίας διεσάλευσεν εν πάση τη αρχή αυτού. Αλλ’ ηπατήθη ο δείλαιος. Ούπω γαρ ενιαυτού πληρωθέντος, και τούτον η θεία δίκη μετεχειρίσατο, ο δε υιός αυτού διαδεξάμενος την ηγεμονίαν αυτού τούτους ηβουλήθη ως ψευδομάντας αποκτείναι. Αίτινες φοβηθέντες ώχοντο ανακάμψαντες πάλιν εν τοις Ισαυρικοίς μεθορίοις. 
 
Είτα εις πηγήν τινά που αναψυχόντων αυτών, ιδού νεανίσκος τις τούνομα Λέων καλός τω είδει, ωραίος τω προσώπω, ευμηκής τω σώματι, βάναυσος την τέχνην εξ αυτής την ζωήν ποριζόμενος, και δη εκ του υποζυγίου τον φόρτον περιελόμενος εκάθισε και αυτός επί τη πηγή. Ώρα ην ωσεί έκτη. Είτα οι των εγγαστριμύθων μύσται μυούνται αυτώ του κατάρξαι αυτόν της Ρωμαϊκής βασιλείας των σκήπτρων. Και δη του Λέοντος αναβαλλομένου και διαπορούντος προς το ακρότατον της εαυτού ευτελείας αφορώντος, όρκοις πληροφορείται υπό των μισοχρίστων ότι τάυτα ούτω δει γενέσθαι. Και δη αιτούνται αυτόν ορκωμοσίους λόγους πληροφορηθήναι παρ’ αυτού, ίν’ , ει άρα γε εις πέρας τούτο άγοιτο, παν ει τι ουν αιτηθείη παρ’ αυτών ανυπερθέτως δοθήναι αυτοίς παρ’ αυτού. Ην δε πλησίον ναός του αγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου. Και ευθύς ετοιμότατα εισελθών ο βάναυσος Λέων και περικρατής γενόμενος των ιερών καγκέλλων του θυσιαστηρίου δέδωκεν εγγυητήν τον μεγαλομάρτυρα του Χριστού, εστώτων των Ιουδαίων εν τοις πυλώσι του ναού και δεχομένων τον όρκον παρ’ αυτού. Και αύθις ώχετο έκαστος εις τα ίδια. …
 
… Και δη Θεοδόσιος ο πραότατος βασιλεύς προϋπαντά αυτώ και άρας το στέφος εκ της εαυτού κεφαλής περιτίθησι τω Λέοντι. Περιβοήτου δε επ’ ευφημίαις γενομένου του Λέοντος, ιδού οι φαρμακοί Ιουδαίοι δρομαίοι εισελαύνουσιν εις τα βασίλεια, είτα υπό του νέου άνακτος δεξιολαβηθέντες την οφειλήν αποτιννύουσιν ασυγχώρητα. Του δε ετοίμως ταύτην επαγγελομένου αποδιδόναι, αποκριθέντες είπον οι θεομάχοι˙ τούτο αιτούμεθα παρά σου, κράτιστε βασιλεύ, ίνα τον χαρακτήρα του Ναζωραίου Χριστού και της μητρός αυτού Μαρίας εκ πάσης εκκλησιαστικής ιστορίας απαλείψης. Και τούτο ποιών μέλλεις βασιλεύειν άχρι χρόνων εκατόν εν τη γενεά σου. Ο δε ευηθής και αστήρικτος τη πίστει ώσπερ υπό όφεων τοις δυσί μυκτήρσι πιεζόμενος ετοιμότατα το αιτηθέν επιτελείν επαγγέλεται. 
 
Ω της ανοίας, ώ της φρενοβλαβείας. Ο χριστιανικότατος βασιλεύς Εβραίοις υπόσπονδος ώφθη, ο τα σκήπτρα της βασιλικής δυναστείας υπό του Θεού εγκεχειρισμένος υπό θεομάχων ανδρών τερατεύεται». (ed. C. de Boor, Lipsiae 1904,t.2 735.13-738.9)
 
***

Βίος και Πολιτεία και μερική θαυμάτων διήγησις του εν αγίοις πατρός ημών Γεμανού αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του ομολογητού.
 
«§ ιδ’. Ούτος τοίνυν ο Λέων προ του τα σκήπτρα της βασιλείας μεταχειρίσασθαι την τέχνην βάναυσος ων, δυσί συναντηθείς εβραίοις κατά πάροδον, μανικαίς μάλλον ή μαντικαίς τερατίαις εσχολακόσι, χρησμοδοτείται βασιλεύς υπ’ αυτών, υποσχομένων αυτώ των παλαμναίων εκείνων ευτυχώς βασιλεύσαι μετά της γενεάς εις εκατόν ετών περιόδους ει γε την εικόνα Χριστού και της Θεοτόκου προς επί τούτοις και πάντων αγίων απαλείψας της εκκλησίας εκποδών εις το παντελές ποιήσεται˙ οις και καταπεισθείς ο ανόητος και τρισάθλιος πολλών και χαλεπών κακών αίτιος γέγονε πάσι τοις ορθοδόξοις, εξαιρέτως τω μεγάλω της (ο)ικουμένοις φωστήρι Γερμανώ.
 
§ ιε’. Και πρώτον μεν εν αρχή της αυτού βασιλείας ειρήνην ασπάζεσθαι και πραότητα προσποιούμενος, εις είναι των πιστών επιστεύετο˙ μικρού δε χρόνου διιπεύσαντος, εις προύπτον άπασι τέθεικε την της πονηράς αυτού και κακογνώμονος βουλής φληναφώδη λέσχην, ην εξ υποβολής του πρώτου εικονομάχου Σατάν και των αυτού εκείνου μυστών εκ μανικής μάλλον ή μαντικής τερατείας ενδομυχούσαν έφερεν εν καρδία το πλαστόν και επίθετον χρώμα της χριστολογίας παρωσάμενος, ότε μετ’ επίτασιν ανάγκης απλέτου και βιαίων κολάσεων πολλούς μη καταδεχομένους εξάρνους γενέσθαι της πίστεως μάρτυρας απετέλεσεν». (εκδ. Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, Ελληνικά ανέκδοτα, Κωνσταντινούπολη 1884, τ. 2 σελ. 10-11)
 
***
Στεφάνου διακόνου της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, εις τον Βίον και μαρτύριον του παμμάκαρος και οσίου μάρτυρος Στεφάνου του Νέου, μαρτυρήσαντος επί του ασεβούς Εικονοκαύστου βασιλέως Κωνσταντίνου του και Κωπρονύμου.
 
«Εν δε τοις χρόνοις της αυτού μαθήσεως, Λέων ο Συρογενής, ο της Δοήκ και Ιδουμαίος, εκ των της Εώας μερών, συσκευή ανταρτική κατεπανίσταται Θεοδοσίω τω βασιλεί. Όστις Θεοδόσιος Χριστιανούς της Χριστιανούς ουκ άξιον είναι κρίνας πολεμείν, ησυχαστικωτάτην δίαιταν αναλαβών, της επιθυμίας και της αξίας απολαύειν τον ασεβή πεποίηκε. Και ευθέως ο τύραννος εις τα βασίλεια, και ο κύων εις τα άγια, και ο χοίρος επί της μαργαρίτας. Αλώπεκος δε χρώμα αναλαβών, και υπούλως πως τα πρώτα διεξελθών δια την της τον μέγαν πρόεδρον Γερμανόν αιδώ ευσεβείν συνετάσσετο. Μετά δε δέκατον χρόνον της αυτού κατάρξεως, ο της ούτος Βαλτάσαρ αίρεσιν εμπνεί τη Εκκλησία Μανιχαϊκήν, τάχα, ιν’ είπω τι, και των Αφθαρτοδοκητών εφάμιλλον. Και τον υπ’ αυτού λαόν εκκλησιάσας, μέσον πάντων λεοντοειδώς βρύξας ο ανήμερος θηρ και λεοντώνυμος, εκ της οργίλου αυτού καρδίας ως εξ όρους Αιτναίου πυρ  και θέαφον ηρεύξατο την ελεεινήν εκείνην φωνήν, και είπεν˙
 
Ειδωλικής τεχνουργίας υπαρχούσης της των εικόνων ανατυπώσεως, ου δει ταύτας προσκυνείν. 
 
Του φιλοχρίστου και ορθοδόξου λαού θορυνηθέντος άμα τη φωνή και στεναξαντος, ο αλιτήριος παρευθύ το εξής εσιώπησε, και της ετερογνωμίαν τον λόγον μετήγαγεν. Όντως, Τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτού, και τοίχος κεκονισμένος η τούτου καρδία.
 
Γνους δε τούτο ο της ευσεβείας κήρυξ Γερμανός, και αντιστάς τη ανταρτική του τυράννου γνώμη, δηλοί της αυτόν˙
 
Βασιλεύ, του Δεσπότου Χριστού και Σωτήρος ημών Θεού σαρκωθέντος εκ των αχράντων αιμάτων της αγίας Θεοτόκου, και τελείου αυτού καθ’ ημάς οφθέντος και περιγραπτού, πάσα ειδωλική λατρεία εκποδών γέγονε, και παν άγαλμα ειδωλικόν τω πυρί και τω σκότει παρεπέμφθη. Από δε της αυτού προς ημάς συναναστροφής, και της των αποστόλων αυτού κοσμοσώστου διδασκαλίας έως της νυνί, έτη επτακόσια τριάκοντα εξ˙ και οι αναμέσον εν τούτοις τοις χρόνοις περιελθόντες δίκαιοι Πατέρες περί των αγίων και σεπτών εικόνων τοιούτον τι ουκ ενενόησαν. Εξαρχήθεν γαρ μετά την του Χριστού εις ουρανούς ανάληψιν, η εικονική όρασις ανετυπώθη. Παρά τε γαρ της αιμόρρου εις την επ’ αυτή θαυματοποιίαν γεγονυίαν η του Σωτήρος εικών εστηλογραφήθη. Μεθ’ ης και αχειροποίητος η εν Εδέση τη πόλει˙ αυτίκα και η παρά τω Λουκά τω ευαγγελιστή ιστορηθείσα από Ιεροσολύμων προς Θεόφιλον της πανάγνου και Θεοτόκου εικών.» (PG 100,1084B-1085A)
 
***    
Αγίου Νικηφόρου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Αντιρρητικός Γ’
 
«Ίνα σοι το λυσιτελούν και ευ γεγονέναι υπάρξη επ’ εξουσίας, πρόκειται ακούσαι όθεν τε και όπως τα της αιρέσεως ταύτης, μάλλον δε αποστασίας, την αρχήν και πρόοδον είληφεν˙ ίνα σοι ευγνωστον γένηται, ως ου βασιλικόν, αλλ’ Ιουδαϊκόν το φρόνημα τούτο και κακούργημα˙ προς γαρ ταις λοιπαίς άπασαις αιρέσεσιν, αί τη του Χριστού Εκκλησία παρά του Εχθρού ενσπαρείσαι καλώς παρεφύησαν, και αύτη η πικρά δυσσεβώς συμπαρεβλάστησεν άκανθα˙ εκείναις γουν συντεταγμένη παρέπεται, εκατοστή Δευτέρα ταις προκατειλεγμένας επαριθμουμένη˙ έχει δε ώδε˙   

Αίρεσις ρβ’. Χριστιανοκατήγοροι ήγουν Εικονοκλάσται.
 
πδ’. Χριστιανοκατήγοροι εκλήθησαν, επείπερ των Χριστιανών λατρευόντων ενί Θεώ ζώντι και αληθινώ εν Τριάδι προσκυνουμένω, κατηγόρησαν φάσκοντες, ότι ταις σεπταίς εικόσι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, της τε αχάντου Δεσποινής ημών και παναγίας Θεομήτορος, και των αγίων ως θεοίς καθάπερ Έλληνες λελατρεύκασι, και ως ειδώλοις δήθεν απεχθανόμενοι, την Χριστού Εκκλησίαν αισχρώς καθύβρισαν˙ ταύτας τε καταστρεψάμενοι, και τους σέβοντας κατά το παραδοθέν αρχήθεν Χριστιανοίς έθος, πικρώς αικιζόμενοι. Ιουδαϊκόν δε θεοστυγές το φρόνημα˙ ούτω γαρ φασι των πρεσβυτέρων τινες βλαστήσαι την αίρεσιν˙ ως κατά την Τιβεριάδα των Ιουδαίων της θρησκείας υπήρχε τις γνωριζόμενος, προύχων δε εν τω κατ’ αυτόν έθνει, ώ επώνυμον Τεσσαρακοντάπηχυς˙ όργανον δε του πονηρού τυγχάνων δαίμονος. Και όλον αυτόν εισδεδεγμένος, φαρμακείας και γοητείας οία τέχνην τινα μετήρχετο˙ ούτος δυσμενής Χριστιανοίς καθίστατο, και τη Χριστού Εκκλησία εβάσκαινε, και δη επετήρει καιρόν, καθ’ όν επιθέμενος λωβήσαιτο την ευσέβειαν˙ ευρίσκει τοίνυν του τηνικάδε του φύλου των Σαρακηνών κρατούντος την ευχέρειαν, ώ Ιέζιδος ην όνομα, οικειούται τε αυτώ και οία εικός τα της ευνοίας επιδικνύμενος, των καταθυμίων αυτώ τινα προυμαντεύετο, και άμα υπισχνούμενος, ως είπερ ταις αυτού υποθήκαις είξειε, το μακρόβιον έξει εν τη αρχή. Και τον τριακοντούτην εν αυτή διανύσειε χρόνον˙ ο δε αναπτερωθείς τη κουφότητι, άτε τον ακόλαστον ασπαζόμενος βίον, και επί μήκιστον τα της φιλοσαρκίας επεκτείνεσθαι αυτώ προς ηδονήν αποδεχόμενος, τω λόγω του δυσσεβούς συνετίθετο˙ ο δε ην, κελεύειν ότι τάχιστα τοις ανά πάσαν αυτού την αρχήν, την οπωσούν ανεστηλωμένην εικόνα, και όλως παντός ζώου ομοίωμα καθαιρείσθαι και αφανίζεσθαι˙ διαβολικόν δε του θεομάχου το κακούργημα, τον δόλον εγκρύψαντος, ως δη και λανθάνοντως δια του παν ομοίωμα καθαιρείσθαι, συγκαταβληθήναι και της καθ’ ημάς ιερογραφίας την ευκοσμίαν˙ και επί το ανούσιον τούτο δόγμα περιήγγελτο, συγκαθηρείτο, ευθύς τοις άλλοις ομοιώμασι και αγάλμασι, και ο κατά τας Χριστού εκκλησίας των ιερών εικονισμάτων διάκοσμος˙ τούτων γαρ τα μεν απέξεον, τα δε κονίζοντες εξηφάνιζον, έστι δε ά και συν αυτοίς τοις ιεροίς οίκοις τε και σκεύεσι και εσθήμασι, τω πυρί παρεδίδοσαν˙ και ταύτα χερσί βεβήλοις και ανοσίοις ετολμάτο˙ οι γαρ εις τούτο πεμφθέντες, Χριστομάχους Ιουδαίους και Σαρακηνούς τα δεδογμένα πράττειν συνηνάγκαζον˙ Χριστιανοί δε καίτοι συνωθούμενοι και βιαζόμενοι, του τηλικούτου μιάσματος εφάψασθαι ουκ επείθοντο˙ εντεύθεν φυέν και αυξηθέν, τη Ρωμααίων αρχή το κακόν επεκώμασεν˙ ού την λωβήν ου των τυχόντων τινες, αλλ’ αυτοί εδέξαντο της ιερωσύνης οι έξαρχοι, ποιμένες μεν ονομαζόμενοι, λύκοι δε τον τρόπον και την προαίρεσιν καθιστάμενοι, ων ετύγχανε, και ο τηνικαύτα της Νακωλείας επίσκοπος˙ τα αυτά γαρ τοις θεομάχοις και φρονήσαντες και διαπραξάμενοι, την του Θεού καθύβρισαν Εκκλησία. 
Οίον δε τέλος ο της κακίας ταύτης εισηγητής, ο παμμίαρος ούτος Εβραίος εδέξατο, παραδραμείν ου δίκαιον˙ ο γαρ Ιέζιδος εκείνος, ου πλείονας ή δύο ενιαυτούς προς μησίν έξ επιβιούς, του ζην κακώς απορρήγνυται˙ ο δε τούτου υιός, Ούλιδος την προσηγορίαν, την αρχήν την του πατρός διαδεξάμενος, οία τον τεκόντα εξαπατήσαντα, πικροτάτω και εξαισίω θανάτω αναιρεθήναι τον γόητα επέτρεψεν, άξια της κακίας ταπίχειρα κομισάμενον˙ ευθύς δε η ανά την Έω Εκκλησία τον εαυτής εστολίζετο κόσμον, και τον καινισμόν των ιερών εικόνων εδέξατο˙ άπαξ δε της πικρίας εκείνης η ρίζα τη Ρωμαϊκή εμφυείσα πολιτεία, φθάνει και μέχρι του τότε κρατούντος˙ Λέων δε ην και την προσηγορίαν και την διάθεσιν, ος τοις ίσοις τω βαρβάρω της ακολασίας και φιλοσαρκίας κέντροις νυττόμενος, επιμανείς κατά της ευσεβείας, των θείων ανών την ιερογραφίαν εξορύττειν εσπούδαζεν˙ ου και την αξίαν και την δυσσέβειαν ο υιός Κωνσταντίνος διαδεξάμενος, άσπονδον ανερρίπισε κατά των ευσεβούντων τον πόλεμον˙ σύνοδόν τε ιερέων ανοσίων συνεκρότησε, και το ασεβές της εαυτού αθεΐας δόγμα εξέθτο˙ τέλεον μεν τας ιεράς εικόνας εξαφανίζεσθαι, τους δε προσκυνούντας ή τον υπέρ αυτών λόγον πρεσβεύοντας, βασάνοις πικραίς και αικίαις παραδίδοσθαι˙ έγκλημα τούοτις ειδωλολατρίας επάγων, ότι ως θεοίς ταύταις την προσκύνησιν νέμουσι˙ το δε ιερόν του μοναστικού βίου σχήμα τέλεον απελαύνεσθαι και καθυβρίζεσθαι, και ή μεταμφιέννυσθαι την στολήν τους μονάζοντας, ή ποικίλαις τιμωρίαις καθυποβάλλεσθαι. Έγνωσται ουν υμίν δια τούτων το Ιουδαϊκόν φρόνημα, και το Χριστιανικόν ουκ ηγνόηται κήρυγμα˙ εφ’ υμίν λοιπόν κείται αυτεξουσίοις γε ούσι, το αγαθόν και σώζον, ή το φαύλον και βλάπτον ελέσθαι». (PG 100,528B-533A)
 
***
    
Επιστολή Γερμανού αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως προς Θωμάν επίσκοπον Κλαυδιουπόλεως 
«Τούτο τοίνυν εν πρώτοις γινώσκειν χρεών, ως ου νυν μόνον, αλλά και πολλάκις και Ιουδαίοι, τα τοιαύτα ημίν προσήγαγον εις ονειδισμόν, και οι της όντως ειδωλολατρείας θεραπευταί, αισχραίνειν μόνον επιχειρούντες το της πίστεως ημών άχραντόν τε και ένθεον, και ουχί το χειροποιήτοις προσέχειν αναιρείν επειγόμενοι. Όπου γε αυτοίς η πάσα σπουδή και το σέβας περί τούτο καταγίνεται, μηδέν των ορωμένων και αισθητών υψηλότερον τίθεσθαι, αλλά την θείαν φύσιν παντοίως ταπεινούν, ή τόπω τινί περικλείοντας την του παντός εποπτικήν αυτής πρόνοιαν, ή σωματικαίς ειδοποιούντας μορφώσεσιν, ους ουκ αγενώς μεν των ημετέρων προγενέστεροί τινες ως κύνας ενεούς, Γραφικώς ειπείν, μάτην καθυλακτούντας της ποίμνης του Χριστού απεώσαντο, ων ουκ εν χερσίν ημίν τα πονήματα. (PG 99,168A-B)
 
***   
Επιτάφιος εις τον όσιον πατέρα ημών και ομολογητήν Νικήταν συγγραφείς υπό Θεοστυρίκτου, μαθητού αυτού μακαριωτάτου.
 
