Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
ΠΕΡΙ ΑΡΕΤΗΣ    [Θ'] 

Πόσο ἐπιθυμῶ τήν ἀρετή· ἀλλ' αὐτό δέ μ' ἔχει μάθει
ποιά νά 'ναι αὐτή ἀλλά καί πώς θά φτάσει καί σ' ἐμένα
 πού τήν ποθῶ˙ ὁ ἀνεκπλήρωτος ὁ πόθος εἶναι πόνος.
 Ἄν εἶναι ρεῦμα καθαρό πού δέ σμίγει καθόλου
 μέ τά νερά τοῦ χειμώνα πού τρέχουν στίς χαράδρες,
 ποιός τήν ἀπάντησε στή γῆ, ρωτιέμαι. Ἤ ἔχει ἀντλήσει
 ἀπ’ τήν καρδιά τοῦ βόρβορον ἤ δέχτηκε, τή βαριά σάρκα
 σέρνοντας, καί ἀπ’ τό σκοτεινό θολωμένος ἐξωτερικό ἐχθρό
 της ζωῆς μας καί τό λασπερό βάραθρο.

Δέν ἦταν κάτι ταιριαστό, ἀφοῦ εἶμαι στάλα πού ἔπηξε
 καί κυλῶ μές στή ζωή πού κυλάει, νά μείνω ἔξω ἀπ’ τή ροή.
Μ' ἄν ἀσημένιο καθαρό δέν ἦταν ρεῦμα μόνο,
 ἡ ἀρετή θά ἦταν γιά τούς κατώτερους καί τό ἀνακάτωμα ἄκοσμο.
 Πῶς εἶναι ἀρετή αὐτό; νά μοῦ πεῖς. Γιατί κι ἐγώ
πότε ἀπό δῶ, πότε ἀπό κεῖ τή γοργή σκέψη στρέφω.
 Παγωμένο εἶναι τό χιόνι καί λαμπρό,
κόκκινη καί ζεστή ἡ φύση τῆς φωτιᾶς οὔτε σμίγουν
 αὐτά τά δύο. Καταλύεται ἡ δύναμή τους προτοῦ ἀναμιχθοῦν.
 Καί πώς ἔπεσε ντροπή στήν ἀρετή ἀσχημίζοντας τήν εἰκόνα,
τήν εἰκόνα τοῦ μεγάλου Θεοῦ ἡ κακοχάρη ἁμαρτία,
ἄν ἀληθινά εἶμαι Θεός καί κλῆρος δικός του καυχιέμαι ὅτι εἶμαι.
Ἀκούω καί τό ἥμερο ρεῦμα τοῦ Ἀλφειοῦ˙ μέσα ἀπό τήν πικρή
 θάλασσα κυλᾶ θαῦμα μεγάλο τό γλυκύ ρεῦμα καί δέν περνᾶ
 μέσα τοῦ τό μόλυσμα. Τοῦ ἀέρα μόλυσμα εἶναι ἡ θολούρα
καί ἡ ἀρρώστια στό σῶμα˙ τῆς ἀρετῆς, τό δικό μας σκοτάδι.
 Συχνά ἔβαλα φτερά στά πόδια γιά τά ἐπάνω ἀλλά, βαριά,
 πού μέ λιώνει φροντίδα μ’ ἔριξε κάτω συχνά πάλι
 μέ καταφώτισε τό ἅγιο φῶς τῆς θεότητας ἀλλά μπῆκε
 στή μέση ἕνα σύννεφο, κρύφτηκε ἡ μεγάλη λάμψη καί μέ σπάραξε
 ποῦ μου διέφυγε ἐνῶ ἤμουν κοντά˙ ποιός φθόνος; Μήπως νά ποθεῖται
πάντοτε ἀπό μένα ποθεῖ τῶν θνητῶν ὁ νόμος, ἤ τοῦτο καλύτερο
 εἶναι γιά μένα, μέ δυσκολία ν' ἀποχτήσω καί μέ δυσκολία νά φυλάξω,
 γιατί τοῦτο εἶναι τό μόνιμο, γιά ὅποιο κουράστηκε ὁ νοῦς. Συχνά πάλι
 τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ τή διάκριση ὁ ἐχθρός ἀποστέρησε
σάν ἀγρίμι παμπόνηρο ἐφαρμόζοντας σέ ἄλλα ἴχνη τά ἴχνη του,
 γιά νά παραπλανήσει μέ τούς δόλους τοῦ τόν κυνηγό τοῦ καλοῦ.

Σέ ἄλλο μέ σπρώχνει πού ἀγαπῶ ἡ σάρκα, σέ ἄλλο ἡ ἐντολή
 σέ ἄλλο ὁ Θεός, ὁ φθόνος σέ ἄλλο, σέ τοῦτο ὁ χρόνος σ' ἐκεῖνο ἡ ἱκανότητα˙
πράττω αὐτό πού μισῶ καί χαίρομαι μέ τίς παρανομίες μου.
Καί γελῶ μέ τό φοβερό θάνατο πού κλείνεται μέσα στά σπλάχνα μου,
 καγχάζοντας, κακοχαρά, γιατί κι ὁ ὄλεθρος εἶναι τερπνός.
 Τώρα σέρνεται χαμηλά, τώρα μετεωρίζεται˙ τήν ὕβρη περιφρονεῖ
 σήμερα, καί ὑβριστής γίνεται αὔριο, διαφορετικός σέ διαφορετικούς
 καιρούς σάν κανένα χταπόδι πού παίρνει τό χρῶμα τῆς πέτρας
χύνοντας θερμά δάκρυα, ἀλλά μαζί τους δέ χύθηκε ἡ ἁμαρτία˙
ἄλλα ἄφησα νά χυθοῦν κι ἄλλα ἀμέσως συναθροίζω μέσα μου
 γιά νέες ἁμαρτίες κι ἔχω ἀπορρίψει τά φάρμακα τῆς θεραπείας.