«27. Τινές μεν ως κατωτέραν αίρεσιν ταύτην έχουσι, και εις ουδέν λογίζονται, όθεν και ευχερώς αλώνται και συνκατέρχονται˙ ένιοι δε ουδέ αίρεσιν ταύτην ηγούνται, αλλά φιλονεικίαν. Εγώ δε και λίαν δεινήν ταύτην λογίζομαι (οίμαι δε και των ευφρονούντων έκαστος) ως εις την οικονομίαν του Χριστού προσκρούουσαν. Σκόπει δε και τούτο, ως ότι αι άλλαι μεν αιρέσεις από Επισκόπων και κατωτέρων πρεσβυτέρων την αρχήν ειλήφασιν, αύτη δε εξ αυτών των κρατούντων. Ίστε δε όσον πρεσβυτέτων και βασιλεών το διάφορον. Και εκείναι μεν από του δογματίζειν, και αντιφιλονεικείν συνεκροτήθησαν, κατά μικρόν την ισχύν προσλαβόμεναι˙ αύτη δε εκ βασιλκής δυναστείας. Λέων γαρ ο των Ισαύρων λεγόμενος, Θεοδόσιον τον νέον τυραννήσας, ήρπασε την των Ρωμαίων βασιλείαν, και ταύτη αλαζονευόμενος ουκ έδωκεν δόξαν τω Θεώ˙ δι’ αυτού γαρ οι βασιλείς βασιλεύουσιν, και δυνάσται γράφουσι δικαιοσύνην, ως φησί η παροιμία˙ αλλ’ ήρεν εις ύψος το κέρας, και ελάλησεν κατά του Θεού αδικίαν, και έθετο εις ουρανόν το στόμα αυτού, και η γλώσσα αυτού διήλθεν επί της γης, και ήρξατο την από των αγίων Αποστόλων παραδοθείσαν ιστορίαν ταις εκκλησίαις εξαφανίζειν, λέγων μη δειν εικονίζεσθαι τον Χριστόν, μηδέ εν εικόνι προσκυνείσθαι». (Acta Sanctorum Aprilii 1, xxviiA-B)
 
***
  
Του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, Λόγος αποδεικτικός περί των αγίων και σεπτών εικόνων
 
«§ ιθ’. Και γαρ ο την αίρεσιν εμνεύσας πρώτος, ψεύστης ών και ύπουλος, της βασιελίας εδράξατο. Κόνων γαρ ονομαζόμενος, Λέοντος προσηγορίαν εαυτώ περιεβάλλετο, εξ Εβραίων τούτον τον σκοπόν και το φρόνημα ειληφώς. Και γαρ περιπατούντος αυτού, μήπω της βασιλείας αυτού χειρισθέντος, φησί προς αυτόν ο Εβραίος˙
 
Βασιλεύς μέλλεις γενέσθαι. Αλλά τον λόγον ον είπω σοι, εάν κρατήσης, έσται πολυχρόνιος η βασιλεία σου και η τιμή σου. Αποβαλού την προσηγορίαν, ήνπερ κέκτησθαι ονομασθείς Λέων. Εν γαρ ταις ημέραις της βασιλείας σου καταστραφήσονται τα ινδάλματα εικόνων, ώνπερ οι Χριστιανοί πιστεύουσι. Διό δος μοι λόγον του καταστρέψαι αυτά εν τοις καιροίς της βασιλείας σου.
 
Δελεασθείς ουν ο βύθιος δράκων, δέδωκεν αυτώ, την τιμή της αξίας έχων εις επιθυμίαν ο ανάξιος. Και των πραγμάτων ελθόντων εις εμφάνισιν, εδράξατο της βασιλείας τα σκήπτρα. Και μετά δέκατον χρόνον του οδηγού της απωλείας υπαντήσαντος επί προελεύσεως και δεδωκότος αυτώ τον χάρτην, ως δήθεν δεητικού, και αναγνόντος αυτόν του παρανόμου, παρ’ αυτά τον Εβραίον εις τα βασιλεία εκέλευσεν εισελθείν και λαβών αυτόν από τότε συμμύστην και συρράμονα της αυτού ανομίας, ως αληθώς ο άγριος θηρ, τη Εκκλησία εισεπήδησε και πολλούς εξ αυτής απέσπασε και εκ των κόλπων αυτής εσπάραξε και ούσπερ αύτη ανοδύνως εγέννησε και εθρέψατο τοις των Πατέρων δόγμασιν, ούτος αυτούς αλλοτρίους εποίησε και ξένους της μητρικής αυτών αγχιστείας».
 
«Αλλά εκείνος που πρώτος ενέπνευσε την αίρεση, όντας ψεύτης και ύπουλος άρπαξε την βασιλεία. Και ενώ ονομαζόταν Κόνωνας, φόρεσε στον εαυτό του το όνομα Λέων, παίρνοντας από Εβραίους την ιδέα αυτή και τον σκοπό. Πράγματι, ενώ περπατούσε, πριν ακόμη πάρει στα χέρια του την βασιλεία, του λέει ο Εβραίος˙   
Πρόκειται να γίνεις βασιλιάς. Όμως, εάν κρατήσεις τον λόγο που θα σου πω, η βασιλεία σου και η δόξα σου θα είναι μακροχρόνια. Άφησε το όνομα που έχεις και ονομάσου Λέων. Γιατί στις μέρες της βασιλείας σου θα καταστραφούν τα είδωλα των εικόνων, τις οποίες πιστεύουν οι Χριστιανοί. Γι’ αυτό δώσε μου τον λόγο σου να τις καταστρέψεις στο διάστημα της βασιλείας σου.
 
Εξαπατηθείς λοιπόν ο δράκος του βυθού, του έδωσε το λόγο του, επιθυμώντας την δόξα του ονόματος ο ανάξιος˙ και όταν το έφεραν οι περιστάσεις, άρπαξε τα σκήπτρα της βασιλείας. Και μετά το δέκατο έτος της βασιλείας του, σε δημόσια εμφάνισή του τον συνάντησε αυτός που τον οδηγούσε στην απώλεια και του έδωσε το συμφωνητικό, ως αίτηση δήθεν, και όταν διάβασε αυτό το παράνομο χαρτί, αμέσως διέταξε να έλθει ο Εβραίος στα ανάκτορα και αφού τον προσέλαβε από τότε ως μυστικό σύμβουλο και συνεργό της παρανομίας του, εισπήδησε στην Εκκλησία σαν αληθινά άγριο θηρίο και απέσπασε πολλούς από αυτήν και από τους κόλπους της και τους σπάραξε, και αυτούς που εκείνη χωρίς ωδίνες γέννησε και ανέθρεψε με τα δόγματα των Πατέρων, εκείνος αυτούς τους έκανε αλλότριους και τους αποξένωσε από την μητρική τους συγγένεια».
 
(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, Ε.Π.Ε., αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 412-415, εκδόσεις άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1990) 
 
***
 
Ερμηνεία γραμμάτων Ρωμαϊκών Αδριανού του αγιωτάτου πάπα της πρεσβυτέρας Ρώμης.
 
«Αλλ’ αυτός ο προπάππος υμών (Λέων Γ’) εξ υποβολής τινών ασεβών κατήνεγκεν εν τοις αυτόθι τας ιεράς εικόνας˙ και έκτοτε πλάνη μεγάλη εν ταις αυτοίς μέρεσι της Γραικίας ηυξήθη, και μέγα σκάνδαλον εν όλω τω κόσμω γέγονεν» (Mansi XVIII,1059D)
 
***
    
Ιωάννη Ζωναρά, Επιτομή Ιστοριών
«XV.3. Ιζίθ των Αράβων άρτι γέγονεν αρχηγός˙ και τούτω προσίασιν Εβραίοι δύο το επιτήδευμα γόητες, οι δε αστρολογίαν έλεγον μετιέναι καντεύθεν ιδέναι τα μέλλοντα, και τω Άραβι την αρχήν επηγγέλοντο και την ζωήν πολυχρόνιον, ει των εκκλησιών των χριστεπωνύμων τα του Χριστού και της αυτόν τεκούσης εκβαλεί τα εκτυπώματα. Και ο βάρβαρος ουκ ημέλησεν, αλλ’ εκ πάντων των εν τη υπ’ αυτόν τελούση χώρα ναών τας σεπτάς εικόνας ηφάνισε. Και η θεία δίκη τούτον μετήλθεν ουκ εις μακράν. Ούπω γαρ παρήλθεν ενιαυτός και ο δείλαιος την ζωήν εζημίωτο. Ο δε τούτου παις της αρχής διάδοχος γεγονώς τους ψευδομάντεις εκείνους εζήτει, της ει τον τεκόντα απάτης τίσασθαι προθυμούμενος. Αλλ’ έφθησαν εκείνοι φυγείν εκείθεν και εις Ισαυρίαν κατήντησαν. Ένθα περιτυχόντες τούτω τω Λέοντι, νεανία τυγχάνοντι, βαναύσω το επιτήδευμα, την των Ρωμαίων προμαντεύονται βασιλείαν. Του δε προς την οικείαν αφορώτνος τύχην, αφεστηκυίαν πάνυ που πόρρω τοιαύτης αρχής, και τοις εκείνων διαπιστούντος χρησμοίς, εκείνοι συμβήσεσθαι την πρόρρησιν απισχυρίζοντο κραταιώς και απήτουν αυτόν δι’ όρκου πληροφορήσαι αυτούς, ότε τύχοι της βασιλείας, δούναι σφίσιν ο αν αιτήσωνται. Και ός όμνυσιν ή μην της βασιλείας τυχών εντελή αυτών ποιήσαι την αίτησιν. Ο μεν ουν όν είρηται τρόπον της των Ρωμαίων ηγεμονίας εκάτησεν. Οι δε τούτω ταύτην προμαντευσάμενοι έννατον ήδη έτος της αυταρχίας ανύοντι προσήλθον αυτώ και ήτουν αποδούναι αυτοίς της προρρήσεως τον μισθόν. Και ο Λέων έτοιμος ην προς τούτο και λέγειν ηξίου τι το αιτούμενον. Και η βέβηλος εκείνη των Ιουδαίων δυάς 
 
Ούτε πλούτου, είπε,  δοθήναι ημίν εξαιτούμεθα ούτε προς δόξης αναχθήναι περιωπήν ουθ’ έτερον τι των της βασιλείας λαμπρών, αλλ’ ή μόνον το τα του Ναζωραίου και της αυτόν τεκούσης περιαιρεθήναι πάντοθεν εκτυπώματα.
 
Και ός αβέβαιος ών περί την πίστιν, ώσπερ τι των εικαίων και ράστων τούτο ποιήσαι συνέθετο˙ και του δεκάτου άρτι ενιαυτού της αυτού τυρρανίδος αρξάμενος και του εθομαχείν ήρξατο και μετά φρικώδους βρυχήματος κατά των σεπτών εικόνων εχώρησε και διωγμόν βαρύτατον ήγειρε πολλούς τε ανθεστηκότας τη εξαγίστω γνώμη αυτού εκόλασε και μάρτυρας απειργάσατο». (CSHB, ed. M. Pinder, Bonnae 1897, t.3 257.30-259.19)
«Δεν είχε περάσει καιρός από τότε που ο Ιζίθ ανακηρύχθηκε αρχηγός των Αράβων και τον πλησίασαν δύο Εβραίοι κατ’ επάγγελμα απατεώνες, οι οποίοι ισχυρίζονταν πως ασχολούνται με την αστρολογία και κατά συνέπεια γνώριζαν τα μελλούμενα˙ υπόσχονταν μάλιστα στον Άραβα εξουσία και ζωή μακρόχρονη, αν γύμνωνε τις εκκλησίες των Χριστιανών από τις εικόνες του Χριστού και της Θεομήτορος. Ο βάρβαρος λοιπόν δεν αμέλησε, αλλά εξαφάνισε τις σεπτές εικόνες από όλους τους ναούς της επικράτειάς του. Η Θεία Δίκη δεν άργησε ωστόσο να τον τιμωρήσει, γιατί πριν παρέλθει χρόνος ο ταλαίπωρος πέθανε. Ο γιος του που τον διαδέχθηκε στην εξουσία, έψαχνε να βρει τους ψευτομάντεις προκειμένου να τους εκδικηθεί για την απάτη εις βάρος του γονιού του. Πρόλαβαν, όμως, και φεύγοντας από εκι έφθασαν στην Ισαυρία, όπου συνάντησαν τον εν λόγω Λέοντα, νέο στη ηλικία και χειρώνακτα στο επάγγελμα, και του προφήτευσαν ότι θα κατακτήσει την βασιλεία των Ρωμαίων. Ο Λέων αναλογιζόμενος την μοίρα του η οποία απείχε παρασσάγας από μια τέτοια εξουσία, δυσπιστούσε στις μαντείες τους˙ εκείνοι μολαταύτα, ισχυρίζονταν με σθένος ότι η προφητεία θα επαληθευθεί και απαιτούσαν να τους επιβεβαιώσει ενόρκως πως, όταν πάρει την βασιλεία, θα τους δώσει ό,τι και αν ζητούσαν. Εκείνος τότε ορκίστηκε πως όταν βασιλεύεσει θα πραγματοποιήσει όντως το αίτημά τους. Είδαμε εν τω μεταξύ με ποιον τρόπο ο Λέων απέκτησε την εξουσία των Ρωμαίων. Αυτοί λοιπόν που του προφήτευσαν, και καθ’ ον χρόνο διήνυε το ένατο έτος της βασιλείας του παρουσιάστηκαν και απαιτούσαν να τους ανταμείψει για το προμάντεμα. Ο Λέων ήταν πρόθυμος να δεχτεί και τους ζήτησε να κατονομάσουν τι ήταν αυτό που ήθελαν. Τότε η βέβηλη εκείνη δυάδα, των Ιουδαίων απάντησε:
 
Δεν ζητούμε ούτε πλούτο να μας δώσεις ούτε ν’ αποκτήσουμε μεγάλη δόξα, ούτε κάποια άλλη από τις βασιλικές τιμές, παρά μόνο ν’ απομακρυνθούν από παντού οι εικόνες του Ναζωραίου και της μητέρας του.
Και ο Λέων που δεν είχε πίστη ριζωμένη, συμφώνησε να πραγματοποιήσει την επιθυμία τους, λες και ήταν κάτι τυχαίο και εύκολο. Έτσι, με την έναρξη του δέκατου έτους της τυραννίας του, άρχισε να μάχεται τον Θεό και με φρικτό βρυχηθμό όρμησε κατά των σεπτών εικόνων, κηρύσσοντας βαρύτατο διωγμό, τιμωρώντας πολλούς που αντιστάθηκαν στην μυσαρή του γνώμη, αναδεικνύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μάρτυρες». (μετ. Ιορδάνης Γρηγοριαδης, Κανάκης 1998, τ.2 σελ. 19-21)
***
 
Κεδρηνού, Σύνοψις Ιστοριών
 
«Κόσμου έτος çσθ’, της θείας σαρκώσεως ψγ’, Λέων ο και Κόνων, ο Ίσαυρος και εικονομάχος, εβαίλευσεν έτη κδ’. Προ ολίγων τινών χρόνων της βασιλείας Λέοντος Εβραίοι τινες εκ Λαοδικείας της Φοινίκης ήλθον προς Ιζήθ τον αρχηγόν Αράβων, επαγγελόμενοι αυτώ έτη μ’ κρατήσαι της Αράβων αρχής, ει τας εν ταις εκκλησίαις των Χριστιανών  τιμωμένας σεπτάς εικόνας εν πάση τη αρχή αυτού καταλύσει. Τούτοις πεισθείς ο ανόητος Ιζήθη δόγμα καθολικόν εψηφίσατο κατά των αγίων και σεπτών εικόνων. Αλλά χάριτι Χριστού και ταις πρεσβείαις της πανάγνου θεοτόκου και πάντων των αγίων συντόμως τεθνηκώς ου διαπέμψαι αυτό ηδυνήθη εις την επικράτειαν αυτού˙ ούπω γαρ διήλθεν ενιαυτός, και η θεία δίκη μετήλθεν αυτόν. Ου ο υιός την ηγεμονίαν δεξάμενος ως ψευδομάντεις αυτούς εβουλήθη αποκτείναι. Όπερ μαθόντες ανέκαμψαν εν τοις Ισαυρικοίς μέρεσιν. Εις πηγήν δε τινά αναψυχόντων αυτών, ιδού ούτος ο Λέων νεανίσκος έτι ων, καλώς τω είδει και ευμήκης τω σώματι, βάναυσος την τέχνην και εξ αυτής την ζωήν ποριζόμενος, και εκ του υποζυγίου τον φόρτον περιελόμενος εκάθισε και αυτός επί τη πηγή ως αριστήσων. Είτα οι των εγγαστριμύθων μύσται του κατάρξαι της Ρωμαϊκής βασιλείας των σκήπτρων τούτω προλέγουσι. Του δε λέοντος αναβαλλομένου, πληροφορείται υπ’ αυτών. Οί και αιτούσιν όρκον, ει εις πέρας έλθη τούτο, όπερ αν αιτήσωνται ποιήσειν πλησιάζοντος δε εκείσε ναού του αγίου Θεοδώρου όμνυσιν αυτοίς. Υποχωρησάντων ουν αμφοτέρων, υπό Σισινίου πατρικίου στρατολογείται ο Λέων. Και εν ολίγω υπό Ιουστίνου του ρινοτμήτου σπαθάριος γενόμενος εις τα εσπέρια πέμπεται, και νικήσας υπό Θεοδοσίου στρατηγός ανατολής γίνεται, και της βασιλείας κρατεί τω προειρημένω τρόπω». (CSHB, ed. I. Bekker, Bonnae 1838, 788.10-789.13)
 
***

«Τω ζ’ έτει ήλθον, καθώς προείρηται, οι μάντεις οι χρησμοδοτήσαντες τω Λέοντι την βασιλείαν, και απαιτούσι παρ’ αυτού την υπόσχεσιν ήγουν την των αγίων εικόνων καθαίρεσιν, υποσχόμενοι τω ασεβεί ποιήσαντο ούτως βιώσειν χρόνους εκατόν. Τούτοις πεισθείς ο αλάστωρ πολλών κακών αίτιος γέγονεν ημίν τοις Χριστιανοίς. Ευρών γαρ τινας ομοφρονούντας αυτώ και τον Νακωλείας επίσκοπον, ου μικρώς την πιστιν ελυμήνατο». (CSHB, ed. I. Bekker, Bonnae 1838, 793.18-794.2)
 
***

«Τω θ’ έτει ήρξατο ο δυσσεβής Λέων τον κατά της των αγίων εικόνων καθαιρέσεως λόγον ποιήσθαι. Γρηγόριος δε ο πάπας Ρώμης τούτο μαθών τους φόρους της Ιταλίας και Ρώμης εκώλυσε, γράψας και προς Λέοντα επιστολήν δογματικήν, μη δειν βασιλέα λόγον περί πίστεως ποιείσθαι και καινοτομείν τα αρχαία δόγματα της εκκλησίας τα υπό των αγίων πατέρων δογματισθέντα». (CSHB, ed. I. Bekker, Bonnae 1838, 794.12-18)
 
***
Μιχαήλ Γλυκά, Βίβλος χρονική
 
«τούτω τω βασιλεί πενιχρώ όντι περί βασιλείας προείπον Ιουδαίοι μάντεις τινές ενωθέντες αυτώ κατά τύχην εν τινι πηγή αναψύξεως χάριν˙ εφ’ ώ και υπέσχετο μεθ’ όρκου αμείψασθαι αυτούς. Όθεν και βασιελεύοντι αυτώ επέστησαν ούτοι, λέγοντες ότι εάν την εικόνα του Θεού και πάντων των αγίων εκ μέσου ποιήση, έσται το σκήπτρον αυτού διαρκούν κατά γενεάν εις ενιαυτούς ρ’. ούτος τοσούτον εμηχανήσατο κατά των εικόνων, ως και τον μέγαν Γερμανόν πολλά διαλεξάμενον εκδιώξαι του θρόνου. Προυβάλλετο δε ο πατριάρχης την δια Θαδδαίου κυριακήν εκτύπωσιν προς Αύγαρον σταλείσαν και τη Εδέσση εναποκειμένην. Εις μέσον δε έφερε και την παρά Λουκά μεν του αποστόλου ιστορηθείσαν εικόνα, εν Ρώμη δε προς Θεόφιλον σταλείσαν, ωσαύτως και τα δύο χαλκά εκτυπώματα, άπερ η αιμορροούσα εκ πόθου ανεστηλώσατο, ων το έν επικλινές προς γην εις τύπον αυτής και την ευλογίαν παρά θατέρου δεχόμενον˙ του Χριστού γαρ ην. Τότε και Γρηγόριος ο πάπας Ρώμης γράφει προς τον βασιλέα Λέοντα περί των εικόνων. Αλλά τον Αιθίοπα σμήξαι μη δυνηθείς τους φόρους της Ιταλίας και Ρώμης εκώλυσε τελείσθαι προς τον βασιλέα, και την όλην δε χώραν αυτών της εξουσίας ταύτης απέστησε». (CSHB, ed. I. Bekker, Bonnae 1836, 521.6-522.5)
 
***
Μαρτύριον των αγίων δέκα μαρτύρων των εν Κωνσταντινουπόλει
«§ 2. Των δε ειδωλικών μολυσμάτων και βδελυγμάτων εκ μέσου γενομένων τη του ζωοποιού σταυρού δυνάμει, εκκλησιών τε και ιερών θυσιαστηρίων ανοικοδομηθέντων, και πάντων τη του Χριστού και Θεού ημών επωνυμία σεμνυνομένων, Χριστιανού λέγω, εβασίλευσε δια πλήθος αμαρτιών Λέων ο δυσσεβής, εκ μεν της Γερμανικίων χώρας καταγόμενος, τη δε αληθεία εκ της των Ισαύρων ορμώμενος δυσεβεστάτης αιρέσεως. …
§ 3. Του τοίνυν θηριωνύμου και προσότι μάλλον την γνώμην έχοντος, κατά τω εξάκισχιλιοστώ διακοσιοστώ εννάτω έτει της του κόσμου, τούδε διακοσμήσεως είτο βυσσυμπήξεως, τας δε του Θεού Λόγου ενσάρκου προς ημάς αυτού παρουσίας, έτους επτακοσιοστού εννάτου, τα της βασιελίας σκήπτρα κατέχοντος, τα μεν πρώτα αυτού ύπουλός τις και προσηνής εγεγόνει˙ μικρού δε χρόνου διιππεύσαντος, τας της πονηράς αυτού και κακογνώμου βουλης φληναφώδεις λέσχεις εις προύπτον τέθεικεν άπασι, και πρώτον μεν πειθώ, ότι μάλλον τους πλείονας εξαπατάν ώετο…
 
Στήτω δε ημίν μικρόν το της ιστορίας επωφελές διήγημα, είγε προς το οπίσω της ιστορίας πάλιν δρομήσαιμι, και σαφήν ταύτην ποιήσαιμι. Τω εξάκισχιλιοστώ σιδ’ έτει του κόσμου, της του Κυρίου και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού σαρκώσεως ψιδ’ έτει, του δε παρανομοτάτου βασιλέως έβδομον άγοντος έτος, ήκε τις Ιουδαίος, ορμώμενος από Λαοδικείας της παραλίου Φοινίκης, και εισελθών προς Ιζίδ, τον τότε της Συριάτιδος γαίης κρατούντα, επηγγείλατο αυτώ, τεσσαράκοντα έτη κρατήσειν της αρχής, ει τας εν ταις των Χριστιανών εκκλησίαις εν πάσι τη υπ’ αυτόν αρχή τιμωμένας σεπτάς εικόνας καθέλοι.
 
§ 4. Ώ επιπεισθείς ο άθλιος και ανόητος Ιζίδ, δόγμα καθολικόν εψηφίσατο κατά των σεπτών και αγίων εικόνων, αλλά τη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού χάριτι, και της πανυμνήτου και αφθόρου αυτού Μητρός πρεσβείαις, και πάντων αυτού των Αγίων, τω αυτώ έτει τέθνηκεν ο παμμίαρος Ιζίδ, [ουκ] ακουσήναι φθάσαντος τοις πολλοίς του ααθέου και σατανικού αυτού δόγματος. Μεταλαβών δε ταύτης της αλλοκότου και δυσεβούς πικράς αιρέσεως και Λέων ο βασιλεύς, πολλών και χαλεπών ημίν κακών αίτιος γέγονεν». (Acta Sanctorum, Augustii II, 435B-436D)

 
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Α) Όπως εξάγεται αβίαστα από τα παραπάνω, όλοι οι Βυζαντινοί/Ρωμηοί ιστοριογράφοι, χρονογράφοι, βιογράφοι συμφωνούν, ότι πίσω η απόφαση του Λέοντα Γ’ του Ίσαυρου για την αποκαθήλωση των εικόνων δεν ήταν δική του, αλλά πίσω από αυτήν κρύβονταν Ιουδαϊκή απάτη, που είχε ως στόχο να πλήξει την Εκκλησία.
 
Β) Οι διαφορές στις διηγήσεις, ως προς τον αριθμό των Ιουδαίων που προσέγγισαν τον Λέοντα (ένας ή δύο), την καταγωγή τους (Λαοδικεία ή Τιβεριάδα), και η αναφορά σε κάποιες περιπτώσεις του ονόματος του ενός Εβραίου (Τεσσαρακονταπήχυς), φανερώνουν ότι υπήρχαν πολλαπλές πηγές πληροφόρησης, τουλάχιστον τρεις.
Γ) Οι πληροφορίες αυτές διατηρήθηκαν και στους μεταγενέστερους ιστορικούς (Κεδρηνός, Γλυκάς) καθ’ όλη την διάρκεια της Αυτοκρατορίας, και μόλις στους νεώτερους χρόνους αμφισβητήθηκαν, όπως θα φανεί στο επόμενο κεφάλαιο.
Δ) Ήδη οι επιστολές του επισκόπου Ρώμης Γρηγορίου μαρτυρούνται από σχεδόν σύγχρονές του πηγές. Δεν υπάρχουν αντικειμενικού λόγοι για την αμφισβήτηση της γνησιότητάς τους. Μόνο ιδεολογικές σκοπιμότητες ή ανάγκη συγκάλυψης των όσων μαρτυρούνται σε αυτές, από μέρους των Παπικών, βιάζουν την αμφισβήτηση αυτή. 
Ε) Η διαφωνία των πηγών με τις απόψεις που αμφισβητούν την γνησιότητα των πηγών, ανάγκασε τους υπό των παραπάνω σκοπιμοτήτων κινουμένους να θεωρήσουν, τις μεν επιστολές γνήσιες, περιέχουσες, όμως, εμβόλιμα χωρία. Η ανάγνωση και δι’ αυτού του τρόπου επίσημη αναγνώριση των επιστολών από την Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο, καταρρίπτει και αυτή την άποψη.
Στ’) Η αμφισβήτηση της γνησιότητας των πρακτικών της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου αποτελεί την απεγνωσμένη προσπάθεια των παραπάνω σκοπιμοτήτων να επιζήσουν, αλλά η επικύρωσή τους από την Η’ Οικουμενική Σύνοδο δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας.
Ζ’) Η ιστορική άποψη που θέλει την τιμητική προσκύνηση των εικόνων να εμφανίζεται μόλις των Στ’ αι. είναι ανακριβής. Όλες οι πηγές αναφέρουν ότι πρόκειται για αποστολική παράδοση και φέρνουν ως απόδειξη κειμήλια (το ιερό μανδήλιο, τον ανδριάντα που έστησε η αιμόρρους στην Πανεάδα, την εικόνα της Παναγίας που φιλοτέχνησε ο ευαγγελιστής Λουκάς), τα οποία τότε υπήρχαν ως απτές αποδείξεις.
Η’) Πληροφορίες, οι οποίες επιβεβαιώνονται από δύο ανεξάρτητες πηγές (και στην περίπτωση αυτή έχουμε πολλές περισσότερες) οφείλουν, ακόμη και αν δεν υπάρχει πρόθεση να γίνουν αποδεκτές, να λαμβάνονται τουλάχιστον υπόψη. Αυτό επιτάσσει η επιστημονική μεθοδολογία.

Απόψεις των Ιστορικών για τα αίτια της εικονομαχιας

Απόψεις των Ιστορικών για τα αίτια της εικονομαχιας


Απόψεις των Ιστορικών για τα αίτια της εικονομαχιας
ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ
Πατερικών χωρίων υπέρ των εικόνων.
ΜΕΡΟΣ Δ' -ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑΣ
Το τέταρτο αυτό μέρος του ανθολογίου των αποσπασμάτων των σχετικών με τις εικόνες, είναι αφιερωμένο στα όσα έχει καταγράψει η ιστορία σχετικά με τα αίτια που οδήγησαν τον Λέοντα Γ’ τον Ίσαυρο να κηρύξει πόλεμο στις εικόνες και την χρήση τους από την Εκκλησία. Στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι ψάχνουμε την πρωτογενή αιτία της Εικονομαχίας δεν θ’  ασχοληθούμε με τους λόγους που αναζωπύρωσαν την διαμάχη τον Θ’ αι. κατά την λεγόμενη δεύτερη φάση, μετά την Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο και την ορθή και οριστική διατύπωση και επικύρωση της θεολογίας της εικόνας. 
Στο τέταρτο μέρος η ύλη κατανέμεται σε δύο τμήματα. Το πρώτο τμήμα είναι αφιερωμένο αποκλειστικά στους ιστοριογράφους, χρονογράφους, και βιογράφους της Βυζαντίου/Ρωμανίας, οι οποίοι κατέγραψαν τα γεγονότα και διέσωσαν όλο το απαραίτητο πληροφοριακό υλικό για την κατανόηση του φαινομένου. Στο τμήμα αυτό δεν θ’ ασχοληθούμε με το θέμα της αξιοπιστίας των πηγών. Αυτό θα το πράξουμε στο επόμενο.
Μελετώντας κάποιος τις πηγές της περιόδου, μπορεί να παρατηρήσει την συμφωνία αυτών πάνω στα περιστατικά που καταγράφουν. Οι όποιες διαφορές είναι ελάχιστες και δείχνουν την ύπαρξη πολλών ανεξάρτητων πηγών πληροφόρησης. Σπάνια παρατηρείται τέτοιου είδους ομοφωνία, ειδικά όταν πρόκειται για γεγονότα, τα οποία έχουν προκαλέσει συναισθηματική φόρτιση τόσο σε προσωπικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. 
Το δεύτερο τμήμα θα περιλάβει τις απόψεις και θεωρίες των νεότερων ιστορικών για τα αίτια της εικονομαχίας. Ως νεότεροι δέον να νοηθούν οι ιστορικοί από τον ΙΘ’ αιώνα και εφεξής, εκπρόσωποι ή υπηρέτες μιας επιστημονικού και ορθολογικού καθ’ υπόθεση τύπου καταγραφής της ιστορίας. Δυστυχώς όπως θα φανεί,  η εξαγγελία δεν υλοποιείται στην περίπτωση αυτή.
Αντίθετα, το πρόβλημα της αξιοπιστίας των πηγών μετασχηματίζεται σε πρόβλημα αξιοπιστίας των μελετητών των πηγών, στο μέτρο που αυτοί επιτρέπουν ιδεολογίες, σκοπιμότητες και θρησκευτικές πεποιθήσεις προσωπικής αποδοχής να λειτουργούν ως διαθλαστικοί φακοί και να παραμορφώνουν την οπτική τους επί των εξεταζομένων θεμάτων. Υπάρχουν, βέβαια, και περιπτώσεις όπου δεν παρατηρείται αλλοιωμένη κατανόηση των παρεχομένων πληροφοριών, αλλά συνειδητή αποστασιοποίηση από αυτές. Τότε, κατά τα λόγια του καθηγητή π. Γεωργίου Μεταλληνού, δεν γίνεται καταγραφή της ιστορίας, αλλά συγγραφή ιστορικού μυθιστορήματος.   
Σε αυτό το τμήμα θα γίνει προσπάθεια καταγραφής και ελέγχου των επικρατέστερων κατά καιρούς θεωριών για τα αίτια της εικονομαχίας, και θα γίνουν κάποιες παρατηρήσεις στα αμφιλεγόμενα σημεία. Ταυτόχρονα θα φανεί ποια τα αδύνατα σημεία αυτών των θεωριών και ποια θέματα μένουν ακάλυπτα.

Γ. Μαρτυρίες για την ύπαρξη εικόνων στους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας

Γ. Μαρτυρίες για την ύπαρξη εικόνων στους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας


Γ. Μαρτυρίες για την ύπαρξη εικόνων στους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας
ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ
Πατερικών χωρίων υπέρ των εικόνων.
Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΕΙΚΟΝΩΝ ΣΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙa 

Εν τω βίω Ιωάννου του Χρυσοστόμου ούτως αυτολεξεί γέγραπται:
 
«Ηγάπα δε ο μακάριος Ιωάννης τας επιστολάς του σοφωτάτου Παύλου άγαν.
Και μετ’ ολίγα.
 
Ήν δε και το εκτύπωμα του αυτού αποστόλου Παύλου έχων εν εικόνι, ένθα ανεπαύετο δια την του σώματος ασθένειαν βραχύ τι˙ ην γαρ πολυάγρυπνος υπέρ φύσιν. Και ηνίκα διήρχετο τας επιστολάς αυτού, ενητένιζεν αυτή και ως επί ζώντος αυτού ούτω προσείχεν αυτώ μακαρίζον αυτόν, και όλον αυτού τον λογισμόν προς αυτόν είχε φανταζόμενος και δια της θεωρίας αυτώ ομιλών.
Και μεθ’ έτερα.
Ως δε επαύσατο ο Πρόκλος λαλών, ατενίσας τη εικόνι του αποστόλου και θεασάμενος τον χαρακτήρα αυτού όμοιον του οφθέντος αυτώ, βαλών μετάνοιαν τω Ιωάννη, είπε δακτυλοδεικτών την εικόνα˙ 
“Συγχώρησόν μοι, πάτερ. Ον είδον λαλούντα σοι, όμοιος εστι τούτω˙ ως δε υπολαμβάνω, ότι και αυτός εστίν.”»

«Ο μακάριος Ιωάννης αγαπούσε υπερβολικά τις επιστολές του σοφοτάτου Παύλου.
Και ύστερα από μερικά άλλα.
Είχε και τη μορφή του ιδίου του αποστόλου Παύλου σε εικόνα, εκεί που ξεκουραζόταν για λίγο εξαιτίας της αδυναμίας του σώματός του˙ γιατί έμενε ξάγρυπνος περισσότερο απ’ όσο επιτρέπουν οι φυσικές δυνάμεις. Και καθώς μελετούσε τις επιστολές του την κύτταζε με προσοχή και σαν να ήταν ζωντανός τον πρόσεχε και τον μακάριζε και είχε στραμμένο τον λογισμό του με τη φαντασία του προς αυτόν και μέσω της θεωρίας συνομιλούσε μαζί του.
Και ύστερα από μερικά άλλα.
Όταν έπαυσε να ομιλέι ο Πρόκλος, κύτταζε την εικόνα του αποστόλου και είδε τη μορφή του να είναι όμοια με εκείνον που του φανερώθηκε, και βάζοντας μετάνοια στον Ιωάννη είπε δείχνοντας με το δάκτυλο την εικόνα˙
“Συγχώρεσέ με, πάτερ. Αυτόν που είδα να μιλάει μαζί σου ήταν όμοιος με εκείνον˙ και υποθέτω ότι αυτός ο ίδιος είναι”».
(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 270-1)
*** 
 
Θεοδώρητου Κύρρου, Φιλόθεος Ιστορία, Συμεώνης § 11 
«Φασί γαρ ούτως εν Ρώμη τη μεγίστη πολυθρύλητον γενέσθαι τον άνδρα, ως εν άπασι τοις των εργαστηρίων προπυλαίοις εικόνς αυτώ βραχείας αναστηλώσαι, φυλακήν τινα σφίσιν αυτοίς και ασφάλειαν εντεύθεν πορίζοντας».