Εἶμαι παρθένος στό σῶμα, ἄν εἶμαι καί στό μυαλό δέν καλοξέρω.
Τό σῶμα σκεπάστηκε μέ τήν ντροπή  ἀλλά φέρθηκε μ’ ἀναίδεια ὁ νοῦς
βλέπει καθαρά τίς ξένες κακίες κι εἶναι τυφλός γιά τίς δικές του·
 οὐράνιος εἶμαι στίς σκέψεις ἀλλά γήινος στίς ἐπιθυμίες,
 γαλημένος καί εἰρηνεμένος ἀλλά ἄν κάποιος ἄνεμος
 φυσήξει, ἀκόμα καί μικρός, ὀρθώνομαι μέ ὁλοφούσκωτα
κύματα καί δέ σταματᾶ ὁ παφλασμός προτοῦ γίνει 
γαλήνη. Ἄν πέσει τότε ὁ θυμός δέν εἶναι μέγα θαῦμα.
Συχνά ἐνῶ καλοδρομίζω μέ ἄριστες ἐλπίδες
καί πιά ἁπλώνομαι πέρα ἀπό τό μέσο τῆς ἀρετῆς,
 ξαφνικά μέ ξαναφέρνει πίσω πάλι στήν ἀρχή
ὁ ὀλέθριος ἐχθρός καί βρίσκομαι πάλι νά πατῶ στήν ἄμμο
 πού μᾶς ξεγέλασε πιό μπροστά μέ ἀβέβαια βήματα.
Ἀνεβαίνω ἐγώ πάλι καί πάλι μέ πηγαίνει πίσω
περισσότερο ἀπό πρῶτα τό δύστυχο καί περπατῶ πάντα
καί  πάντα ὁ φόβος μου μεγάλος· λίγο προχώρησα κι ἀμέσως πίσω.
Μακρά εἶναι ἡ ζωή μου καί δέ θέλω τῆς ζωῆς μου
 τή λύση, ποθῶ τή θεραπεία πού ὡστόσο βρίσκεται μακριά μου·
σέ περισσότερες ἡμέρες μαζεύω περισσότερη κακία.
Γι' αὐτό γιά τό γένος μας ἄς ἰσχύει αὐτή ἡ σκέψη:
Πρώτη εἶναι ἡ καθαρή φύση τῆς Τριάδας κι ἔπειτα
οἱ ἄγγελοι˙ τρίτη ἐγώ ὁ θνητός, φύση ἀμφίβολη·
ἀνάμεσα στή ζωή καί στόν ἀπαίσιο θάνατο
στέκομαι, ἔχοντας πλουσιόδωρο τέλος ἀλλά ὅλο μόχθο,
 ἄν καί λίγο μόνο ἄνοιξα τήν πόρτα τῆς κακῆς ζωῆς.
 Ἔτσι ὁ Θεός ὅρισε νά εἶναι ὁ ἀγώνας τοῦ νοῦ μου.
 Ὁ ἄριστος εἶναι αὐτός πού μέσα σέ πλησμονή κακῶν
 κρατάει ἰσχνές εἰκόνες τῆς κακίας καί πρός τόν ἀνήφορο
 τρέχει μέ τή βοήθεια τοῦ μεγάλου Θεοῦ, ἀπό φλογερό ἔρωτα
 τῆς ἀρετῆς γεμάτος καί καταδιώκοντας καταπόδι τήν κακία.
 Κι ὅπως ρεῦμα ποταμοῦ πού ὁρμᾶ σέ ἄλλο ρεῦμα
τραχύ, θολό κι ἄγριο, ἄν ἀνακατωθεῖ,
 μέ τό ἀφθονότερο καθαρό νερό τοῦ σκεπάζει τό λασπόνερο,
νά ἡ ἀρετή τοῦ δίπλεχτου ἀνθρώπου, τό παραπάνω εἶναι τῶν οὐράνιων.
Κι ἄν κάποιος ἀπό ἐδῶ ἀκόμα εἶδε τό Θεό ἤ στό βασιλιά
ἔτρεξε σηκώνοντας ἀπό δῶ στόν οὐρανό τή βαριά σάρκα,
αὐτό εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, οἱ θνητοί ἄς περιορίζονται στό μέτρο.

λλά ἐμπρός ἄς ἀποθέσω στό νοῦ σου καί τοῦτο τό λόγο:
πώς θά φθάσεις στήν κορυφή τῆς μεγάλης ἀρετῆς,
 ἄν μόνη αὐτή εἶναι καθαρή θυσία στόν καθαρό. Δέν πιστεύω
ἐδῶ. Γιατί ἐδῶ στενοχωρεῖ τά μάτια πυκνός καπνός
κι εἴμ' εὐχαριστημένος ἄν τοῦ ξεφύγω ἔστω καί μέ πικρά δάκρυα.
Δέν ἔγινε τότε ἡ ἀρετή δῶρο μονάχα σ' ἐσένα τοῦ μεγάλου Θεοῦ
τιμώντας τήν εἰκόνα τοῦ ἀλλά εἶναι καί δική σου ἐπιθυμία˙
κι οὔτε εἶναι ἐπιθυμία σου μόνο, θέλει καί ἀνώτερη δύναμη,
 ὅπως οὔτε ἡ δική μου ὅραση εἶδε μόνη της ὅσα βλέπομε
 κι ἄς εἶναι καί πολύ δυνατή, χωρίς τή βοήθεια τοῦ μεγάλου Φαέθοντα
 Αὐτός ἔδωσε λάμψη στά μάτια, κι αὐτός φάνηκε σ' αὐτό.
Δύο εἶναι τοῦ μεγάλου Θεοῦ σχετικά μέ τά καλά ἔργα οἱ μοῖρες,
 ἡ πρώτη καί ἡ τελευταία καί μία εἶναι ἡ δική μου.
Ἐκεῖνος μ' ἔκανε δεκτικό του καλοῦ καί μοῦ ἔδωσε τή δύναμη γι' αὐτό.
 Κι ἐγώ δρομέας στή μέση του σταδίου ὄχι πολύ ἐλαφρός
τρέχω, ὄχι δίχως βραβεῖο, τεντώνοντας τά μέλη μου στά ἅλματα
ἔχοντας τό Χριστό πνοή μου, τό Χριστό δύναμη κι εὐτυχία θαυμαστή,
 πού καί τά μάτια μου καθαρίζει καί μοῦ ἐξασφαλίζει δρόμο καλό.
Χωρίς αὐτόν ὅλοι οἱ θνητοί εἶναι παιγνίδια μάταια,
εἶναι ζωντανοί νεκροί πού σκορποῦν ὀσμή ἁμαρτίας.