«Πραγματικά λένε ότι στη μέγιστη Ρώμη ο άνδρας έγινε τόσο πολύ πολυθρύλητος, ώστε να κρεμούν μικρές εικόνες του σε όλες τις εισόδους των εργαστηρίων, αποκομίζοντας από αυτές για τον εαυτό τους κάποια προστασία και ασφάλεια».
(μετ. Ζαχαριάδου Σταυρούλα, ΕΠΕ, Φιλοκαλία τ. 4 σελ. 416-7)
***
Ιωάννη Μαλάλα, Χρονογραφία, Λόγος Ι’

«Από τότε και ο βαπτιστής Ιωάννης δήλος εγένετο τοις ανθρώποις˙ και απέτεμεν αυτόν Ηρώδης ο βασιλεύς ο Φιλίππου, ο τοπαρχω΄ν, ήτοι βασιλεύων, της Τραχωνίτιδος χώρας, εν Σεβαστή πόλει τη προ η’ καλανδών ιουνίων εν υπατεία Φλάκκωνος και Ρουφίνου δια Ηρωδιάδα την γυναίκα αυτού, ότι έλεγεν αυτώ ο Ιωάννης, Ουκ έξεστί σοι έχειν την γυναίκα του αδελφού σου καθώς εν ταις θείαις εμφέρεται γραφαίς ταύτα. Και λυπούμενος δια τον Ιωάννην ο αυτός βασιλεύς Ηρώδης ο δεύτερος ο Φιλίππου ανήλθεν από της πόλεως Σεβαστής εν Πανεάδι πόλει της Ιουδαίας. Και προσήλθεν αυτώ γυνή τις ευπορωτάτη, οικούσα την αυτήν Πανεάδα πόλιν, ονόματι Βερονίκη, βουλομένη ως ιαθείσα υπό του Ιησού στήλην αυτώ αναστήσαι. Και μη τολμώσα δίχα βασιλικής κελεύσεως τούτο ποιήσαι δέησιν επέδωκε τω αυτώ Ηρώδη βασιλεί, αιτούσα αναστήσαι στήλην τω σωτήρι Χριστώ εν τη αυτή πόλει. Ήτις δέησις έχει ούτως.
 
Σεβαστώ Ηρώδη τοπάρχη και θεσμοδότη Ιουδαίων τε και Ελλήνων, βασιλεί της Τραχωνίτιδος χώρας, ικεσίας δεήσεις παρά Βερονίκης, αξιωματικής πόλεως Πανεάδος.
Δικαιοσύνη και φιλανθρωπία και αι λοιπαί των αρετών πασών περιστέφουσι την ημετέραν θείαν κορυφήν. Όθεν καγώ ταύτα ειδυία ήκον συν αγαθαίς ταις ελπίσι πάντως των αιτουμένων τευξομένη. Τις δε η του παρόντος προοιμίου κρηπίς προϊών ο λόγος σε διδάξει. 
Εκ παιδόθεν ληφθείσα πάθει αιμορροίας οχετών εις ιατρούς κατανάλωσά μου τον βίον και τον πλούτον, και ίασιν ουχ ηύρον. Ακηκουία δε του θαυμαζομένου Χριστού τα ιάματα, ος νεκρούς εξανίστησι και τυφλούς πάλιν εις φάον έλκων και δαίμονας εκ βροτών απελαύνων και πάντας τους εν νόσοις μαραινομένους λόγω θεραπεύει, προς αυτόν ουν καγώ ως προς θεόν έδραμον. Και προσεσχηκυία το περιέχον αυτόν πλήθος, δειλιάσασα δε εξειπείν αυτώ και την αήττητόν μου νόσον, μήπως τον μολυσμόν του πάθους αποστρεφόμενος οργισθή κατ’ εμού και πλέον μοι επέλθη η πληγή της νόσου, κατ’ εμαυτήν ελογισάμην ότι ει δυνηθείην άψασθαι του κρασπέδου του ιματίου αυτού, πάντως ιαθήσομαι˙ και λάθρα εις το περί αυτόν εισδύσασα πλήθος εσύλησα την ίασιν, του κρασπέδου αυτού αψαμένη˙ και σταλείσης μου της πηγής του αίματος γέγονα παραχρήμα υγιής. Αυτός δε μάλλον, ως προγνούς της εμής καρδίας το βούλευμα, ανέκραξε, 
Τις μου ήψατο; Δύναμις γαρ εξήλθεν απ’ εμού. 
Εγώ δε ωχριώσα και στένουσα, την νόσον θρασυτέραν υποστρέφειν επ’ εμέ λογιζομένη, προσπεσούσα αυτώ την γην επλήρωσα δακρύων, την τόλμαν εξειπούσα. Ο δε ως αγαθός σπλαγχνισθείς επ’εμοί επεσγράγισε μοι την ίασιν, ειρηκώς, 
Θάρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε˙ πορεύου εις ειρήνην. 
Ούτως και υμείς, σεβαστοί, την δέησιν οξείαν τη δεομένη παράσχετε.
Ο δε βασιλεύς Ηρώδης ακηκοώς ταύτα δια της δεήσεως εξεπλάγη δια το θαύμα˙ και φοβηθείς το μυστήριον της ιάσεως είπεν, 
Αύτη η εις σε γενομένη ίασις, ω γύναι, μείζονος στήλης εστίν αξία. Πορευθείσα τοίνυν οίαν βούλει ανάστησον αυτώ στήλην, προθέσει δοξάζουσα τον ιασάμενον.
Και ευθέως η αυτή Βερονίκη, η πρώην αιμόρρους, εν μέσω της ιδίας αυτής πόλεως Πανεάδος ανέστησε τω κυρίω ημών και θεώ Ιησού Χριστώ στήλην χαλκήν εκ χαλκού θερμηλάτοου, συμμίξασα βραχύ τι μέρος χρυσού και αργύρου. Ήτις στήλη μένει εν Πανεάδι πόλει έως της νυν, προ πολλου χρόνου μετενεχθείσα αφ’ ου ίστατο εν μέσω της πόλεως τόπου εις άγιον ευκτήριον οίκον. Όπερ υπόμνημα ηύρον εν τη αυτή Πανεάδι πόλει παρά Βάσσω τινί, γενομένω από Ιουδαίων χριστιανώ. Εν οις υπήρχεν ο βίος πάντων των βασιλεών των βασιλευσάντων πρώην της Ιουδαϊκής χώρας». (CSHB, 236.12-239.17)

«Από τότε και ο βαπτιστής Ιωάννης εμφανίσθηκε στους ανθρώπους και τον αποκεφάλισε ο Ηρώδης, ο τοπάρχης στο βασίλειο της Τραχωνίτιδας, στην πόλη Σεβαστή, οκτώ μέρες πριν από τις καλένδες του Ιουνίου, κατά την υπατεία του Φλάκκωνα και του Ρουφίνου. Γι’ αυτό και ο βασιλιάς Ηρώδης, ο γιος του Φιλίππου, λυπημένος ήρθε από την Ιουδαία. Τότε παρουσιάστηκε μπροστά του κάποια εύπορη γυναίκα, που ονομαζόταν Βερονίκη και κατοικούσε στην ίδια πόλ Πανεάδα, η οποία, επειδή είχε θεραπευθεί από τον Ιησού, ήθελε να στήσει αναμνηστική στήλη προς τιμή του. Μη τολμώντας όμως να το κάνει αυτό χωρίς βασιλική άδεια, παρακάλεσε το βασιλιά Ηρώδη να της επιτρέψει να της επιτρέψει να στήσει στην πόλη της στήλη χρυσή προς τιμή του Σωτήρα. Η αίτησή της αυτή είχε ως εξής˙
Στο σεβαστό Ηρώδη, τοπάρχη και νομοθέτη Ιουδαίων και Ελλήνων, βασιλιά της Τραχωνίτιδας, δέηση και ικεσία από τη Βερονίκη που κατάγεται από την τιμημένη πόλη Πανεάδα.
“Δικαιοσύνη και φιλανθρωπία και οι άλλες αρετές στεφανώνουν το πρόσωπό σας. Γι’ αυτό κι εγώ, γνωρίζοντάς το αυτό, ήρθα με καλές ελπίδες ότι θα γίνουν δεκτά τα αιτήματά μου. Ποια είναι η αιτία αυτού του προοιμίου, θα σε πληροφορήσει παρακάτω ο λόγος.
Από παιδί έπασχα από ακατάσχετη αιμορραγία και μολονότι ξόδεψα στους γιατρούς τη ζωή και την περιουσία μου, δεν βρήκα θεραπεία. Ακούοντας όμως τις θεραπείες του Χριστού που θαυμάζεται, ότι ανασταίνει νεκρούς, ξαναδίνει το φως στους τυφλούς και διώχνει δαίμονες από τους ανθρώπους και θεραπεύει με το λόγο του όλους όσους μαραίνονται από την αρρώστια, έτρεξα κι εγώ σ’αυτόν σαν σε θεό. Προσέχοντας τότε το πλήθος που τον περιστοίχιζε και φοβούμενη μήπως, αηδιάζοντας από το μόλυσμα της αρρώστιας μου, οργισθεί εναντίον μου και μεγαλώσει περισσότερο η πληγή της αρρώστιας μου, σκέφθηκα μέσα μυ ότι, αν κατορθώσω ν’ αγγίξω την άκρη του ενδύματός του, θα σωθώ. Και μόλις τον άγγιξα, σταμάτησε η ροή του αίματος κι αμέσως θεραπεύθηκα. Εκείνος τότε προγνωρίζοντας μάλλον από πριν τους λογισμούς της καρδιάς μου, φώναξε˙ 
Ποιος με άγγιξε; Γιατί βγήκε δύναμη από μέσα μου.
Εγώ τότε χλωμιασμένη και στενάζοντας, επειδή σκέφτηκα ότι η αρρώσται θα ξαναγύριζε σε μένα χειρότερη, έπεσα στα πόδια του γεμίζοντας με δάκρυα τη γη και του ομολόγησα την τόλμη μου. Εκείνος όμως ως αγαθός με λυπήθηκε και επισφράγισε την θεραπεία μου λέγοντας,
Θάρρος κόρη μου, η πίστη σου σε έσωσε πήγαινε στο καλό.
Έτσι και σείς, σεβαστοί μου, δώστε προσοχή στη δέηση αυτής που ικετεύει”.
Ο βασιλιάς Ηρώδης τότε, όταν άκουσε αυτά μέσω της ικεσίας, εξεπλάγη από το θαύμα και επειδή φοβήθηκε το μυστήριο της θεραπείας, είπε˙
“Η θεραπεία που σου έγινε, γυναίκα, αξίζει μεγαλύτερης στήλης. Πήγαινε λοιπόν και στήσε προς τιμή του όποια στήλη θέλεις, δοξάζοντας εκείνον που σε θεράπευσε”.
Αμέσως τότε η ίδια Βερονίκη, η πρώην αιμορροούσα, έστησε στο κέντρο της πόλης της Πανεάδας προς τιμήν του Κυρίου και Θεού χάλκινη στήλη από χαλκό χυτό στον οποίο ανάμιξε και χρυσό και ασήμι. Η στήλη αυτή μένει στην πόλη Πανεάδα μέχρι σήμερα, και πριν από λίγο χρόνο μεταφέρθηκε από κει που βρισκόταν στο κέντρο της πόλεως, σε τόπο άγιο, σε ευκτήριο οίκο. Το υπόμνημα αυτό βρέθηκε στην ίδια πόλη Πανεάδα, σε κάποιον Βάσσο, που είχε γίνει Χριστιανός από Ιουδαίος και ο οποίος είχε το βίο όλων όσων εβασίλευσαν στην ιουδαϊκή χώρα».
***

Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία Ζ 18,1-4
«Αλλ’ επειδή τήσδε της πόλεως εις μνήμην ελήλυθα, ουκ άξιον ηγούμαι παρελθείν διήγησιν και τοις μεθ’ ημάς μνημονεύεσθαι αξίαν. Την γαρ αιμορροούσαν, ήν εκ των ιερών ευαγγελίων προς του Σωτήρος ημών του πάθους απαλλαγήν ευράσθαι μεμαθήκαμεν, ενθένδε έλεγον ορμάσθαι τον τε οίκον αυτής επί της πόλεως δείκνυσθαι και της υπό του Σωτήρος εις αυτήν ευεργεσίας θαυμαστά τρόπαια παραμένειν. Εστάναι γαρ εφ’ υψηλού λίθου προς μεν ταις πύλαις του αυτής οίκου γυναικός εκτύπωμα χαλκέον, επί γόνυ κεκλιμένον και τεταμέναις επί το πρόσθεν ταις χερσίν ικετευούση εοικός, τούτου δε άντικρυς άλλο τα αυτής ύλης ανδρός όρθιον σχήμα, διπλοΐδα κοσμίως περιβεβλημένον και την χείρα τη γυναικί προτείνον, ου παρά τοις ποσίν επί στήλης αυτής ξένον τι βοτάνης είδον φύειν, ό μέχρι του κρασπέδου της χαλκού διπλοΐδος ανιόν, αλεξιφάρμακον τι παντοίων νοσημάτων τυγχάνειν. Τούτον τον ανδριάντα εικόνα του Ιησού φέρειν έλεγον, έμενε δε και εις ημάς, ως και όψει παραλαβείν επηδημήσαντας αυτούς τη πόλει. Και θαυμαστόν ουδέν τους πάλαι εξ εθνών ευεργετηθέντας προς του Σωτήρος ημών ταύτα πεποιηκέναι, ότε και των αποστόλων αυτού δη του Χριστού δια χρωμάτων εν γραφαίς σωζομένας ιστορήσαμεν, ως εικός, των παλαιών απαραφυλάκτως οία σωτήρας εθνική συνηθεία παρ’ εαυτοίς τούτον τιμάν ειωθότων τον τρόπον».
«Αλλ’ επειδή εμνημόνευσα αυτή την πόλιν, δεν θεωρώ δίκαιον να παραλείψω μίαν διήγησιν αξίαν να μεταδοθή εις τους μεταγενεστέρους ημών. Έλεγον ότι η αιμορροούσα γυνή, η οποία, όπως γνωρίζομεν από τα ιερά ευαγγέλια, απηλλάγη από την ασθένειάν της υπό του Σωτήρος ημών, κατήγετο από εδώ, ότι δεικνύεται η οικία της εις την πόλιν ταύτην, ότι παραμένουν θαυμαστά μνημεία της εις αυτήν ευεργεσίας υπό του Σωτήρος. Πράγματι πλησίον μεν της πύλης της οικίας της επί υψηλού βάθρου ίσταται χάλκινον άγαλμα γυναικός, το οποίον ομοιάζει προς ικετεύουσαν με το γόνατον κεκαμμένον και τας χείρας ηπλωμένας προς τα εμπρός˙ απέναντι δε αυτού ευρίσκεται άλλη μορφή από το ίδιον υλικόν, ορθίου ανδρός αυτή, ενδεδυμένου με επανωφόριον και προτείνοντος την χείρα προς την γυναίκα, πλησίον των ποδών του οποίου επάνω εις την στήλην φύεται παράξενον είδος χόρτου, το οποίον ανέρχεται μέχρι του κρασπέδου του χάλκινου επανωφορίου˙ τούτο θεωρείται ότι είναι φάρμακον θεραπευτικόν ποικίλων νοσημάτων. Έλεγον ότι ο ανδριάς αυτός απεικόνιζε τον Ιησούν, διετηρείτο δε μέχρι των χρόνων ημών, ώστε να τον έχωμεν ίδει και ημείς οι ίδιοι μεταβάντες εις την πόλιν. Δεν είναι καθόλου θαυμαστόν ότι οι ευεργετηθέντες παλαιά υπό του Σωτήρος ημών Εθνικοί να έχουν κάμει ταύτα, αφού ιστορήσαμεν ότι σώζονται ζωγραφισμέναι με χρώματα εικόνες των αποστόλων αυτού Παύλου και Πέτρου, και του ιδίου του Χριστού μάλιστα˙ διότι είναι φυσικόν οι παλαιοί να συνήθιζον χωρίς υστεροβουλίαν να τιμούν τούτους με αυτόν τον τρόπον κατά εθνική συνήθειάν των ως σωτήρας».
(μετ. Παν. Χρήστου, ΕΠΕ, Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. 3 σελ. 46-49)
***
Του οσίου Θεοφάνους ηγουμένου του Αγρού, Χρονογραφία

«Α. Μ. 5854. Εν Καισάρεια δε της Φιλίππου, τη νυν Πανεάδι, όθεν κατήγετο η αιμόρρους, ανδριάς ίστατο προ του οίκου αυτής του κυρίου [ημών και θεού Ιησού Χριστού], όν εθνικώ έθει ευχαριστήριον ανέστησε. Τούτον κατενεχθήναι προσέταξεν ο δυσεβής Ιουλιανός, ό και γέγονεν˙ κατ’ εμπαιγμόν δήθεν συράντων των Ελλήνων τον ανδριάντα, και αντ’ αυτού ξόανον ονόματι Ιουλιανού στησάντων. Τούτον δε οι Χριστιανοί λαβόντες τον ανδριάντα εις εκκλησίαν απέθεντο˙ το δε του παραβάτου ξόανον κατελθόν πυρ εκ του ουρανού κατέφλεξεν. Βοτάν δε εφύετο υπό τν βάσιν του ανδριάντος πάσς νόσου αλεξιτήριος, ήτις και προς φθόνον εκίνησε τον αποστάτν Ιουλιανόν καταστρέψαι τον του κυρίου ανδριάντα». (CSHB, ed Niebhur, Bonnae 1889, vol.1 75.12-76.4)
«Έτος 361/362. Στην Καισάρεια του Φιλίππου, τωρινή Πανεάδα, απ’ όπου  αιμορροούσα του Ευαγγελίου, υπήρχε μπροστά στο σπίτι της ανδριάντας του Κυρίου τον οποίο έστησε ως έκφραση ευχαριστίας σύμφωνα με εθνικό έθιμο. Ο ασεβής Ιουλιανός επρόσταξε να το γκρεμίσουν, πράγμα το οποίο και έγινε. Έσυραν δε οι εθνικοί τάχα με εμπαιγμό τον ανδριάνα και αντ’ αυτού έστησαν ξόανο (ομοίωμα) του Ιουλιανού. Τον δε ανδριάντα έλαβαν οι Χριστιανοί και τον απέθεσαν στν εκκλσία. Το δε ξόανο του παραβάτη κατέβηκε πυρ από τον ουρανό και το κατέκαψε. Ένα βότανο (χορτάρι) εφύτρωνε κάτω από τα βάς του ανδριάντα, κάθε νόσου θεραπευτικό, και το οποίο εκίνησε προς φθόνο τον αποστάτη Ιουλιανό ώστε να καταστρέψει τον ανδριάντα του Κυρίου». (μετ. αρχιμ. Ανανίας Κουστένης, Αρμός 2007, 137).
*** 
Αντιπάτρου Βόστρων, Λόγος εις την αιμόρρουν
«Ταύτα του σωτηρίου κρασπέδου λαβομένη έλεγεν η αιμόρρους, ως βασιλέα της φύσεως κρατούσα τον Κύριον, και του πάθους την τυραννίδα διδάσκουσα. Και τυχούσα της δωρεάς, ανδριάντα ήγειρε τω Χριστώ, τον μεν πλούτον ιατροίς αναλώσασα, του δε πλούτου τα λειπόμενα προσενέγκασα τω Χριστώ. (PG 85,1793D)
Ο αγιώτατος πατριάρχης είπεν˙ ώστε και εικόνα ο στηλογραφών, τω Θεώ αυτήν προσφέρει, ον τόπον και η αιμόρρους τον ανδριάντα». (Mansi 13,13E)

***
Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία Θ’ 9,9-11
«ο δε ώσπερ έμφυτον την εις Θεόν ευσέβειαν κεκτημένος, μηδ’ όλως επί ταις βοαίς υποσαλευόμενος μηδ’ επαιρόμενος τοις επαίνοις, ευ μάλα της εκ Θεού συνησθημένος βοηθείας, αυτίκα του σωτηρίου τρόπαιον πάθους υπό χείρα ιδίας εικόνος ανατεθήναι προστάττει, και δη το σωτήριον σημείον επί τη δεξιά κατέχοντα αυτόν εν τω μάλιστα των επί Ρώμης δεδημοσιευμένω τόπω στήσαντας αυτήν δη ταύτην προγραφήν εντάξαι ρήμασιν αυτοίς τη Ρωμαίων εγκελεύεται φωνή˙ τούτω τω σωτηριώδει σημείω, τω αληθεί ελέγχω της ανδρείας, την πόλιν ημών από ζυγού του τυράννου διασωθείσαν ηλευθέρωσα, έτι μην και την σύγκλητον και τον δήμον Ρωμαίων τη αρχαία επιφανεία και λαμπρότητι ελευθερώσας αποκατέστησα».

«Αυτός δε έχων έμφυτον την εις Θεόν ευσέβειαν, χωρίς καθόλου να συγκινήται από τας κραυγάς ούτε να επαίρεται από τους επαίνους, συναισθανόμενος δε βαθέως την εκ Θεού βοήθειαν, προστάσσει αμέσως να χαραχθή τρόπαιον του σωτηρίου πάθους εις την χείρα του αγάλματός του. Έστησαν μάλιστα κατά διαταγή του το άγαλμα εις το περισσότερον πολυσύχναστον μέρος της Ρώμης φέρον το σωτήριον σημείον εις την δεξιάν χείρα και εχάραξαν την εξής επί λέξει επιγραφήν εις την λατινικήν γλώσσαν.
Με αυτό το σωτηριώδες σημείον, με το αληθές δείγμα της ανδρείας, ηλευθέρωσα την πόλιν σας, διασώσας αυτήν από τον ζυγόν του τυράννου, προσέτι δε και την σύγκλητον και τον δήμον των Ρωμαίων ελευθερώσας αποκατέστησα εις την αρχαίαν δόξαν και λαμπρότητα».
(μετ. Παν. Χρήστου, ΕΠΕ, Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. 3 σελ. 214-5)
***
Σωκράτους Σχολαστικού, Εκκλησιαστική Ιστορία Α’ 18,1   
«Και μεταταύτα δε ο βασιλεύς επιμελέστερος ως περί τα Χριστιανών, απεστράφη τας Ελληνικάς θρησκείας. Και παύει μεν τας μονομαχίας˙ εικόνας δε τας ιδίας εν τοις ναοίς εναπέθετο». (PG 67,121B)

«Ύστερα από αυτά ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, αφού εμελέτησε πιο πολύ τα περί του Χριστιανισμού, εγκατέλειψε τις ειδωλολατρικές θρησκείες, απαγόρευσε τις μονομαχίες, και τοποθέτησε τις δικές του εικόνες στους ναούς».
(μετ. Παν. Χρήστου, ΕΠΕ, Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. 3 σελ. 284-5)
***
Εκλογαί εκ της Εκκλησιαστικής ιστορίας Θεοδώρου Αναγνώστου, από φωνής Νικηφόρου Καλλίστου του Ξανθόπουλου.

«Εκ του πρώτου βιβλίου α’. Και ότι η Ευδοκία τη Πουλχερία την εικόνα της Θεομήτορος, ην ο απόστολος Λουκάς καθιστόρησεν, εξ Ιεροσολύμων απέστειλεν». (PG 86a, 165A).

«ιε’. Ούτος ουδένα εχειροτόνει, το Ψαλτήριον μη γινώσκοντα. Επί Γενναδίου, η χειρ του ζωγράφου εξηράνθη, του εν τάξει Διός, τον Σωτήρα γράψαι τολμήσαντος˙ ον δι’ευχής ιάσατο Γεννάδιος. Φησί δε ο ιστορών, ότι άλλο σχήμα του Σωτήρος, το ούλον και ολιγότριχον, υπάρχει το αληθέστερον». (PG 86a,173A)
***
Του οσίου Θεοφάνους ηγουμένου του Αγρού, Χρονογραφία
«Α.Μ. 5955. Τω δε αυτώ έτει ζωγράφου τινός τον σωτήρα γράψαι τολμήσαντος καθ’ ομοιότητα του Διός, εξηράνθη η χείρ, όν εξαγορεύσαντα δι’ ευχ΄ς ιάσατο Γεννάδιος. Φασί δε τινες των ιστορικών, ότι το ούλον και ολιγότριχον σχήμα επί του σωτήρος οικειότερον εστιν». (CSHB, ed. Niebhur, Bonnae 1889, t.1 174.14)
«Έτος 462/3 μ.Χ. Κατά το αυτό έτος κάποιος ζωγράφος ετόλμσαι να ζωγραφίσει τον Σωτήρα όμοιον με τον Δία και ξεράθηκε το χέρι του. Αυτός δε εξομολογήθη και το εθεράπευσε με προσευχή ο Γεννάδιος». (μετ. αρχιμ. Ανανίας Κουστένης, Αρμός 2007, 306)
***
Εκ της εκκλησιαστικής Ιστορίας Θεοδώρου Αναγνώστου Κωνσταντινουπόλεως περί τινος αιρετικού Παλλαδίου

«Ο δε της Αντιοχείας επίσκοπος Παλλάδιος προς χάριν βασιλέως διαπραττόμενος, τους τοις εν Χαλκηδόνι αγίοις δόγμασιν επομένους εμυσάττετο και τας των αγίων πατέρων εικόνας καθείλεν». (PG 86a,220A)

«Ο επίσκοπος της Αντιοχείας Παλλάδιος, ενεργώντας για χάρη του βασιλιά, αποστρεφόταν εκείνους που ακολουθούσαν τα άγια δόγματα της Χαλκηδόνας, και κατήργησε τις εικόνες των αγίων πατέρων»
(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 320-321)
*
Της αυτής εκκλησιαστικής Ιστορίας, περί τα των Διοσκόρου φρονούντων
«Ει τοσούτον γαρ εληλύθει της τόλμης, ώστε και τα των εκεί γεγονότων μακαρίων ποιμένων ονόματα των ιερών διπτύχων ανείλε και τας αυτών εικόνας καθείλε κατακαύσας τυραννικώς». (PG 86a,200B)
«Έφθασε σε τέτοιο σημείο θράσους, ώστε και τα ονόματα των μακαρίων ποιμένων, που υπήρξαν εκεί, τα έσβησε από τα ιερά δίπτυχα και τις εικόνες τους κατέστρεψε, καίοντάς τις με τρόπο βάναυσο». 
(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 320-321)
*
Της αυτής Ιστορίας, περί του διαδεξαμένου τον θρόνον Κωνσταντινουπόλεως μετά Μακεδόνιον αιρετικού.
«Ούτος ο ανόσιος εν ταις συνάξεσιν απερχόμενος, τους σεπτούς οίκους αναθεωρείσθαι κελεύων, είπου μη γεγραμένον εν εικόνι εύρισκε Μακεδόνιον, ταύτην ει μη καθείλεν, ουκ αν ελειτούργει». (PG 86a,200B)
«Αυτός ο ανόσιος πηγαίνοντας στις λατρευτικές συνάξεις διέτασσε να ερευνώνται οι ιεροί ναοί, μήπως βρίσκονταν πουθενά ζωγραφισμένος σε εικόνα ο Μακεδόνιος και αν δεν την κατέβαζε δεν λειτουργούσε».

(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 320-321)
***
Της αυτής ιστορίας, περί Ιουλιανού και Τιμόθεου, του και Αίλουρου

«Τούτον τον Ιουλιανόν γνωρίζουσί τινες των ταις ταραχαίς χαιρόντων Τιμοθέω τω επισκόπω υπό του προλεχθέντος Μακαδονίου συγκροτηθέντα, και δι’ ην αιτίαν συνεκροτείτο. Διά των υπηρετουμένων αυτώ θάτοον παρενέγκας παρόντων και πολιτικών αρχόντων εν τω επισκοπείω ηνάγκαζε τα της εν Χαλκηδόνι συνόδου αναθέματι υποβαλείν. Δεόμενος δε ο γέρων ταις εικόσι των κατοιχωμένων ιερέων Φλαβιανού και Ανατολίου των αρχιεπισκόπων εν Κωνσταντινουπόλει κεχρωματισμένων, δι’ ων η εν Χαλκηδόνι σύνοδος το κύρος εκτήσατο, εκραύγαζεν˙
Ει μη θέλετε αφήσειν τα της λελεγμένης αγίας συνόδου αναθεματίσαι, τας των επισκόπων εικόνας και των ιερών διπτύχων απαλείψαι…». (PG 86a,200C)

«Αυτόν τον Ιουλιανό τον γνωρίζουν μερικοί που αγαπούν τις ταραχές, τον οποίον ανέδειξε ο Μακεδόνιος, που αναφέραμε προηγουμένως, καθώς και για ποια αιτία τον ανέδειξε. Παρουσιάσθηκε λοιπόν στο επισκοπείο βιαστικά με τους υπηρέτες του στον επίσκοπο Τιμόθεο, ενώ ήταν παρόντες και πολιτικοί άρχοντες, και τον πίεζε να αναθεματίσει τα δόγματα της Χαλκηδόνας. Καθώς ο γέροντας προσευχόταν στις ζωγραφισμένες εικόνες των πεθαμένων ιερέων Φλαβιανού και Ανατολίου, αρχιεπισκόπων στην Κωνσταντινούπολη, μέσω των οποίων η σύνοδος της Χαλκηδόνας απέκτησε το κύρος της, άρχισε ο Ιουλιανός να κραυγάζει˙