Εἶδες πουλί νά πετάει δίχως ἀέρα;
οὔτε κολυμπᾶ τό θαλασσοπλάνητο δελφίνι χωρίς νερό.
Ἔτσι καί χωρίς τό Χριστό ὁ θνητός δέν κάνει μήτε βῆμα.
Γι' αὐτό μή μᾶς κάνεις τό σπουδαῖο μήτε σ' ἐσένα
 νά στηρίζεις μέ τό νοῦ σου τή δύναμή σου κι ἄς εἶσαι πάνσοφος.
Μήτε βλέποντας κάποιον πιό χαμηλά νά σηκωθεῖς στά ὕψη
 σά νά ἔχεις νικήσει τούς πάντες καί βαδίζεις κοντά στό τέρμα.
 Μένει ἐδῶ ἀπ’ τό τέρμα ὅποιος δέ βλέπει τό τέρμα τῆς πορείας.
 Μήν τρομάζεις ὑπερβολικά μήτε νά εἶσαι ὑπερβολικά θαρραλέος·
 ἡ ἔπαρση σέ γκρέμισε στή γῆ, ἡ ἐλπίδα σέ σήκωσε στόν οὐρανό.
 Ὀργίζεται ὁ Θεός μέ τίς ὑπερβολικές περηφάνειες.
Πιάσε τοῦτο μέ τά χέρια σου, ἔλπιζε ἐκεῖνο, λύγιζε στό ἄλλο˙
νά, ἡ φρονιμάδα, νά ξέρεις τά ὅρια τῆς ζωῆς σου.

Εἶναι ἴσο κακό ν' ἀπελπίζεσαι γιά τά καλά
καί νά ἔχεις μεγάλο θάρρος ὅτι τό ἄριστο εἶναι εὔκολο. 
Καί μέ τό ἕνα καί μέ τό ἄλλο βάζεις στό νοῦ σου κακές διακοπές τῆς πορείας σου· 
πάντοτε τεντωμένο στά χέρια σου τό τόξο ἄς σκοπεύει τό στόχο.
Μήτε πέρα ἀπό τήν ἐντολή τοῦ μεγάλου Χριστοῦ νά χτυπᾶς,
μήτε πιό δῶ· δέν πετυχαίνεις τό στόχο οὔτε ἔτσι οὔτ' ἀλλιῶς.
Καί τό παραπάνω συχνά εἶναι ἄχρηστο, ὅταν καινούργια
δόξα ποθώντας ρίχνομε μέ παρατεντωμένο τόξο.
Ἄν μεγαλοφρονεῖς θά σού θυμίσω πώς ἦρθες στή ζωή.
Τί ἤσουν πρωτύτερα, μέ ποιά μορφή κρυβόσουν στά σπλάγχνα
καί τί θά εἶσαι ἀργότερα˙ σκόνη καί τροφή τῶν σκουληκιῶν
μήν ἔχοντας στούς νεκρούς τίποτα παραπάνω ἀπό τόν πιό ἀσήμαντο.

ν ταπεινοφρονεῖς, ἔχεις γίνει τοῦ Χριστοῦ πλάσμα
καί πνοή καί σεβαστό μέρος ἐκείνου πού σ' ἔπλασε˙
εἶσαι οὐράνιος κι ἐπίγειος, Θεός πού ἔγινες καί εἶσαι ἔργο ἀΐδιο,
 μέ τοῦ Χριστοῦ τά πάθη βαδίζοντας σέ ἄφθαρτη δόξα.
Γι' αὐτό μή χαρίζεσαι στό σῶμα, νά μήν ἀγαπᾶς
τά περιττά της ζωῆς αὐτῆς ἀλλά νά τό κάνεις ὡραῖο ναό.
Ὁ θνητός εἶναι ναός τοῦ μεγάλου Θεοῦ πού τόν ἔπλασε
καί κινεῖται ἀπό τή γῆ καί βαδίζει πάντα πρός τόν οὐρανό.
 Αὐτόν ἐγώ παρακαλῶ νά τόν διατηρεῖς εὐωδιαστό
μέ κάθε πράξη σου καί λόγο καί νά ἔχει πάντα μέσα τό Θεό,
ἄριστο πάντοτε, πραγματικό ὄχι φαινομενικό.
Μή κοκκινοβαμμένο, πολύχρωμο καράβι, πού ἀστράφτει
ἀπό ψεύτικη ὀμορφιά, μή ρίξεις στήν πλάτη τῆς θάλλασας
ἀλλά καλοκάρφωτο, καλοτάξιδο, στέρεα δεμένο
ἀπό τά χέρια τοῦ ναυπηγοῦ, πού πετάει γοργά στά κύματα.

ς προχωρεῖ καθένας μπροστά κι ὅλοι νά κρατιέστε ἀπό τό Θεό
καί ὁ σοφός κι ὁ δυνατός κι ὁ πλούσιος κι ὁ ἀναγκασμένος,
τό Θεό, τήν ἀκλόνητη ἄγκυρα. Ἀπό κεῖ ἄς δέσουν τά σκοινιά
ὅλοι καί πιό πολύ ἐγώ πού κάθομαι σέ θρόνο ὑψηλό,
ὁδηγώντας μέ τίς θυσίες μου τό λαό στόν οὐρανό, πού ἔχω τόσο βάρος˙
ὅταν προσβάλλω τό Χριστό μέ μαυρισμένη ψυχή,
πόση δόξα ἀποχτῶ ὅταν πλησιάζω τή θεότητα.
Γιατί τά μέτρα τοῦ Θεοῦ τ' ἀκολουθοῦν καί τά μέτρα τῆς ζωῆς
κι ὅπως πάλι εἶναι τά μέτρα τῆς ζωῆς εἶναι καί τοῦ Θεοῦ τά μέτρα.
Ἔτσι ἄν φρονεῖς κυβερνᾶς ἐδῶ σίγουρη τή ζωή σου
τώρα κι ἔπειτα μαζί μέ τήν ἀνώτερη ἀκολουθία τοῦ Θεοῦ,
ὅποτε θά διαλυθεῖ ὁ ἴσκιος τῆς ζωῆς αὐτῆς μέσα στό φῶς τῆς ἡμέρας.

ΑΡΧΑΙΟΝ ΚΕΙΜΕΝΟΝ

Τήν ἀρετήν ποθέω μέν, ἄταρ τάδε μ' οὐκ ἐδίδαξεν,
ἤτις δή τελέθει, καί ὀππόθεν ἴξετ' ἔμοιγε,
 καί μάλα πέρ ποθέοντι. Πόθος δ' ἀτέλεστος, ἀνίη.
Εἰ μέν δή καθαρός τελέθει ρόος, οὐκ ἐπιμικτος
ὕδασι χειμερίοισι, χαραδραίοισι τ' ἀναύροις,
δίζημ' ὅς μίν ἔτετμεν ἐπί χθονός. Ἤ γάρ ἀνέσχε
βόρβορον ἐκ κραδίης, ἤ δέξατο, σάρκα βαρείαν
ἕλκων, καί ζοφόεντι θολούμενος ἔκτοθεν ἐχθρῶ
ζωῆς ἡμετέρης, καί ἰλυόεντι βερέθρω.

Οὐδέ γάρ ἦεν ἐοικός, ἐπεῖ ρύσις εἰμί παγεῖσα,
καί ρευστοῦ βιοτοιο διεκρέω, ἔμμεν' ἄρευστον.
 Εἰ δ' οὐκ ἀργύρεος πάντη ρόος, ἄλλ' ἐπιμικτος
ἔστι χειροτέροις ἀρετή, καί μίξις ἄκοσμος,
πῶς ἀρετή τελέθει, τάδε φράζεο. Καί γάρ ἔγωγε
τή καί τή νόον ὠκύν ἐπί στήθεσσιν ἑλίσσω.
Ψυχρή μέν χιόνος φύσις ἐπλετο, ἀργυρέη τέ·
ξανθή δ' αὖ  θερμή τέ πυρός φύσις, οὐδ' ἐπιμικτα
ταῦτα πέλει. Ἐλύθη δέ βίη πάρος, ἤ ἀνεμίχθη.
Τή δ' ἀρετή πῶς αἶσχος ἐπήλυθεν εἰκόν' ἀτίζον,
εἰκόνα τήν μεγάλοιο Θεοῦ, κακοχαρτος ἁμαρτᾶς,
 εἰ ἐτεόν Θεός εἰμι, λάχος δέ σόν εὔχομαι εἶναι.

Πυνθάνομ' Ἀλφειοῖο καλόν ρόον, ὡς διά πικρῆς
ἔρχεθ' ἀλός, μέγα θαῦμα, γλυκύς ρόος, οὐδ' ἐπιμικτος
 ἡ λώβη τελέθει. Λώβη δέ τέ ἠέρος ἀχλύς,
καί νοῦσος μελέων ἀρετῆς δέ τέ, ἡμετέρη νύξ.
Πολλάκι ταρσόν ἄειρα πρός αἰθέρα, καί μέ βαρεία
τηκεδανή τέ μέριμνα χαμαί βάλε, πολλάκι δ' αὖτε
αὐγασάμην θεότητος ἁγνόν φάος, ἀλλά μέσον τί
ἦλθε νέφος, κρύφθη δέ σέλας μέγα, καί μ' ἐδάϊξεν,
ὡς φύγεν ἐγγύς ἔοντα. Τίς ὁ φθόνος; ἤ ποθέεσθαι
αἰέν ἐμοί ποθέει θνητοῦ νόμος, ἤ τόδ' ἄμεινον
ἔστιν ἐμοί, μόχθω μέν ἐλεῖν, μόχθω δέ φυλάξαι,
 τοῦτο γάρ ἐμπεδόν ἐστιν, ὁ νοῦς κάμε. Πολλάκι δ' αὖτε
ἐσθλού τ' ἠδέ κακοῖο διάκρισιν ἐχθρός ἄμερσεν,
 ὡς θήρ κερδαλέος τίς ἐπ' ἴχνεσιν ἴχνια βάλλων,
ὡς κέν θηρητήρα καλοῦ πλάξειε δόλοισιν.

λλο τί σάρξ μέν ἀνωξεν ἐμοί φίλον, ἄλλο δ' ἐφετμή,
ἄλλο θεός, φθόνος ἄλλο, χρόνος τό μέν, ἄλλο τί δ' αἰών.
Ἐρδω δ', ὁ στυγέω, καί ἀμφιγέγηθα κακοίσι.
Καί γελόω μόρον αἰνόν ἐνί σπλάγχνοισιν ἐμοίσι,
Σαρδάνιον, κακοχαρτον, ἐπεῖ καί τερπνός ὄλεθρος.
Νῦν χθαμαλός, νῦν αὖτε μετήορος, ὕβριν ἀτίζων
σήμερον, ὑβριστής δ' ἄρ' ἔς αὔριον ἄλλος ἐν ἄλλοις
καιροῖς, πουλυπόδης τίς ἐειδόμενος χρόα πέτραις,
δάκρυα θερμά χέων, ἡ δ' οὐ συνέρευσεν ἁμαρτᾶς.
Καί τά μέν ἐξεκένωσα, τά δ' ἔνδοθεν αὔθις ἀγείρω
ἄλλαις ἀμπλακίησιν, ἄκους δέ τέ φάρμακα ρίψα.
Σάρκεσι παρθένος εἰμί, καί εἰ φρεσίν, οὗ σάφα οἶδα.

Αἰδώς ὄμμ' ἐκάλυψε, νόος δ' ἀνένευσεν ἀναιδής,
 ὀξυφαής ξείνοισι κακοῖς, ἴιδιοις δέ τ' ἀφεγγής.
 Οὐράνιος μύθοισιν, ἐπιχθόνιος πραπίδεσσιν
εἰμί, γαληνιόων τέ, καί εὔδιος· εἰ δ' ἄρ’ ἀήτης
καί τυτθός πνεύσειεν, ἀνίσταμαι οἰδαλέοισι
 κύμασιν, οὐδ' ἀπέληξε ρόθος πάρος, ἠέ γενέσθαι
νηνεμίην. Τῆμος δέ πεσεῖν χόλον, οὗ μέγα θαῦμα.
 Πολλάκι δ' εὐδρομέοντα σύν ἐλπωρήσιν ἀρίσταις,
 ἤδη καί μεσάτης ἀρετῆς ὑπερεκτείνοντα,
ἐξαπίνης παλίνορσον ὑπό προπόδεσσιν ἔθηκεν,
 ὡς τέ κατά ψαμάθοιο φέρων πόδα λοίγιος ἐχθρός,
 κλεπτομένης προπάροιθεν ὑπ' ἴχνεσιν ἀστατέουσιν
 αὔθις ἀνέρχομ' ἔγωγε, καί ἔμπαλιν ἔρχομ' ὀπίσσω.
 Πλεῖον ἔτ' ἤ τοπάροιθε δυσάμμορος, αἰέν ὁδεύων,
αἰέν ἔχων μέγα τάρβος, ἔβην μόγις, ὤκα δ' ὄλισθον.