Αν δεν θέλετε να εγκαταλείψετε τα δόγματα της λεγομένης αγίας συνόδου, να αναθεματίσετε τις εικόνες των επισκόπων και να τους διαγράψετε από τα ιερά δίπτυχα…».
(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 322-325)
***
Της Εκκλησιαστικής Ιστορίας Θεοδώρου δ’ τόμου.
«Υπό δε ταύτην την υπατείαν κατά τον μήνα Δεκέμβριον, έχοντα αυτόν τριακάδα και πέμπτην ημέραν, θαύμα φοβερόν και εξαίσιον πάσαν τε ακοήν ανθρώπων καταπλήττον γεγένηται. Ολύμπιος γαρ τις τούνομα Ευθυμίου του της Αρείου θρησκείας εξάρχοντος τον βαδιστή παραχορεύων εν τω λουτρώ του παλατίου Ελενιανών γενόμενος κατά τον προμαλάττοντα και θεασάμενος τινας των λουομένων την του ομοουσίου δόξαν σεμνύνοντας έφη αυταίς λέξεσιν ούτως˙
Τι γαρ εστιν η Τριάς; Ποίω δε τοίχω ουκ επιγέγραπται;
Και κρατήσας των εαυτού αναγκαίων έφη˙
Ίδε, καγώ τριάδα έχω,
Ώστε κινηθέντας τους εκεί ευρεθέντας μέλλειν αυτόν διαχειρίζεσθαι˙ αλλ’ εἰρχθησαν υπό τινος Μάγνου, πρεσβυτέρου των αγίων αποστόλων εν τω περιτειχίσματι, ανθρώπου θαυμαστού και τον Θεόν θεραπεύοντος, φήσαντος προς αυτούς, ως ουκ αν διαλάθη τον της παντεφόρου δίκης οφθαλμόν ακκριβεί λόγω γράφοντα.
Αιδοί δε του ανδρός της ταραχής παυσαμένων εξανέστη ο Ολύμπιος και τη εμβάσει των θερμών ως έθος χρησάμενος έξεισιν επί την των ψυχρών υδάτων δεξαμενήν, ήτις λαμβάνει τα ύδατα εκ πηγής τικτομένης μέσον του σεπτού θυσιαστηρίου του ευαγούς οίκου του πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ον εν παλαιοίς έκτισεν αξιώμασιν αρχοντικοίς διαλάμψας Αυρηλιανός˙ ενθένδε ηγούμαι θείας εποψίας το ύδωρ αξιούσθαι. Εν ή καταβάς θάττον επαναβαίνει κραυγάζων˙
Ελεήσατέ με, ελεήσατε,
Και κνήθων αυτού τας σάρκας των οστών απεμέριζε. Πάντες δε περί αυτόν γενόμενοι και κρατήσαντες, σινδόνι περιτυλίξαντες ανέκλιναν ψυχορραγούντα. Επηρώτων δε, τι αν είη το συμβάν˙ και φησιν ο Ολύμπιος˙
Άνδρα κατείδον λευχειμονούντα επιβάντα μοι κατά της νεροφόρου και τρεις σίκλας θερμού περιχέαντά μοι και λέγοντά μοι, Μη δυσφήμει.
Λαβόντες δε αυτόν φορείω οι αυτώ διαφέροντες μετεκόμισαν εν ετέρω λουτρώ προσκειμένω τη των Αρειανών εκκλησία. Θελόντων δε αυτών αποτυλίξαι την σινδόνα απ’ αυτού συνεξέπαιρον πάσας τας σάρκας αυτού, και ούτω νεκρωθείς απέδωκε το πνεύμα. Γνωστόν δε εγένετο τούτο σχεδόν καθ’ όλης της βασιλίδος. Εφήμιζον δε τινες περί του πεπονθότος, ως χρόνοις τισίν από της ομοούσιον δοξαζούσης θρησκείας εις την Αρείου μετεβαπτίσατο λατρείαν.
Επειδή δε το συμβεβηκός και ακοαίς βασιλέων επλησίασεν – Αναστάσιος δε ην -, επέτρεψεν εικόνι χρωματισθέν το τεράστιον ύπερθε της νεοφόρου καταπαγήναι. Ιωάννης δε τις διάκονος και έκδικος του προλεχθέντος ευαγούς οίκου Στεφάνου του των μαρτύρων πρώτου, ανήρ ει και τις άλλος ζήλον υπέρ του ομοουσίου δόγματος εκάστοτε ενδεικνύμενος και αυτός εικόνι κατέγραψεν, αλλ’ ουχ απλώς˙ των γαρ εκείσε λουομένων και θεασαμένων τα ονόματα κατέγραψε, και ένθα είη έκαστος οικών, έτι τε και των τοις ύδασιν υπηρετούντων. Μαρτυρεί δε η εικών άχρι του παρόντος πεπηγυία εν τω εμβόλω του τετραστόου του πολλάκις ειρημένου ευκτηρίου.
Επειδή δε τω θαύματι θαύμα επηκολούθησεν, ουχ όσιον παριδείν της αυτής υποθέσεως τυγχάνον, όπερ, ει και τον παρόντα καιρόν υπερήλθε, λέγειν ουκ οκνήσω. Θεασάμενοι γαρ οι της Αρείου συμμορφίας επικρατούντα θρίαμβον ελιπάρησαν και τον του παλατίου Ελενιανών την φροντίδα πεπιστευμένον ως εξάρχοντα και της του λουτρού διοικήσεως καθελόντα, κατακρύψαι την εικόνα. Ος πρ΄φασιν ευμήχανον ευράμενος την εκ των υδάτων προσγινομένην νοτίδα ως σκυλθείσαν την εικόνα αφελόμενος, φησίν, επί διορθώσει κατέκρυψεν. Ήν ο βασιλεύς, εγκυκλίους επιδημίας τελών εις έκαστον τόπον βασιλικόν, παραγενόμενος κακείσε την εικόνα επεζήτει˙ και ούτως αύθις τω τοίχω κατεπάγη. Παρά πόδας δε τον Ευτυχιανόν (τούτο γαρ ην όνομα τω διαιταρίω) ορ΄γη τις θεοδίκαστος παραλαβούσα τον μεν δεξιόν οφθαλμόν διαρρεύσαι πεποίηκε, κακίστως δε και τα λοιπά περισείουσα μέλη, προσπελάσαι παρασκεύασε τω ευαγεί ευκτηρίω ένθα πεπίστευται αναπαύεσθαι μέρος ιερών λειψάνων των θεσπίων Παντολέοντος και Μαρίνου, επικαλουμένου του τόπου Ομόνοια εκ του εκεί συνελθόντας τους εκατόν πεντήκοντα επισκόπους επί Θεοδοσίου του μεγάλου βασιλέως κοινήν τινα και συμπεφωνημένην διδασκαλίαν του τε ομοουσίου της θείας Τριάδος ποιήσασθαι και της ενανθρωπήσεως δε του Κυρίου τρανώσαι την εκ Παρθένου πρόσληψιν, ταύτην την επωνυμίαν τεκτήνασθαι. Ημέρας τε περίπου επτά προσκαρτερούντος και ονούντος ουδέν, αλλά και διαβρωθέντων αυτώ και των διδύμων, μεσούσης μιας των νυκτών ο λαχών υποδιάκονος την πανύχιον έχειν ορά κατ’όναρ βασιλέα τινά επιστάντα και τη χειρί υποδεικνύοντα τον ασθενή λέγειν˙
Πως υπεδέξω τούτουν;Τις δε ο ενταύθα αγαγών; Ούτος ο μετά των εις εμέ δυσφημούντων συμφραξάμενος. Ούτος ο κατακρύψας την εικόνα του θαύματος.
Διαναστάς δε ο κληρικός το οφθέν διηγήσατο, φήσας των αδυνάτων τυγχάνειν ιαθήναι τούτον της μάστιγος. Τη δε αυτή νυκτί ο Ευτυχιανός, ώσπερ εις ύπνον εκ των οδυνών υπαχθείς, ορά τινα νεανίαν ευνούχον παραγαυδίω λαμπρώ ημφιεσμένον λέγοντα αυτώ˙
Τι έχεις;
Ως δε
Αποθνησκω, έφη, κατατηκόμενος και θεραπείας μη τυγχάνων,
Ήκουε λέγοντος, ως
Ουδείς σοι δύναται βοηθήσαι˙ ο γαρ βασιλεύς δεινώς οργίζεται κατά σου.
Ο δε φησιν˙
Ει θέλεις ανεθήναι, άπιθι συντόμως εν τω λουτρώ Ελενιανών και εγγύθεν της εικόνος του καυθέντος Αρειανού αναπαύθητι.
Παραυτά δε διυπνίσας ένα των υπηρετούντων εφώνει. Εξεπλάγησαν δε˙ τριών γαρ ημερών ήδη παρελθουσών αφωνία συνείχετο. Και φησι προς αυτούς, απάγειν αυτόν κατά το προταχθέν διεκελεύσατο. Φθάσας δε τον τόπον και προς την εικόνα τεθείς εξέπνει. Την γαρ από σώματος διάστασιν της ψυχής ελευθερίαν ανέσεως ο οφθείς αγορεύων ηλήθευσεν» (PG 86a,221A-225C)
«Σε αυτή την υπατεία, στις τριάντα του μηνός Δεκεμβρίου, ημέρα Πέμπτη, έγινε ένα θαύμα φοβερό και εξαίσιο που κατέπληξε όλους τους ανθρώπους που το άκουσαν. Κάποιος, ονόματι Ολύμπιος, που οδηγούσε το άλογο του αρχηγού της θρησκείας των Αρειανών Ευθυμίου, φθάνοντας στο λουτρό του παλατιού των Ελενιανών, στο χώρο που γινόταν η προθέρμανση, και βλέποντας μερικούς από τους λουομένους να δέχονται τη διδασκαλία του ομοουσίου, είπε επί λέξει τα εξής˙
Τι είναι η Τριάδα; Σε ποιο τοίχο δεν είναι ζωγραφισμένη;
Και πιάνοντας τα απόκρυφά του είπε˙
Κοίτα, κι εγώ έχω τριάδα, σε σημείο που κινήθηκαν όσοι βρίσκονταν εκεί με σκοπό να τον σκοτώσουν. Αλλά εμποδίστηκαν από κάποιον Μάγνο, πρεσβύτερο του ναού των αγίων Αποστόλων που είναι στο περιτοίχισμα, άνθρωπο αξιοθαύμαστο και πιστό λειτουργό του Θεού, ο οποίος τους είπε ότι δε θα μπορέσει να αποφύγει το μάτι της θείας δικαιοσύνης, που τα βλέπει όλα και τα γράφει λεπτομερώς.
Αφού από σεβασμό προς τον άνδρα, σταμάτησε η οργή τους, σηκώθηκε ο Ολύμπιος και αφού μπήκε κι έκανε χρήση ου ζεστού νερού, όπως συνηθίζεται, βγήκε και τράβηξε στη δεξαμενή με τα κρύα νερά, η οποία παίρνει από πηγή που αναβλύζει μέσα από το σεπτό θυσιαστήριο του ευαγούς οίκου του πρωτομάρτυρα Στεφάνου, τον οποίο έκτισε τα παλιά τα χρόνια ο Αυρηλιανός, που διέπρεψε σε αρχοντικά αξιώματα˙ γι’ αυτό νομίζω πως το νερό έχει τη θεία επιστασία. Κατεβαίνοντας στη δεξαμενή αμέσως ξαναβγήκε φωνάζοντας,
Βοηθήστε με, βοηθήστε με
Και ξύνοντας τις σάρκες του τις ξεκολλούσε από τα κόκκαλα του. Έσπευσαν όλοι γύρω του, και αφού τον έπιασαν, τον τύλιξαν σε σεντόνι και τον ξάπλωσαν ενώ ψυχορραγούσε. Τον ρωτούσαν τότε τι ήταν αυτό που συνέβηκε, και ο Ολύμπιος είπε˙
Είδα έναν άνδρα ντυμένο στα λευκά ανεβασμένο στο λουτήρα να μου χύνει τρεις κουβάδες ζεστό νερό και να μου λέει˙ μη βλασφημείς.
Αφού τον πήραν με το φορείο οι ενδιαφερόμενοι γι’ αυτόν, τον μετέφεραν σε άλλο λουτρό, που ήταν κοντά στην εκκλησία των Αρειανών. Όταν όμως θέλησαν να του βγάλουν το σεντόνι, τράβηξαν μαζί και όλες τις σάρκες του κι έτσι πέθανε παραδίδοντας το πνεύμα. Έγινε τότε αυτό γνωστό σχεδόν σε όλη τη βασιλεύουσα.
Διέδιδαν μερικοί για τον παθόντα πως πριν από μερικά χρόνια είχε φύγει από την Εκκλησία που πρέσβευε το ομοούσιο και ασπάσθηκε τη δοξασία του Αρείου.
Όταν το γεγονός αυτό έφθασε στ’ αυτιά των βασιλέων – τότε βασίλευε ο Αναστάσιος -, διέταξε να ζωγραφισθεί σε εικόνα το θαυμαστό γεγονός και να κρεμασθεί σταθερά πάνω από τον λουτήρα. Κάποιος όμως Ιωάννης διάκονος και έκδικος του προαναφερθέντος περίλαμπρου οίκου του πρωτομάρτυρα Στεφάνου, άνδρας που έδειχνε ζήλο μεγαλύτερο από κάθε άλλον για το δόγμα του ομοουσίου, και αυτός το ζωγράφισε σε εικόνα, όμως όχι έτσι απλά˙ αλλά κατέγραψε και τα ονόματα όσων λούζονταν εκεί και είδαν το θαύμα, και που έμενε ο καθένας, καθώς και όσων υπηρετούσαν στα λουτρά! Το θαύμα αυτό το μαρτυρεί όμως και η εικόνα που είναι καρφωμένη μέχρι σήμερα στο έμβολο του προστώου του ναού που πολλές φορές αναφέρθηκε.
Επειδή αυτό το θαύμα το ακολούθησε και άλλο θαύμα, δεν είναι σωστό να το αντιπαρέλθουμε, μια και αναφέρεται στην ίδια υπόθεση, το οποίο, αν και ξεπέρασε τον καιρό μας, δε θα διστάσω να το διηγηθώ. Όταν είδαν οι οπαδοί της συμμορίας του Αρείου το θρίαμβο που επικρατούσε, παρακάλεσαν επίμονα εκείνον που είχε την φροντίδα του παλατιού των Ελενιανών, σαν προϊστάμενο και της διοικήσεως του λουτρού, να κατεβάσει και να κρύψει την εικόνα. Αυτός, βρίσκοντας εύκολη πρόφαση την υγρασία που δημιουργούσαν τα νερά, αφαίρεσε την εικόνα, επειδή τάχα είχε διαβρωθεί, και την έκρυψε για να αποκατασταθεί. Ο βασιλιάς όμως που πραγματοποιούσε τακτικές περιοδείες σε κάθε περιοχή της επικράτειάς του, όταν γύρισε από αυτές ζήτησε την εικόνα αυτή κι έτσι πάλι αναρτήθηκε στον τοίχο. Όμως Θεϊκή οργή παραλαβαίνει τον Ευτυχιανό (γιατί αυτό ήταν το όνομα του υπευθύνου), η οποία έκανε να λειώσει το δεξί του μάτι, αλλά και τα άλλα μέλη του να αρχίσουν να παραμορφώνονται, και τον ανάγκασε να καταφύγει στον περιώνυμο ναό, όπου πιστευόταν ότι αναπαυόταν μέρος από τα ιερά λείψανα των θεσπεσίων Παντολέοντα και Μαρίνου, στον τόπο που λεγόταν Ομόνοια, από το γεγονός ότι εκεί συνήλθαν οι εκατόν πενήντα επίσκοποι, όταν βασίλευε ο Θεοδόσιος ο μέγας, για να διατυπώσουν από κοινού και ομόφωνα τη διδασκαλία του ομοουσίου της θείας Τριάδος και να διατρανώσουν για την ενανθρώπηση του Κυρίου την εκ της Παρθένου πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης του, και από αυτό το γεγονός πήρε το μέρος εκείνο το όνομα αυτό. Και ενώ (ο Ευτυχιανός) προσκαρτερούσε επτά περίπου μέρες χωρίς να βλέπει ωφέλεια, αλλά αντίθετα καταστράφηκαν και τα απόκρυφα του, κατά το μέσον μια από τις νύχτες, ο υποδιάκονος που έτυχε να τελεί την παννυχίδα, βλέπει στο όνειρό του ένα βασιλιά να στέκεται και να δείχνει με το χέρι του τον άρρωστο λέγοντας˙
Πως τον δέχτηκες αυτόν; Ποιος τον έφερε εδώ; Αυτός είναι που μαζί με εκείνους που με βλασφημούν τάχθηκε εναντίον. Αυτός είναι που έκρυψε την εικόνα του θαύματος.
Σηκώθηκε τότε ο κληρικός και διηγήθηκε αυτό που είδε, λέγοντας πως είναι τελείως αδύνατο να θεραπευθεί αυτός από τη φοβερή μάστιγα. Την ίδια νύχτα ο Ευτυχιανός, σαν να κοιμήθηκε από τις οδύνες, βλέπει κάποιον νεαρό ευνούχο, ντυμένο με αστραφτερό χιτώνα, να του λέει˙
Τι έχεις;
Μόλις απάντησε,
Πεθαίνω λειώνοντας και δε βρίσκω θεραπεία,

τον άκουσε να λέει˙

Κανείς δεν μπορεί να σε βοηθήσει, γιατί ο βασιλιάς είναι φοβερά οργισμένος εναντίον σου.
Αυτός παρακάλεσε πάλι και είπε˙
Ποιον να βάλω ή τι να κάνω;
Κι εκείνος του απάντησε˙
Εάν θέλεις να βρεις ανακούφιση, πήγαινε γρήγορα στο λουτρό των Ελενιανών και αναπαύσου κοντά στην εικόνα του αρειανού που κάηκε.
Αφού ξύπνησε φώναξε αμέσως ένα από τους υπηρέτες˙ όλοι έμειναν κατάπληκτοι˙ γιατί είχαν περάσει τρεις μέρες χωρίς να μιλήσει. Τους είπε λοιπόν να τον μεταφέρουν εκεί που έλεγε η εντολή. Μόλις έφθασε εκεί και τοποθετήθηκε κοντά στην εικόνα, εξέπνευσε. Αποκαλώντας ο νέος που εμφανίσθηκε τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα ελευθερία και άνεση, έλεγε την αλήθεια».
(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 322-325)
***
Του οσίου Θεοφάνους ηγουμένου του Αγρού, Χρονογραφία