Μακρός μοί βίος ἐστι, καί οὐκ ἐθέλω βιότοιο
λύσιν, ἄκος ποθέων, ἄκος δέ τέ τήλ' ἄπ' ἐμεῖο,
ἤμασι πλειοτέροισι πλέον κακότητος ἀγείρων.
 Τούνεκεν ἡμετέρα γενεή τόδε δόγμα πεπήχθω·
 πρώτη μέν Τριάδος καθαρή φύσις· αὐτάρ ἔπειτα,
ἀγγελική· τριτάτη δ' ἄρ' ἐγώ βροτός, ἀμφιτάλαντος, 
μεσσηγύ ζωῆς τέ καί ἀργαλέου θανάτοιο
 ἐστηῶς, ἐρίδωρον ἔχων τέλος, ἀλλ' ἐπίμοχθον,
 εἰ καί μικρόν ἔωξα κακοῦ βιοτοιο θύρετρα.
 Ὧδε θεός γάρ ἀνωξεν ἐμῆς φρενός ἔμμεν' ἄεθλον.
 Κεῖνος δ' ἐστίν ἄριστος, ὅς ἕν πλεόνεσσι κακοίσι
 βαιά φέρει κακίης ἰνδάλματα, καί πρός ἀναντες
 σπεύδει σύν μεγάλοιο Θεοῦ χερί, θερμόν ἔρωτα
 τῆς ἀρετῆς φορέων, κακίης δέ τέ νῶτα διώκων.
 Ὡς τέ ρόος ποταμοῖο βιωμένος ἄλλο ρέεθρον
τρηχαλέον, θολερόν τέ καί ἄγριον, εἰ δέ μιγείη,
 κρυπτῶν πλειοτέρω καθαρῶ ρόον ἰλυόεντα
ἤδ' ἀρετή πλεκτοῖο, τό δέ πλέον οὐρανιώνων.
 Εἰ δέ τίς ἐνθᾶδ' ἐῶν Θεόν ἔδρακεν, ἤ πρός ἄνακτα
ἔδραμε σάρκα βαρείαν ἔς οὐρανόν ἔνθεν ἀείρας,
 τοῦτο Θεοῦ γέρας ἐστι. Βροτοῖς δέ τέ μετρ' ἐπικείσθω.
Εἰ δ' ἄγε τοι καί τοῦτον ἐγώ λόγον ἐν φρεσί θήσω,
 πῶς κέν τῆς μεγάλης ἀρετῆς ἐπί τέλσον ἴκηαι,
 ἤ μούνη καθαρῶ καθαρόν θύος. Οὐ μέν οἴω
ἐνθάδε. Πουλύχοος γάρ ἐπ' ὄμμασιν ἐνθάδε καπνός,
στέργω δ', εἰ κέν ἔπειτα λίπω κακά δακρυόεντα.
Οὐκ οἶον μεγάλοιο Θεοῦ τότε δῶρον ἐτύχθη,
 εἰκόνα πέρ τίοντος, ἐπεῖ καί σεῖο μενοινής,
οὔτε σέο φρενός οἶον, ἐπεῖ καί κρείσσονος ἀλκῆς,
ὡς οὐδ' ὄψις ἔμοιγε μόνη θηήσατο λευστά,
καί μάλα δερκομένη πέρ, ἑκάς μεγάλου Φαέθοντος·
αὐτός δ' ὄμματ' ἔλαμψε, καί ὄμμασιν αὐτός ἐφάνθη.
Δοιαί μέν μεγάλοιο Θεοῦ πρός κρείσσονα μοῖραι,
πρώτη θ' ὑστατίη τέ, ἴη δέ τέ καί παρ' ἐμοῖο.
 Κεῖνος δεκτόν ἔθηκε καλοῦ, καί κάρτος ὀπάζει.
 Αὐτός δ' ἐν μεσάτω σταδιηδρόμος οὗ μάλ' ἐλαφρός
 ἔρχομαι, οὐκ ἀγέραστος, ἐν ἄλμασι κῶλα τιταίνων
 Χριστόν ἔχων πνοιήν, Χριστόν σθένος, ὄλβον ἀγητόν,
ὅς μέ καί ὠπήεντα καί εὐδρομέοντα τίθησι.
 Κείνου δ' ἐκτός, ἅπαντες ἐτώσια παίγνια θνητοί,
καί νέκυες ζώοντες, ὀδωδότες ἀμπλακίησιν.
Οὐδέ γάρ ἠέρος ἐκτός ἴδες πωτώμενον ὄρνιν,
 οὐδέ μέν ὕδατος ἐκτός ἀλίδρομος ἑπτατο δελφίς.
Ὡς οὐδέ Χριστοῖο δίχα βροτός ἴχνος ἀείρει.
Τῷ μή μοί λίην μεγαλίζεο, μηδ' ἐπί σεῖο
κάρτος ἔχειν πραπίδεσσι, καί εἰ μάλα πάνσοφος εἴης.
Μηδέ τιν' εἰσορέων χθαμαλώτερον ὑψόσ' ἀερθῆς,
 ὡς πάντων κρατέων, καί τέρματος ἄσσον ἐλαύνων.
 Τέρματος ἐντός ἔμεινεν, ὅς οὐκ ἴδε τέρμα πορείης.
 Λίην μή τρομέειν, λίην δέ τέ μή βλεμεαίνειν.
 Εἷς γῆν ὕψος ἔθηκεν, ἔς οὐρανόν ἐλπίς ἄειρε,
 καί ρ' ὑπεροπλίησι Θεός κοτέει μεγάλησι.
Μάρπτε τό μέν χείρεσσι, τό δ' ἔλπεο, τῷ δ' ὑποεικε·
 καί τό σαοφροσύνης, μέτρ' ἴδμεναι ἤς βιοτῆτος.
Ἴσον τί κακόν ἔστιν ἀπ' ἐλπίδος ἐσθλᾶ τίθεσθαι,
 καί μέγα θάρσος ἔχειν, ὡς εὐπετές ἔμμεν' ἄριστον.
 Ἀμφοτέρως κέν ὀδοῖο κακήν στάσιν ἕν φρεσι θείης.
 Αἰεῖ σοί τό βέλεμvov ἐπίσκοπον ἐν χερί κείσθω,
 μηδέν ὑπερπέμπειν Χριστοῦ μεγάλοιο ἐφετμῆς,
μηδέ μέν ἐντός ἄγειν, ἀβλῆς σκοπός ἀμφοτέρωθεν.
 Πολλάκι καί τό περισσόν ἀχρήϊον, εὖτε νέοιο
Κύδεος ἰμείροντες, ὑπερτονα τοξεύοιμεν.
Ἤν μεγαλοφρονέης, μνήσω σ' ὅθεν ἔς βίον ἦλθες,
 τίς μέν ἔης τοπάροιθε, τίς ἕν σπλάγχνοισιν ἐκεύθου,
 τίς δ' ἄρ' ἔση μετέπειτα, κόνις, καί σητός ἐδωδή,
 μηδέν ἀκιδνοτάτοιο φέρων πλέον ἐν νεκύεσσιν.
Ἤν χθαμαλοφρονέης, πλάσμα Χριστοῖο τέτυξαι,
 καί πνοή, μοίρη τέ σεβάσμιος, ἔνθεν ἐπήχθης,
 οὐράνιος, χθόνιος, τυκτός θεός, ἔργον ἄληστον,
 τοῖς Χριστοῦ παθέεσσιν ἔς ἄφθιτον εὖχος ὁδεύων.
Τούνεκα μή σάρκεσσι χαρίζεο, μή τά περισσά
τοῦδε βίου φιλέειν, νηόν δέ τέ λώονα τεύχειν.
 Νηός γάρ μεγάλοιο Θεοῦ βροτός, ὅνπερ ἔτευξε
κινύμενος γαίηθεν, ἔς οὐρανόν αἰέν ὁδεύων.
 Τόν πέρ ἐγώ κέλομαι σέ θυώδεα πάσι φυλάσσειν
 ἔργμασιν ἠδέ λόγοισιν, ἀεί Θεόν ἐντός ἔχοντα,
 αἰέν ἄριστον ἐόντα, ἐτήτυμον, οὗ δοκέοντα.
Μή ναῦν μιλτοπάρηον, εὔχροον, ἤ παρασήμοις
κάλλεσιν ἀστράπτουσαν ἄγειν ἐπί νῶτα θαλάσσης,
 ἀλλ' ἐσθλήν γόμφοισιν, εὔπλοον, εὖ ἀραρυίαν
χείρεσι ναυπηγοῖο, δί' οἴδματος ὤκα φέρουσαν.