«Α.Μ. 5991. Ολύμπιος δε τις Αρειανός εν τω Ελενιανών βαλανείω λουόμενος δεινώς βλασφημήσας, ελεεινώς εν τη νεροφόρω τέθνηκεν˙ όπερ εν εικόνι εγράφη. Ευτυχιανός δε τις πρώτος των διαιταρίων δώροις πεισθείς υπό των Αρειανών, την ανατεθείσαν εικόνα του Ολυμπίου καθείλεν˙ και εξετάκη δεινώς το σώμα αυτού από της ημέρας εκείνης και απέθανεν». (CSHB, ed. Niebhur, Bonnae 1889, t.1 220.2)
«Έτος 498/9 μ.Χ. Και κάποιος Αρειανός Ολύμπιος λουόμενος στο δημόσιο λουτρό των Ελενειανών εβλασφήμησε φοβερά και απέθανε κατά τρόπον ελεεινό στη νεροφόρα. Αυτό αποτυπώθηκε σε μια εικόνα. Και κάποιος Ευτυχιανός αρχιδιαιτάρχης επείσθη με δώρα από τους Αρειανούς και έβγαλε την εικόνα του Ολυμπίου που είχε στηθεί εκεί. Και από την ημέρα εκείνη το σώμα άρχισε να λιώνει με φοβερό τρόπο. Και τελικά απέθανε». (μετ. αρχιμ. Ανανίας Κουστένης, Αρμός 2007, 383).
***
Του αγίου Σοφρωνίου Πατριάρχου Ιεροσολύμων, Βίος Μαρίας Αιγυπτίας της από εταιρίδων οσίως ασκησάσης κατά την έρημον του Ιορδάνου.
§ κγ’ «Τούτο τρις και τετράκις παθούσα τε και ποιήσασα, αποκαμούσα λοιπόν, και μηκέτι ωθείν και αντωθείσθαι ισχύουσα ( εγεγόνει γαρ μου το σώμα εκ της βίας κατάκοπον), και ενδούσα λοιπόν, ανεχώρησα και έστη εν τη γωνία της αυλής του ναού˙ και μόλις ποτε εν συνασισθήσει της αιτίας, της κωλυούσης με ιδείν το ζωοποιόν ξύλον, γεγένημαι. Ήψατο γαρ των οφθαλμών της καρδίας μου λόγος σωτήριος, υποδεικνύων μοι, ότι ο βόρβορος των έργων μου ην, ο την είσοδον κλείων μοι. Ηρξάμην δε κλαίειν, και οδύρεσθαι, και το στήθος μου τύπτειν, και στεναγμούς εκ βάθους της καρδίας μου ανάγουσα˙ κλαίουσα δε ορώ επάνω του τόπου εν ώ ιστάμην εικόνα της παναγίας Θεοτόκου εστώσαν, και φημί προς αυτήν ακλινώς ενατενίζουσα˙ Παρθένε Δέσποινα, η τον Θεόν Λόγον κατά σάρκα γενήσασα, οίδα μεν, οίδα ως ουκ έστιν ευπρεπές ουδέ εύλογον την ούτως με ρυπαράν ούσαν, την ούτως πανάσωτον, εικόνα καθοράν σου της Αειπαρθένου, σου, της αγνής, σου της σώμα και ψυχήν εχούσης καθαράν και αμόλυντον˙ δίκαιον γαρ εστιν εμέ την άσωτον υπό της σης καθαρότητος μισείσθαι τε και βδελύττεσθαι. Πλην επείπερ, ως ήκουσα, δια τούτο γέγονεν ο Θεός, ον εγέννησας, άνθρωπος, όπως καλέση αμαρτωλούς εις μετάνοιαν˙ βοήθησον την μόνη, και μη εχούση τινα προς βοήθειαν˙ επίταξον καμοί συγχωρηθήναι την είσοδον της Εκκλησίας εισελθείν˙ μη στερήσης με το ξύλον ιδείν, εν ώ κατά σάρκα προσπαγείς ο Θεός ον εγέννησας, το αίμα το ίδιον υπέρ εμού δέδωκεν εις αντίλυτρον˙ επίταξον, ώ Δέσποινα, καμοί την θύραν ανοιγήναι της θείας του σταυρού προσκυνήσεως, και σε δίδωμι τω εκ σου τεχθέντι Θεώ εγγυητήν αξιόχρεων, ως ουκέτι την σάρκαν ταύτην ενυβρίσω δι’αισχράς οιασδήποτε μίξεως, αλλ’ ηνίκα το ξύλον του σταυρού του Υιού σου θεάσομαι, κόσμω και τοις εν κόσμω πάσιν ευθύς απτάσσωμαι, και αυτίκα εξέρχωμαι, όπου δ’ αν αυτή, ως εγγυητής σωτηρίας, υποθής και οδηγήσης με». (PG 87c,3713B-C).
***
Μαρτύριο των Αγίων Ευσταθίου και Θεοπίστης και των τέκνων αυτών Αγαπίου και Θεοπίστου.
§ 3 «Εξελθόντος αυτού μία των ημερών επί τα όρη θηρεύσαι μετά του στρατοπέδου πάσης της θεραπείας αυτού κατά το σύνηθες, ώφθη αυτώ αγέλη ελάφων βοσκομένη, και διαστήσας κατά το σύνηθες τον στρατόν, εποιήσατο την κατά αυτών δίωξιν… περί την σύλληψιν των ελάφων, υπερμεγεθέστατος πάσης της αγέλης και …, όστις αποσπασθείς από της αγέλης, ώρμησε κατά του κρημνού εν δασυτέροις τόποις της ύλης, και δυσβάτοις χωρίοις˙ ον θεασάμενος ο Πλακίδας και επιθυμήσας συλλάβεσθαι αυτόν, καταλιπών πάντας, μετ’ ολίγων στρατιωτών κατεδίωκεν. Ατονισάντων δε πάντων των συνόντων αυτώ, μόνος προσεκατρέρει τη διώξει. Κατά πρόνοιαν δε του Θεού μήτε του ίππου αυτού ατονήσαντος, μήτε δε αυτού προς την δυσχέρειαν του τόπου αποκνήσαντος, επί πολύ δε καταδιώκων, μακράν ευρέθη του στρατοπέδου αυτού, ο δε έλαφος εκείνος καταλαβών ακρώρειαν πέτρας υψηλοτάτης έστη επάνω αυτής. Φθάσας δε πλησίον ο Στρατηλάτης, μηδενός συνόντος αυτώ, έστηκεν περισκοπών πάντοθεν ποίω τρόπω επιβλαβήται του ελάφου. Ο δε πάνσοφος και πανοικτίρμων Θεός, ο παντοίας οδούς προς σωτηρίαν ανθρώπων επινοών, αντιθηρεύει τούτον εν τη θήρα, ουχ ως Κορνήλιον δια του Πέτρου, αλλ’ ως Παύλον διώκοντα δια της ιδίας επιφανείας. Επί πολύ δε εστώτος του Πλακίδα, και ατενίζοντος μεν εις τον έλαφον, θαυμάζοντος δε αυτού το μέγεθος, και αμηχανούντος ποίω τρόπω επιλάβηται του ελάφου, δείκνυσιν ο Κύριος τεράστιον τοιούτον, ουκ απεικός ουδέ υπερβαίνον της αυτού δυνάμεως το μέγεθος˙ αλλ’ ώσπερ επί τω Βαλαάμ, λόγον ενθείς τη όνω, ήλεγξεν αυτού την άνοιαν, ούτως και ενταύθα δείκνυσι τούτον επί μεν των κεράτων του ελάφου τον τύπον του τιμίου σταυρού υπέρ την λαμπρότητα του ηλίου λάμποντα, μέσω δε των κεράτων την εικόνα του θεοφόρου σώματος, ην δια την σωτηρίαν ημών αναλαβείν κατεδέξατο, και φωνήν ανθρωπίνην ενθείς τω ελάφω, προσκαλείται αυτών λέγων˙» (Acta Sanctorum September 6, 124D-F)
***
Ιωάννου Μόσχου, Πνευματικός Λειμών
Κεφ. 45 «Διηγήσατο ημίν τις των γερόντων ότι˙ 
Έλεγεν ο αββάς Θεόδωρος ο Ηλιώτης, ότι ην τις έγκλειστος εις το όρος των Ελαιών, αγωνιστής πάνυ. Επολέμει δε αυτόν ο δαίμων της πορνείας. Εν μια ουν ως επέκειτο αυτώ σφοδρώς, ήρξατο ο γέρων αποδυσπετείν και λέγειν τω δαίμονι.
Έως πότε ουκ ενδίδως μοι; Απόστα λοιπόν, συνεγγήρασαί μοι.
Φαίνεται ουν αυτώ οφθαλμοφανώς ο δαίμων λέγων.
Όμοσόν μοι, ότι ουδενί λέγεις ά μέλλω σοι λέγειν και ουκ έτι σε πολεμώ.
Και ώμοσεν ο γέρων, ότι.
Μα τον κατοικούντα εν τοις ουρανοίς, ουκ είπω τινί, άπερ είπης μοι.
Λέγει αυτώ ο δαίμων.
Μη προσκυνήσης ταύτη τη εικόνι και ουκ έτι σε πολεμώ.
Είχε δε η εικών το εκτύπωμα της Δεσποινής ημών της αγίας Θεοτόκου Μαρίας βασταζούσης τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν». 
«Κάποιος από τους γέροντες μας διηγήθηκε τα εξής.
Ο αββάς Θεόδωρος ο Ηλιώτης έλεγε για κάποιον πολύ αγωνιστή, που ασκήτευε στο όρος των Ελαιώνων. Τον πολεμούσε ο δαίμονας της πορνείας. Μια μέρα λοιπόν, καθώς τον είχε επιτεθεί με μανία, ο γέροντας άρχισε να μην αντέχει άλλο και λέει στο δαίμονα.
Μέχρι πότε θα με τυραννάς; Φύγε πλέον, γιατί έχουμε γεράσει μαζί.
Του εμφανίζεται τότε ο δαίμονας μπροστά στα μάτια του, λέγονας.
Κάνε μου όρκο, ότι σε κανέναν δεν θα πεις αυτά που θα σου πω, και στο εξής δεν θα σε ξαναενοχλήσω.
Και ορκίστηκε ο γέροντας λέγοντας.
Μα αυτόν που κατοικεί στον ουρανό, σε κανέναν δε θα πω τίποτε από όσα μου πεις.
Ο δαίμονας του λέει.
Μη προσκυνήσεις αυτή την εικόνα και δεν σε ξαναπολεμώ.
Η εικόνα είχε πάνω τη μορφή της Δέσποινάς μας της αγίας Θεοτόκου Μαρίας, που βαστά τον Κύριό μας Ιησού Χριστό».
(μετ. Χρήστου Μήτσιου, ΕΠΕ, Φιλοκαλία, τ.2 σελ. 90-93)
*
Κεφ. 81 «Διηγήσαντο ημίν οι αυτοί πατέρες και τούτο, λέγοντες, ότι.
Εν ταις αυταίς ημέραις γυνή τις φιλόχρηστος εις τα μερη Απαμείας φρεαρ ώρυξε και πάμπολλα δαπανήσασα και βάθος πολύ κατελθούσα, ουχ εύρεν ύδωρ και εν πολλή αθυμία υπήρχε, και δια τον κόπον και δια τας δαπάνας. Εν μια ουν των ημερών θεωρεί η γυνή τινα αυτή λέγοντα.
Πέμψον και φέρε το ομοίωμα του αββά Θεοδοσίου του εις τον Σκόπελον και το ύδωρ δι’ αυτού ο Θεός παρέχει σοι.
Η δε γυνή ευθέως πέμψασα δύο ανθρώπους, έλαβε την εικόνα του αγίου και εχάλασεν αυτήν εις το φρέαρ. Και ευθέως και παραχρήμα εξήλθε το ύδωρ, ώστε το ήμισυ του λάκκου πληρωθήναι. Έφερον ουν ημίν οι διασώσαντες την εικόνα εκ του ύδατος και επίομεν και εδοξάζομεν πάντες τον Θεόν».
«Οι ίδοι πατέρες μας διηγήθηκαν και μας είπαν και αυτό.
Αυτές τις ημέρες κάποια φιλόχριστη γυναίκα άνοιξε ένα πηγάδι στα μέρη τη Απάμειας. Δαπάνησε παμπολλα και κατέβηκε σε μεγάλο βάθος, αλλά νερό δεν βρήκε˙ η στεναχώρια της ήταν μεγάλη και για τον κόπο και για τα έξοδα. Μια μέρα λοιπόν βλέπει η γυναίκα κάποιον να της λέει.
Στείλε και φέρε την εικόνα του αββά Θεοδοσίου από τον Σκόπελον, και ο Θεός μέσω αυτού θα σου δώσει νερό.
Η γυναίκα αμέσως τότε στέλνει δύο ανθρώπους, πήρε την εικόνα του αγίου και την έριξε στο πηγάδι. Και αμέσως αυτόματα βγήκε νερό, ώστε ο μισός λάκκος να γεμίσει. Μας έφεραν λοιπόν εκείνοι που έβγαλαν την εικόνα από το νερό, και ήπιαμε νερό και όλοι δοξάσαμε τον Θεό».
(μετ. Χρήστου Μήτσιου, ΕΠΕ, Φιλοκαλία, τ.2 σελ. 158-161)
*
Κεφ. 180 «Διηγήσατο ημίν ο οσιώτατος Δονύσιος, ο πρεσβύτερος και σκευοφύλαξ της των Ασκαλωνιτών αγιωτάτης Εκκλησίας, περί του αββά Ιωάννου του αναχωρητού, λέγων, ότι.
Όντως μέγας εν τη παρούση γενεά κατά Θεόν γέγονεν άνθρωπος και προς σύστασιν της αυτού προς Θεόν ευαρεστήσεως τούτο το θαύμα περί αυτού διηγείτο.
Εν σπηλαίω, φησίν ο γέρων εκάθητο εις τα μέρη Σοχούς του κτήματος από μιλίων μικρώ προς Ιεροσολύμων κ’ εικόνα δε είχε ο γέρων εν τω σπηλαίω αυτού της παναγίας αχράντου Δεσποινής ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, εν αγκάλαις φέρουσαν τον Θεόν ημών. Καθότι ουν εβούλετο απελθείν εις τόπον τινα ή εις ερήμους μακράς ή εις Ιερσόλυμα, προς το προσκυνήσαι τον άγιον σταυρόν και σεβαστούς τόπους, ή και εις το Σιναίον όρος, προς το εύχεσθαι και εις μάρτυρας αφεστώτας Ιεροσολύμων πολλοίς και μακροίς διαστήμασιν (ην γαρ φιλομάρτυς ο γέρων, και νυν μεν απίη προς τον άγιον Ιωάννην εις Έφεσον, νυν δε εις τον άγιον Θεόδωρον εις Ευχάιταν, και άρτι μεν εις την των Ισάυρων εις την αγίαν Θέκλαν εις Σελεύκειαν, άρτι δε εις τον άγιον Σέργιον εις Σαφάς˙ και ποτέ μεν εις τούτον, ποτέ δε εις εκείνον τον άγιον ώδευσεν), εσκευαζε την κανδήλαν και ήπτεν ως είχεν συνήθειαν και προς ικεσίαν στας και την πορείαν αυτώ κατευθυνθήναι τον Θεόν ικετεύσας, έλεγεν εις την Δέσποιναν, εις την εικόνα αυτής προσέχων.
Αγία Δέσποινα Θεοτόκε, επειδή οδόν μέλλω βαδίσαι μακράν, πολλών ημερών προθεσμίαν έχουσαν, της κανδήλας σου φρόντισον και μη σβεννυμένην αυτήν κατά την εμ΄ν πρόθεσιν φυλάξαι˙ εγώ γαρ την σην βοήθειαν συνοδοιπόρον έχων απέρχομαι.
Και ταύτα προς την εικόνα φήσας, εξήρχετο. Και την προτεθείσαν πορείαν ποιήσας υπέστρεφεν, ποτέ μεν δια μηνός, ποτέ δε δια δύο και τριών, έστι δε ότε και δια πέντε και έξι και ούτως εύρισκε την κανδήλαν εσκευασμένην τε και απτιμένην, καθάπερ αυτήν προς την οδοιπορίαν εξερχόμενος είασε, και ουδέποτε αυτήν αφ’ εαυτής σβεσθείσαν εώρακεν, ούτε εξ ύπνου ανιστάμενος, ούτε εξ αποδημίας επαναστρέφων, ούτε εξ ερήμου φοιτών εις το σπήλαιον».
***
«Μας διηγήθηκε ο οσιότατος Διονύσιος ο πρεσβύτερος και σκευοφύλακας της αγιοτάτης Εκκλησίας των Ασκαλωνιτών, για τον αββά Ιωάννη τον αναχωρητή, τα εξής. 
Ήταν πράγματι μεγάλος άνθρωπος ανάμεσα στην παρούσα γενιά του κόσμου˙ και για να φανερώσει την ευαρέσκεια του Θεού προς αυτόν, αυτό το θαύμα μας διηγούνταν για αυτόν.
Ο γέροντας έλεγε, μένει σ’ ένα σπήλαιο στα μέρη του χωριού Σοχούς, περίπου είκοσι μίλια μακριά από τα Ιεροσόλυμα. Είχε ο γέροντας μια εικόνα μέσα στο σπήλαιο της Παναγίας Αχράντου της Δέσποινάς μας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, κρατώντας στην αγκαλιά της το Χριστό. Κάθε φορά λοιπόν που ήθελε να πάει σε κάποιο μέρος ή σε μακρυνές ερήμους ή στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει τον άγιο Σταυρό και τους σεβαστούς τάφους, ή στο όρος Σινά για να προσευχηθεί, ή στους μάρτυρες που βρίσκονταν σε μεγάλη και μακρυνή απόσταση από τα Ιεροσόλυμα (γιατί ήταν ο γέροντας πολύ φιλομάρτυς και άλλοτε πήγαινε στον άγιο Ιωάννη στην Έφεσο, άλλοτε στον άγιο Θεόδωρο στα Ευχάιτα και άλλοτε στην μονή των Ισαύρων στην αγία Θέκλα στη Σελεύκεια, τελευταία πήγε στον άγιο Σέργιο στο Σαφάς˙ και πότε πήγαινε σ’ αυτόν και πότε σ’ εκείνον τον άγιο), ετοίμαζε κάθε φορά την κανδήλα και την άναβε όπως συνήθιζε, και αφού στεκόταν σε στάση προσευχής και ικέτευε τον Θεό να κατευθύνει τον δρόμο του, έλεγε στην Παναγία, έχοντας το βλέμμα στραμμένο στην εικόνα της.
Αγία Δέσποινα Θεοτόκε, επειδή έχω να περπατήσω δρόμο μακρυνό που διαρκεί πολλές μέρες, φρόντισε την καντήλα σου και φύλαξέ την άσβεστη σύμφωνα με την επιθυμία μου˙ εγώ φεύγω έχοντας συνοδοιπόρο την δική σου βοήθεια.
Αφού έλεγε αυτά στην εικόνα, έφευγε. Όταν τελείωνε το ταξίδι του και γύριζε, πότε μετά ένα μήνα, πότε μετά δύο και τρεις, έτυχε μάλιστα να γυρίσει και μετά πέντε και έξι μήνες, έβρισκε έτσι την καντήλα έτοιμη και αναμμένη όπως την άφησε πριν να φύγει και ποτέ δεν την είχε δει σβησμένη από μόνη της, ούτε όταν σηκωνόταν από τον ύπνο, ούτε γυρίζοντας από ταξίδι, ούτε όταν έμενε σε σπήλαιο μέσα στην έρημο».
(μετ. Χρήστου Μήτσιου, ΕΠΕ, Φιλοκαλία, τ.2 σελ. 356-359)
   
***
Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Προς τους αποβαλλομένους τας σεπτάς και αγίας εικόνας.

«Εκ του βίου της αγίας Ευπραξίας.

Λέγει η διάκονος τω κορασίω˙
Ύπαγε, κυρία μου, εις τον οίκον σου, ότι ου δύνασαι ώδε παραμείναι. Ουδέ γαρ δύναταί τις ώδε παραμείναι, εάν μη συντάξηται τω Χριστώ.
Λέγει αυτή τω κοράσιον˙
 Που εστιν ο Χριστός;
Η διάκονος επέδειξεν αυτή τον δεσποτικόν χαρακτήρα. Και στραφείσα λέγει τη διακόνω˙
Αληθώς καγώ τω Χριστώ συντάσσομαι και ουκέτι απέρχομαι μετά της κυρίας μου.
Και πάλιν αναστάσα η Ευπραξία και λαβούσα την θυγατέρα εαυτής παρέστησεν εις τον δεσποτικόν χαρακτήρα και, εκτείνασα τας χείρας αυτής εις τον ουρανόν, εβόησε μετά κλαυθμού˙
Κύριε Ιησού Χριστέ, σοι μελήσει περί του παιδίου, ότι σε επόθησεν και σοι παρέθετο εαυτήν.»
«Από το βίο της αγίας Ευπραξίας.
Λέει η διακόνισσα στο κορίτσι˙
Πήγαινε, κυρία μου, στο σπίτι σου, γιατί δεν μπορείς να μείνεις εδώ. Κανείς άλλωστε δεν μπορεί να μείνει εδώ, αν δεν συνταχθεί με το Χριστό.

Λέει τότε σ’ αυτήν το κορίτσι˙

Που είναι ο Χριστός;

Η διακόνισσα της έδειξε τη δεσποτική εικόνα. Και τότε το κορίτσι γυρίζοντας λέει στη διακόνισσα˙

Αληθινά συντάσσομαι κι εγώ με το Χριστό και δε φεύγω πια με την κυρία μου.
Και ξανασηκώθηκε η Ευπραξία και παίρνοντας τη θυγατέρα της την παρουσίασε στη δεσποτική εικόνα και απλώνοντας τα χέρια της στον ουρανό φώναζε κλαίγοντας˙
Κύριε Ιησού Χριστέ, συ να φροντίζεις για το παιδί, γιατί εσένα πόθησε και σε σένα παρέδωσε τον εαυτό της». 
(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 354-355)
***
Σωφρονίου μοναχού του σοφιστού, Διήγησις θαυμάτων των αγίων Κύρου και Ιωάννου των σοφών Αναργύρων.
«ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΕΙΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥΣ ΚΑΙ ΛΙΒΥΑΣ ΓΡΑΦΕΝΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ
ΛΣΤ’ Περί Θεοδώρου του υποδιακόνου ποδάγραν έχοντος

Λέξωμεν δε λοιπόν και την ρώσιν του σώματος δι’ ολίγων τον λόγον ποιούμενοι. Μετ’ ολίγας δε ταύτας τας ημέρας εκάθευδε και πάλιν παρεστώτας βλέπει τους μάρτυρας και συνοδεύειν αυτοίς επιτάττοντας. Ο δε σφίσι προθυμότερον είπετο˙ ήδει γαρ ουκ ακερδές το τοις αγίοις συνέπεσθαι. Ελθόντες ουν εις ναόν τέλειον, τω μεν είδει φοβερόν και υπέρλαμπρον, τω δε ύψει των ουρανών αυτών εφαπτόμενον, και είσω τούτου γενόμενοι μεγίστην εικόνα και θαυμασίαν εβλέπομεν, μέσον δε τον Δεσπότην Χριστόν γεγραμμένον χρώμασιν έχουσαν, την δέσποιναν Θεοτόκον ευώνυμον, και δεξιόν Ιωάννην τον Βαπτιστήν τον εκ κοιλίας σκιρτήμασιν αυτόν προμηνύσαντα, επεί και λαλών ένδον ων ουκ ηκούετο, και τινας του των αποστόλων και προφητών ενδόξου χορού και της μαρτυρικής ομηγύρεως˙ μεθ’ων ετύγχανον και αυτοί Κύρος και Ιωάννης οι μάρτυρες. Οι προ της εικόνος ιστάμενοι, τω Δεσπότη προσέπιπτον, γόνατα [Συνοδ. Τα γόνατα] κάμπτοντες, και τας κεφαλάς εις έδαφος φέροντες, και περί της του νέου θεραπείας πρεσβεύοντες. Ταύτα δε ην της πρεσβίας τα ρήματα˙