Πᾶς μέν προπάροιθε, Θεοῦ δέ τέ πάντες ἔχοισθε,
 ὅς σοφός, ὅς σθεναρός, ὅς πλούσιος, ὅς τ' ἐπιδευής,
 ἕρματος ἀψεύστοιο. Πρυμνήσια κεῖθεν ἀνήφθω
 πάσιν, ἐμοί δέ μάλιστα, ὅς ἔζομαι ὑψιθόωκος.
 Λαόν ἄγων θυέεσσι πρός οὐρανόν, ὤ τόσον ἄχθος
Χριστόν ἀτιμάζοντι μελαινομέναις πραπίδεσσιν,
 ὀσσάτιον κλέος ἐσθλόν ἐπήν θεοτητι πελάζω.
 Καί γάρ δή μετροισι Θεοῦ καί μέτρα βίοιο
 ἔσπεται, ὡς δέ μετροισι βίου καί μέτρα Θεοῖο.
 Ὠδ' ἄν μοί φρονέων, βίο ἔμπεδον ἐνθᾶδ' ἐλαύνοις
ἐνθάδε καί μετέπειτα Θεοῦ σύν ἀρείονι πομπή,
λυθέντος σκιόεντος ἐν ἤματι τοῦδε βίοιο.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΕΡΓΑ 9 – ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ
  Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Ζ) Ἀγῶνες καὶ ἀσκησις τοῦ Ὁσίου Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη (Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἔκδοσις Ἱ. Καλύβης Ἁγ. Ἀκακίου, Καυσοκαλύβια, Ἅγιον Ὄρος, 2001)

Ζ) Ἀγῶνες καὶ ἀσκησις τοῦ Ὁσίου Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη (Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἔκδοσις Ἱ. Καλύβης Ἁγ. Ἀκακίου, Καυσοκαλύβια, Ἅγιον Ὄρος, 2001)


Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ παραστήσῃ καθὼς πρέπει, τὴν πεῖναν καὶ τὴν δίψαν ὁποῦ ὑπέμεινε, τὴν γυμνότητα, τὰ κρύα, τοὺς παγετοὺς τοῦ χειμῶνος καὶ τὰ καύματα τοῦ θέρους, χωρὶς σκέπην σπιτιοῦ, χωρὶς δεύτερον φόρεμα, ἀνυπόδητος, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀπό τινα καμμίαν ὑπόληψιν;
Μόνον ἀνίσως καὶ βιαζόμενος πολὺ ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τῆς φύσεως, ἤθελεν ὑπάγῃ καμμίαν φορὰν εἰς κανέναν ἀδελφόν, διὰ νὰ παρηγορήσῃ ὀλίγον τὸ σῶμά του μὲ ψωμὶ καὶ ἅλας καὶ μὲ ὀλίγον κρασί, ἄν εὕρισκε.
Ἤθελεν δὲ εἰπεῖ τινάς, ὅτι δι᾿ αὐτὸν εἶπεν ὁ Χριστὸς ἐν Εὐαγγελίοις: ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν, οὐδὲ θερίζουσιν, οὐδὲ συνάγουσιν εἰς τὰς ἀποθήκας, καὶ ὁ Πατὴρ ἡμῶν ὁ Οὐρανιος τρέφει αὐτά.
 Διότι οὗτος ὁ Ἅγιος ἦταν ὡς πετεινὸν τοῦ οὐρανοῦ ἤ καλύτερα νὰ ειπῶ, ὡς ἄσαρκος ἐκατοικοῦσε εἰς ἐκείνην τὴν ἔρημον. Καὶ κατὰ ἀλήθειαν, οὗτος ὁ ἀείμνηστος Μάξιμος ἐσταύρωσε, κατὰ τὸν θεῖον Παῦλον: τὴν σάρκαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις.

Τίς νὰ μὴ θαυμάσῃ τὴν τοιαύτην ἀγγελικήν του διαγωγήν; Τίς νὰ μὴ ἐκπλαγῇ ἀκούωντας τὰ ὑπὲρ ἄνθρωπον ὑπερφυσικὰ αὐτοῦ ἀγωνίσματα; Τὴν μεγάλην δηλονότι ὑπομονήν του, τὴν ὁλονύκτιον στάσιν, τὰ ἀένναα δάκρυα, τὴν ἀδιάκοπον προσευχήν, τὴν μετάνοιαν, τὸν κτύπον τῆς κεφαλῆς του εἰς τὸ πετρῶδες ἔδαφος, τὴν ἡσυχίαν, τὴν πραότητα καὶ τὴν ταπείνωσίν του;
Ὅθεν καὶ ἔγινε κατοικητήριον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἄλλος Πέτρος Ἀθωνίτης καὶ ἄλλος Μέγας Ἀθανάσιος ἐφάνη, τῶν ὁποίων τὰς πολιτείας ἠγωνίζετο, μὲ ὅλας του τὰς δυνάμεις νὰ μιμηθῇ. Καλύτερα δὲ νὰ εἰπῶ, τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν μοναστῶν, Παῦλο λέγω τὸν Θηβαῖον καὶ τὸν Μέγαν Ἀντώνιον ἐζήλωσε, καὶ εἰς τὰ ὕψη τῶν ἀρετῶν ἐκείνων ἔφθασε. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ νοῦς του, ὡς καὶ ἐκείνων, ἡρπάζετο εἰς θεωρίας καὶ ἔβλεπεν ἀποκαλύψεις μυστηρίων.
Ταῦτα δὲ πάντα πότε ἐγνωρισθησαν εἰς τοὺς ἄλλους; Ὅταν αὐτὸς ἔγινε γνώριμος καὶ συνανεστράφη μὲ ἄλλους ἁγίους γέροντας καὶ ἀσκητὰς μεγάλους, οἱ ὁποῖοι ἐθαύμαζον μὲν καὶ προτύτερα καὶ εὐλαβοῦντο τὸν θεῖον Μάξιμον διὰ τοὺς μεγάλους του ἀγῶνας, εἶχον ὅμως καὶ τὴν πρόληψιν ὅτι ἦταν πλανεμένος. Ἀλλ᾿ ὁπόταν ἐσυνανεστράφησαν μὲ αὐτόν, καὶ δὲν τὸν ἔλεγαν πλέον πλανεμένον, ἀλλὰ τίμιον Μάξιμον καὶ φωστῆρα ὑπέρλαμπρον.
Η) Συνάντησις τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Σιναΐτου μὲ τὸν Ὅσιον

Κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιιρὸν ἦλθεν εἰς τὸ Ὄρος καὶ ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὀ Σιναΐτης, καὶ καθήσας εἰς τὴν σκήτιν τοῦ Μαγουλᾶ[9], ἔγινεν εἰς ὅλους τοὺς πατέρας τοῦ ὄρους ποθητός, καὶ μάλιστα εἰς τοὺς ἡσυσχαστάς. Ἦταν δὲ θαυμαστὸς διδάσκαλος τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ ἐγνώριζε πολὺ καλὰ τὰς μηχανὰς καὶ τέχνας τῶν δαιμόνων, κάτι τὸ ὁποῖον εἶναι σπάνιον καὶ δυσεύρετον. Διὰ τοῦτο, τρέχοντες πρὸ αὐτὸν οἱ ἡσυχασταί, ἐδιδάσκοντο τὰ μυστήρια τῆς νοερᾶς προσευχῆς καθὼς καὶ ποῖα εἶναι τὰ ἀπλανῆ σημεῖα τῆς χάριτος καὶ ποῖα τῆς πλάνης τοῦ ἐχθροῦ.
Μερικοὶ δὲ ἀπὸ αὐτοὺς τοῦ εἶπον καὶ περὶ τοῦ Ὁσίου Μαξίμου, διηγούμενοι τὴν ὑπὲρ ἄνθρωπον αὐτοῦ διαγωγήν, καὶ τὴν πεπλανημένην του μωρίαν. Ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Γρηγόριος θαύμαζε καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν ἰδῇ καὶ νὰ συνομιλήσῃ μὲ αὐτόν. Ὅθεν καὶ ἀπέστειλε τινὰς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ νὰ προσκαλέσουν τὸν Μάξιμον, διὰ νὰ ὑπάγῃ πρὸς αὐτόν
Πηγαίνοντες δὲ οἱ ἀπεσταλμένοι εἰς τὴν καλύβαν του δὲν τὸν ηὗραν καὶ ἐτριγύριζον δύο ἡμέρας ζητοῦντες αὐτόν. Ὅμως δὲν τὸν εὕρισκαν ἐπειδὴ ἦταν χειμῶνας καιρός, καὶ αὐτὸς διέτριβε μέσα εἰς τὰ σπήλαια καὶ τὰ δάση. Κοπιάσαντες λοιπὸν καὶ ταλαιπωρηθέντες ἀπὸ τὸν χειμῶνα, κατέφυγον εἰς τὸ κελλίον τοῦ Ἁγίου Μάμαντος, διὰ νὰ λάβουν ὀλίγην ἀναψυχήν. Καὶ ἐκεῖ, νὰ καὶ φθάνει ὁ ζητούμενος θεῖος Μάξιμος καὶ χαιρετᾷ ὅλους τοὺς ἐκεῖ εὑρεθέντας κατ᾿ ὄνομα, προλέγοντας καὶ τὴν βουλὴν τοῦ Ὁσίου Γρηγοριου, ὅτι δηλαδὴ βούλεται νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὸ Ἅγιον ὄρος καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ Παρόροια[10] καὶ ἄλλα τινά.
Οἱ δὲ ἀπεσταλμένοι ἀδελφοὶ ἐφανέρωσαν εἰς αὐτὸν τὸ μήνυμα τοῦ γέροντός τους. Αὐτὸς δὲ ἐκίνησε παρευθύς, καὶ ἐπήγαινεν μαζὶ μὲ αὐτοὺς εἰς τὸν Γρηγόριον, ψάλλων το: ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὰ ὄρη, ὅθεν ἥξει ἡ βοήθειά μου· κ.τ.λ.
Ὅταν δὲ ἔφθασαν εἰς τὸ κελλίον τοῦ Γρηγορίου, τοὺς λέγει ὁ θεῖος Μάξιμος: Ὁ γέρων ἀναπαύεται τώρα. Ἡσυχάσατε καὶ ἐσεῖς ὀλίγον καθὼς και ἐγὼ ὁμοίως θέλω νὰ ἀναπαυθῶ, ἕως νὰ ἰδῶ τὸν γέροντα. Καὶ οὕτως ἐμβῆκεν εἰς τὸ δάσοςκαὶ ἐπροσηύχετο μετὰ δακρύων ψάλλων τό: Κατευθυνθήτω Κύριε τὰ διαβήματά μου ἐνώπιόν Σου καὶ μὴ κατακυριευσάτω μου πᾶσα ἀνομία.
Τελειώνοντας δὲ τὸν ψαλμόν, ἐπροσκαλέσθη ἀπὸ τὸν θεῖον Γρηγόριον καὶ εὐθὺς ἐπῆγε. Ἀφ᾿ οὗ δὲ ἠσπάθησαν ἀναμεταξύ τους, ἔβγαλεν ἔξω ὁ Ἅγιος Γρηγόριος τοὺς ἄλλους καὶ μόνον τὸν θεοφόρον Μάξιμον ἐκράτησε θέλωντας νὰ μάθῃ ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιον, ἐκεῖνα ὁποῦ ἤκουσεν περὶ αὐτοῦ.