Δέσποτα φιλάνθρωπε, κελεύεις δώμεν και τούτω την ίασιν;
Ως δε πολλάκις εις γην προσκυνήσαντες και τους της ικετείας λόγους εκπέμψαντες, και ο Δεσπότης Χριστός ουκ επἐνευε, του πρεσβεύειν παυσάμενοι, κατηφείς και ολίγωροι προς εμέ, φησί, παραγίνονται, ου πολύ μακράν της εικόνος ιστάμενον˙ και πλησίον γενόμενοι,
Ωράς, φασί, ως ο Δεσπότης ου βούλεταί σοι δοθήναι την ίασιν; Αλλά μηδέ αθυμήσης˙ πάντως γαρ και προς σε ως και προς πάντας χρηστεύεται.
Και διαστάντες ωσεί μικρόν ημίωρον, πάλιν απελθόντες εδέοντο, και πάλιν άπρακτοι, φησίν, ανακάμπτουσιν κατηφείς ως και πρότερον, του Δεσπότου Χριστού μη κελεύοντος˙ και τα αυτά μοι πάλιν ελθόντες ειρήκασιν.
Το τρίτον δε πορευόμενοι,
Θάρσει, λέγουσιν˙ νυν γαρ πάντως την χάριν λαμβάνομεν˙ αλλά και συ ώσπερ ημάς οράς ικετεύοντας, συν ημίν ελθών τον Δεσπότην ικέτευε.
Και προς την εικόναν το τρίτον γενόμενοι, τοις προλαβούσι τρόποις εχρώντο και ρήμασι˙ και ως ώραν πολλήν εδεήθησςν, και κάτω κείμενοι, το Κελεύεις Δέσποτα, μόνον ανέκραζον, τότε και ο Χριστός σπλαγχνισθείς ως οικτείρμων επένευσε, και Δότε αυτώ, προς της εικόνος εφθέγξατο. Και χαμόθεν αναστάντες οι μάρτυρες, πρώτον μεν ευχαρίστουν Χριστώ τω Θεώ ημών ως της δεήσεως αυτών επακούσαντι˙ έπειτα δε χαίροντες και γαννύμενοι,
Ιδού, φασί προς εμέ, ο Θεός την χάριν εδωρήσατο. Είσελθε γουν εις Αλεξάνδρειαν, και εν τω μεγάλω τετραπύλω νήστις καθεύδησον, και μικρόν του της κανδήλας ελαίου της άνω προ της του Σωτήρος εικόνος απτομένης λαβών και εις ληκύθιον, πάλιν άγευστος τα ενθάδε κατάλαβε, και τούτω τους πόδας αλειψάμενος, της υγείας έξεις το δώρημα.» (PG 87c,3559D-3560C)
«Ας μιλήσουμε λοιπόν με συντομία και για την θεραπεία του σώματος. Ύστερα από λίγες ημέρες καθώς κοιμόταν βλέπει πάλι τους μάρτυρες να στέκονται μπροστά του και να τον προστάζουν να τους ακολουθήσει. Αυτός με πολύ προθυμία τους ακολούθησε˙ γιατί ήξερε πως δεν είναι ανώφελο ν’ ακολουθεί τους αγίους.
Αφού φθάσαμε λοιπόν σ’ ένα ναό τέλειο, φοβερό και υπέρλαμπρο στην εμφάνιση και στο ύψος, σαν να ακουμπούσε στους ουρανούς, μπαίνοντας μέσα είδαμε μια μεγάλη και θαυμάσια εικόνα που είχε στη μέση ζωγραφισμένο με χρώματα τον Δεσπότη Χριστό, αριστερά την Δέσποινα Θεοτόκο, και δεξιά τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, ο οποίος τον είχε προμηνύσει από την κοιλιά της μητέρας του με σκιρτήματα, επειδή και να μιλούσε, αφού ήταν μέσα, δεν θα ακουόταν, και μερικούς από την ένδοξη χορεία των αποστόλων και προφητών και από την ομήγυρη των μαρτύρων˙ μαζί μ’ αυτούς ήταν και οι μάρτυρες Κύρος και Ιωάννης, οι οποίοι στέκονταν μπροστά στην εικόνα και έπεφταν στο Δεσπότη λυγίζοντας τα γόνατα και, ακουμπώντας τα κεφάλια τους στο έδαφος, παρακαλούσαν για την θεραπεία του νέου. Τα λόγια της παρακλήσεως ήταν τα εξής˙
Φιλάνθρωπε Δέσποτα, προστάζεις να δώσουμε και σ’ αυτόν την θεραπεία;
Αφού αυτοί προσκύνησαν πολλές φορές σκύβοντας στη γη και απηύθηναν τα λόγια της ικεσίας, επειδή ο Δεσπότης Χριστός δεν συγκατένευσε, έπαψαν να παρακαλούν και έρχονται, λέει, λυπημένοι και κατηφείς σε μένα, που δε στεκόμουνα πολύ μακριά από την εικόνα. Και όταν ήρθαν κοντά μου μού λένε˙
Βλέπεις ότι ο Δεσπότης δε θέλει να σου δώσει τη θεραπεία; Αλλά μη στεναχωριέσαι˙ οπωσδήποτε και για σένα, όπως και για όλους, θα φανεί αγαθός.
Και αφού περίμεναν μισή ώρα περίπου, και πάλι πήγαν και παρακαλούσαν. Και πάλι, λέει, επιστρέφουν άπρακτοι, λυπημένοι και κατηφείς, όπως και πριν, επειδή ο Δεσπότης Χριστός δεν έδωσε εντολή. Και αυτά ήρθαν πάλι και μου τα είπαν. 
Πηγαίνοντας όμως για τρίτη φορά μου λένε˙
Έχε θάρρος, γιατί τώρα θα πάρουμε εξάπαντος τη χάρη˙ αλλά και συ έλα μαζί μας και ικέτευε το Δεσπότη, έτσι όπως βλέπεις να τον παρακαλούμε κι εμείς.
Και αφού ήρθαν για τρίτη φορά στην εικόνα, χρησιμοποίησαν τον ίδιο τρόπο, όπως και πριν, και τα ίδια λόγια. Και αφού παρακάλεσαν για πολλή ώρα, και πεσμένοι κάτω έκραζαν μόνο το Προστάζεις Δέσποτα, τότε ο Χριστός μας σπλαχνίσθηκε ως φιλανθρωπος και συγκατάνευσε και είπε προς την εικόνα˙ Δώστε του. Και αφού σηκωθήκαν από κάτω οι μάρτυρες ευχαριστούσαν το Χριστό το Θεό μας, επειδή άκουσε τη δέησή τους».
(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 347-351)
***

Νικηφόρου Μαγίστρου Αντιοχαίος, Βίος οσίου Συμεών του Νέου
«ρο’. Αμέλει και συμβάν τινι των ανά την Αντιόχου, ανδρί βαναύσω και αγοραίω, τους αναπνευστικούς αποφραγήναι πόρους δι’ ων το πνεύμα εισρεί τε και εκρεί διηθούμενον˙ συχνόν εκείνος τω πάθει συνεχόμενος χρόνον, και αποπνίγευσθαι ήδη νονμίζων, προσήλθε τω Συμεών˙ θεραπείας τα παρ’ αυτού τυχών, και οίκαδε αύθις επανελθών, ευγνωμοσύνης οιωνεί τι δείγμα, και τηλικαύτης ευεργεσίας απομνημόνευμα, εικόνα προ της αυτού φλιάς ανέστησε τω αγίω, φιλοτίμως ου φωτών μόνον, αλλά και παραπετασμάτων έχουσαν. Όπερ ιδόντας τους ασεβείς, και φθόνω τας ψυχάς αναζέσαντας, το οικείον αθροίσαι σύνταγμα, και κατά πλήθος επανελθόντας (ο Θεός όσα επονηρεύσαντο οι εχθροί κατά του αγίου σου!)˙ 
Αίρε τον τούτο δράσαντα, μέγα βοάν˙η εικών το τάχος καταβεβλήσθω.
Ο μεν ουν χειροτέχνης εκείνος, θειοτέρα δε πάντως οικονομία το πράγμα, ουκ έτυχε τηνικαύτα τω εργαστηρίω παρών˙ ή γαρ αν ουδέν του θορύβου χρηστόν απέλαυσε.
Ροα’. Πάντα δε κατά της εικόνος εκείνοι τον θυμόν τρέψαντες, επέτρεψαν ενί των της ίσης αυτοίς απιστίας στρατιωτών, δια τινος ανελθόντα κλίμακος, αυτήν καθελείν. Ο δε την άνοδον ως προστέτακτο θέμενος, ως ήδη και χείρας επιβαλείν επεχείρει, χείρων εκείνων, ας συ, Χριστέ βασιλεύ, επήρας επί τας υπερηφανίας αυτών, αθρόον εκείθε πτώμα χαλεπόν κατηνέχθη˙ ο ταις μεν των άλλων ψυχαίς ου μικρόν ενέσεισε δέος, τοις δε ασεβέσιν επί μάλλον τον φθόνον ηύξησε. Και δεύτερον άλλον αναγαγείν πειραθέντες, οίαν του προτέρου δειλίαν κατεγνωκότες, ως τα ίσα παθόντα μάλλον και αυτόν ή δράσαντα είδον, παραπλησίον τε τω προτέρω πτώμα κατενεχθέντα˙ μη και ταύτη γουν οι ασύνετοι συνιέντες, αλλά προς ούτω φανεράν αλήθειαν μυόντες ή τυφλώττοντες, προσέθεντο και τρίτον αναγαγείν. Επεί δε ταύτα τοις προλαβούσι και αυτώ συνέβη, και τας χείρας κατά της εικόνος εκτείνας, έλαθε καθ’ εαυτού μάλλον ώσπερ αυταίς χρησάμενος, και καταβληθείς, έκειτο και ούτος, πτώμα των προτέρων πολύ καταγελαστότερον, όσω μηδέ σωφρονισθείς ώφθη τω υποδείγματι. Οι μεν εντροπή καλυψάμενοι τας όψεις απήλθον, ελεεινοί της πείρας ελεεινότεροι της αποτυχίας˙ τους δε πιστούς φαιδρότης είχε, και χαράς αυτοίς επληρούτο το στόμα, και η γλώσσα μάλλον αγαλλιάσεως». (PG 86b,3144A-C).
***
Ιερωνύμου, πρεσβυτέρου Ιεροσολύμων
«Της γραφής ημών μηδαμού επιτρεπούσης υμίν προσκυνείν τον σταυρόν, τίνος χάριν λοιπόν αυτόν προσκυνείτε; Είπατε ημίν τοις Ιουδαίοις και Έλλησι και πάσι τοις επερωτώσιν υμάς έθνεσι.
Απόκρισις. Διά τούτο, ώ ανόητοι και αναιδείς τη καρδία, τάχα συνεχώρησεν ο Θεός παντί έθνει σεβομένω τον Θεόν πάντως προσκυνείν τι επί της γης έργον ανθρώπου υπάρχον, ίνα μηκέτι δύνωνται εγκαλείν τοις Χριστιανοίς περί του σταυρού και της των εικόνων προσκυνήσεως. Ώσπερ ουν ο Ιουδαίος προσεκύνει την κιβωτόν της Διαθήκης και τα δύο χερουβίμ τα χωνευτά και χρυσά και τας δύο πλάκας, ας ελάξευσε Μωσής, μηδαμού επιτραπείς υπό του Θεού ταύτα προσκυνείν ή ασπάζεσθαι, ούτω και οι Χριστιανοί ουχ ως Θεόν τον σταυρόν ασπαζόμεθα, αλλά δεικνύντες την της ψυχής ημών γνησίαν προς τον σταυρωθέντα διάθεσιν». (PG 40,865C-D)
«Εφόσον η Γραφή σας πουθενά δεν σας επιτρέπει να προσκυνάτε το σταυρό, για ποιο λόγο λοιπόν τον προσκυνάτε; Απαντήστε σε μας τους Ιουδαίους και Έλληνες και σ’ όλα τα έθνη που σας ερωτούν.
Απόκριση. Για το λόγο αυτό ασφαλώς, ανόητοι και αναιδείς στην καρδιά, επέτρεψε ο Θεός σε κάθε έθνος που σέβεται το Θεό να προσκυνά οπωσδήποτε κάποιο ανθρώπινο έργο που υπάρχει πάνω στη γη, για να μη μπορούν να κατηγορούν τους Χριστιανούς για την προσκύνηση του σταυρού και των εικόνων. Όπως λοιπόν ο Ιουδαίος προσκυνούσε την κιβωτό της Διαθήκης και τα δύο χερουβίμ τα χυτά και χρυσά, και τις δύο πλάκες που τις είχε λαξεύσει ο Μωυσής, χωρίς να του επιτραπεί από το Θεό να τα προσκυνά και να τα ασπάζεται, έτσι και οι Χριστιανοί, δεν ασπαζόμαστε το σταυρό ως Θεό, αλλά το κάνουμε δείχνοντας την ειλικρινή διάθεση της ψυχής μας προς εκείνον που σταυρώθηκε».
(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 340-341)
***

Αστερίου Αμασείας, Εις μαρτύριον της πανευφήμου μάρτυρος Ευφημίας έκφρασις.
«Πρώην μεν, ώ άνδρες, Δημοσθένην έχων εν χερσί τον δεινόν, και Δημοσθένους εκείνα, ένθα δη τον Αισχίνην πικροίς βάλλει τοις ενθυμήμασιν˙ εγχρονίσας δε τω λόγω, και πυκνωθείς την διάνοιαν, ανέσεως εδεόμην και περιπάτου, ώστε μοι λυθήναι μικρόν της ψυχής το πονούμενον. Προελθών δε του δωματίου, και ολίγα τοις γνωρίμοις συμβαδίσας επ’ αγοράς, εκείθεν εις το του Θεού τέμενος αφικόμην ευξόμενος εν σχολή. Ως δε και τούτου τυχών, ένα δη των υποστέγων δρόμων εβάδιζον, είδον εκεί γραφήν τινα, και με κατάκραν είλεν η θέα. Ευφράνορος αν είπες είναι το φιλοτέχνημα, ή τινος εκείνων των παλαιών, οι την γραφικήν ήραν εις μέγα, εμψύχους ολίγου δέοντος εργασάμενοι πίνακας. Δεύρο δ’, ει βούλει (και γαρ σχολή νυν διηγήματος), φράσω σοι την γραφήν. Ουδέ γαρ φαυλότερα πάντως των ζωγράφων [παιδες] οι μουσών παίδες έχομεν φάρμακα». (PG 40,334D-336A)
«Ο δε ζωγράφος ευσεβών και αυτός, δια της τέχνης κατά δύναμιν, πάσαν την ιστορίαν εν σινδίνι χαράξας, αυτού που περί την θήκην ιερόν ανέθηκε θέαμα. Έχει δε ώδε το φλοτέχνημα˙
Υψηλός επί θρόνου καθίδρυται δικαστής, πικρόν και δυσμενές βλέπων εις την παρθένον (οργίζεται γαρ, οτ’ αν εθέλη, καν ταις αψύχοις ύλαις η τέχνη). Δορυφόροι δε της αρχής και στρατιώται πολλοί˙ οι μεν, των υπομνημάτων υπογραφείσας δέλτους φέροντες και γραφίδας˙ ων θάτερος αναρτήσας από του κηρού την χείρα, βλέπει προς την κρινομένην σφοδρώς, όλον εκκλίνας το πρόσωπον, ώσπερ κελευόμενος αυτή γεγωνότερον λαλείν, ίνα μη κάμνων περί την ακοήν, εσφαλμένα γράφη και επιλήψιμα. Έστηκε δε η παρθένος εν φαιώ χιτώνι, και ιματίω την φιλοσοφίαν σημαίνουσα˙ ως μεν έδοξε τω γραφεί, και την όψιν αστεία˙ ως δε εμοί δοκεί, την ψυχήν κεκαλλωπισμένη ταις αρεταίς. Άγουσι δε αυτήν προς τον άρχοντα δύο στρατιώται, ο μεν έλκων επί το πρόσω, ο δε κατόπιν επείγων. Κεκραμένον της παρθένου το ήθος αιδοί και στερρότητι. Νεύει μεν γαρ εις γην, ώσπερ ερυθριώσα τας όψεις των αρρένων˙ έστηκε δε ακατάπληκτος, ουδέν πάσχουσα προς τον αγώνα δειλόν˙ ως έγωγε τους άλλους τέως επήνουν ζωγράφους, οτ’ αν εθεασάμην της γυναικός εκείνης της Κολχίδος το δράμα, όπως μέλλουσα τοις τέκνοις επιφέρειν το ξίφος, ελέω και θυμώ μερίζει το πρόσωπον, και θάτερος μεν των οφθαλμών την οργήν εμφανίζει, θάτερος δε την μητέρα μηνύει, φειδομένην και φρίττουσαν˙ νυν δε το θαύμα, απ’ εκείνης της εννοίας προς ταύτην μετατέθεικα την γραφήν. Και σφόδρα γε άγαμαι του τεχνίτου, ότι μάλλον έμιξεν των χρωμάτων, το ήθος, αιδώ τε ομού και ανδρείαν κεράσας, πάθη κατά φύσιν μαχόμενα. 
Προβαινούσης δε εις το πρόσω της μιμήσεως, δήμιοί τινες εν χιτωνίσκοις γυμνοί, ήδη είχοντο του έργου˙ και ο μεν δραξάμενος της κεφαλής, και ανακλίνας εις το κατόπιν, παρείχε το ετέρω ευτρεπές εις τιμωρίαν της παρθένου το πρόσωπον˙ ο δε παραστάς εξέκοπτε των οδόντων. Σφύρα δε και τέρετρον φαίνεται της τιμωρίας τα όργανα. Δακρύω δε το εντεύθεν, και μοι το πάθος επικόπτει τον λόγον. Τας γαρ του αίματος σταγόνας ούτως εναργώς επέχρωσεν ο γραφεύς, ώστε είποις αν προχείσθαι των χειλέων αληθώς, και θρηνήσας απέλθεις. Δεσμωτήριον μετά ταύτα, και πάλιν η παρθένος σεμνή εν τοις φαιοίς ιματίας κάθηται μόνη, εκτείνουσα τω χείρε προς ουρανόν, και καλούσα Θεόν επίκουρον των δεινών. Ευχομένη δε ταύτη φαίνεται υπέρ κεφαλής το σημείον, ο δη Χριστιανοίς προσκυνείσθαι τε πέφυκε και επιγράφεσθα, σύμβολον, οίμαι, του πάθους, όπερ αυτήν εξεδέχετο. Ευθύς γουν και μετ’ ολίγον, πυρ αλλαχού σφοδρόν ο ζωγράφος ανήψεν, ερυθρώ χρώματι, ένθεν και ένθεν επιλαμφθέντι, σωματοποιήσας την φλόγαν. Ίστησι δε μέσην αυτήν, τας μεν χείρας προς ουρανόν διαπλώσασαν, αχθηδόνα δ’ ουδεμίαν επιφέρουσα τω προσώπω˙ αλλά τουναντίον γεγηθυίαν, ότι προς την ασώματον και μακαρίαν εξεδήμει ζωήν. Μέχρι τούτου και ο ζωγράφος έστησε την χείρα, καγώ τον λόγον». (PG 40,336D-337C)
***
Νείλου του μοναχού, Επιστολή ΞΒ’, Ηλιοδώρω Σιλενταρίω.
«… Μόνος δε έν τινι αποκρύφω σπηλαίω κατακρυβείς ο πρέσβυς, τω πένθει ετρύχετο μη φέρων την στέρησιν του θεοφιλούς υιού, και τον δεσπότην κατεδυσώπει Χριστόν δια Πλάτωνος του πατριώτου μάρτυρος καμφθήναι προς οικτιρμούς˙ το δε αυτό και ο υιός δια του αυτού παναγίου μάρτυρος τον Θεόν παρεκάλει εν τη αιχμαλωσία δεδεμένος, καταλαήσαι αυτόν και εκτελέσαι θαύμα. Αμφοτέρων δε επακουσθέντων, του τε πατρός εν τω σπηλαίω του όρους, και του υιού εν τη αιχμαλωσία, ιδού εξαίφνης ο ημέτερος Πλάτων επιστάς, έφιππος φαινόμενος, έλκων τε και άλλον ίππον εύκαιρον, εμφανίζεται τω παιδί διαγρηγορούντι, και γνωρίζοντι τούτον εκ του πολλάκις τον χαρακτήρα του αγίου επί των εικόνων τεθεάσθαι. …»
«… Ο γέροντας που κρύφτηκε μόνος σε κάποιο απόκρυφο σπήλαιο, βασανιζόταν από το πένθος μη μπορώντας να υποφέρει την στέρηση του ευσεβούς γιου του, και καταπαρακαλούσε το Χριστό, μέσω του πατριώτη του μάρτυρα Πλάτωνα, να λυγίσει και να τον σπλαχνισθεί. Το ίδιο ακριβώς έκανε και ο γιος του, που, μέσω του ίδιου μάρτυρα, παρακαλούσε το Θεό, ενώ ήταν δεμένος στην αιχμαλωσία να τον καταλυπηθεί και να κάνει το θαύμα του. Και επειδή εισακούστηκαν και οι δυο, και ο πατέρας στο σπήλαιο του όρους Σινά, και ο γιος στην αιχμαλωσία, έρχεται ξαφνικά ο δικός μας Πλάτωνας έφιππος σύροντας και άλλο άλογο διαθέσιμο, εμφανίζεται στο παιδί που αγρυπνούσε και τον γνώριζε επειδή είχε δει πολλές φορές τη μορφή του αγίου στις εικόνες. …»
(Μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Φιλοκαλία, τ. 11Δ σελ. 508-509).