 __________________________________________________________________________

[9] Αὐτὴ βρισκόταν στὰ ὅρια τῆς Μονῆς Ἰβήρων, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Μονὴ Φιλοθέου, κοντὰ στὸ σωζόμενο κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ὀνουφρίου, τὸ ἐπωνομαζόμενο τοῦ Μαγουλᾶ. Τὸν 14ον αἰ, ἔγινε τὸ κέντρο τῆς λεγόμενης ἡσυχαστικῆς ἔριδος.
[10] Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐξαιτίας τοῦ φόβου τῶν Ἀγαρηνῶν πειρατῶν ἀναγκάσθηκε νὰ ἀναχωρήσει γιὰ τὰ Παρόρια, κατὰ τὴν πρόῤῥησιν τοῦ Ὁσίου.

 nektarios.gr
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/11/blog-post_1927.html?utm_source=BP_recent

Μπορούν όλοι να θεολογούν; Η γνώση του Θεού.

Μπορούν όλοι να θεολογούν; Η γνώση του Θεού.

Μπορούν όλοι να θεολογούν; Η γνώση του Θεού.
Αυτό που χρειάζεται ο άνθρωπος, είναι ο καθαρισμός της ανθρώπινης φύσης, ο φωτισμός, και η θέωση, ώστε να αποκατασταθεί στο αρχαίο κάλλος.

Ο προφήτης Ιερεμίας, ήδη από την Παλαιά Διαθήκη, μιλάει προφητικά για μια νέα Διαθήκη που θα έκανε ο Κύριος με τον άνθρωπο.
Αυτή θα διέφερε κατά πολύ από την Παλαιά, διότι θα είχε εγγυητή τον ίδιο τον Υιό του Θεού του ζώντος (Εβραίους, ζ 22. θ 15-17), την οποία και θα σφράγισε με τον θάνατό Του, χύνοντας το πολύτιμο και πανάγιο αίμα Του (Λουκάς κβ 20). Αυτή, δεν θα γράφονταν σε πλάκες και σε χαρτιά, αλλά στις καρδιές των πιστών Του, στον νέο πνευματικό Ισραήλ. Στον αναγεννημένο λαό του Κυρίου, καθώς γράφει ο απ Παύλος:«Ιουδαίος είναι ο εν τω κρυπτώ Ιουδαίος, και περιτομή η της καρδίας κατά πνεύμα, ουχί κατά γράμμα» (Ρωμαίους, β 29). Ο Θεός θα έγραφε στις καρδιές τους το θέλημά Του, και θα τους γέμιζε με θεογνωσία, εφόσον δεν θα ήταν ανάγκη να παρακινεί ο ένας τον άλλο να γνωρίσουν τον Κύριο. Θα αποχτούσαν ενδόμυχα και μυστικά αυτήν την γνώση. 

Όπως προφήτευσε ο Ιερεμίας· «Ιδού, έρχονται ημέραι, λέγει Κύριος, και θέλω κάμει προς τον οίκον Ισραήλ και προς τον οίκον Ιούδα διαθήκην νέαν• ουχί κατά την διαθήκην, την οποίαν έκαμον προς τους πατέρας αυτών, καθ' ην ημέραν επίασα αυτούς από της χειρός διά να εξαγάγω αυτούς εκ γης Αιγύπτου• διότι αυτοί παρέβησαν την διαθήκην μου και εγώ απεστράφην αυτούς, λέγει Κύριος• αύτη θέλει είσθαι η διαθήκη, την οποίαν θέλω κάμει προς τον οίκον Ισραήλ• μετά τας ημέρας εκείνας, λέγει Κύριος, θέλω θέσει τον νόμον μου εις τα ενδόμυχα αυτών και θέλω γράψει αυτόν εν ταις καρδίαις αυτών• και θέλω είσθαι Θεός αυτών και αυτοί θέλουσιν είσθαι λαός μου. Και δεν θέλουσι διδάσκει πλέον έκαστος τον πλησίον αυτού και έκαστος τον αδελφόν αυτού, λέγων, Γνωρίσατε τον Κύριον• διότι πάντες ούτοι θέλουσι με γνωρίζει από μικρού αυτών έως μεγάλου αυτών, λέγει Κύριος• διότι θέλω συγχωρήσει την ανομίαν αυτών και την αμαρτίαν αυτών δεν θέλω ενθυμείσθαι πλέον» (Ιερεμίας, λα 31-34).

Ο ίδιος ο Ιησούς, σαφέστατα δίδαξε ότι αυτό θα γίνονταν από το Άγιο Πνεύμα, το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, με την απευθείας διδασκαλία Του στην καρδιά των πιστών· «Ταύτα ελάλησα προς εσάς ενώ ευρίσκομαι μεθ' υμών• ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον, το οποίον θέλει πέμψει ο Πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος θέλει σας διδάξει πάντα και θέλει σας υπενθυμίσει πάντα όσα είπον προς εσάς» (Ιωάννης, ιδ 25-26). Ακόμα, «Όταν δε έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, θέλει σας οδηγήσει εις πάσαν την αλήθειαν• διότι δεν θέλει λαλήσει αφ' εαυτού, αλλ' όσα αν ακούση θέλει λαλήσει, και θέλει σας αναγγείλει τα μέλλοντα» (Ιωάννης, ιστ 13). 

Ο απόστολος Ιωάννης, αναφέρει: «Και το χρίσμα, το οποίον υμείς ελάβετε απ' αυτού, εν υμίν μένει, και δεν έχετε χρείαν να σας διδάσκη τις• αλλά καθώς σας διδάσκει το αυτό χρίσμα περί πάντων, ούτω και αληθές είναι και δεν είναι ψεύδος• και καθώς σας εδίδαξε, θέλετε μένει εν αυτώ» (Α’ Ιωάννου, β 27).


Μπορούν όλοι να θεολογούν; Η γνώση του Θεού.

Όμως, επειδή αυτά είναι γραμμένα και τα διαβάζουμε σήμερα, μήπως με τούτο σημαίνει ότι τα κατακτήσαμε κιόλας; Η απάντηση είναι «όχι», αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Αυτό θα το διαπιστώσουμε από αυτά που αναφέρουν οι ίδιοι οι άγιοι που είχαν γνήσια εμπειρία φωτισμού και θεώσεως. Γνήσια εμπειρία της Πεντηκοστής. 

Αυτό που υποστηρίζει η Πατερική γραμματεία, είναι ότι ο άνθρωπος μετά την πτώση, εφόσον διάλεξε να αυτοθεωθεί δια της παρακοής και όχι να θεωθεί δια της υπακοής, έχασε το Άγιο Πνεύμα και σκοτίστηκε ο νους του. Έκτοτε, μένει μακριά από την βιωματική γνώση του Θεού.Αυτό που χρειάζεται, είναι ο καθαρισμός της ανθρώπινης φύσης, ο φωτισμός, και η θέωση, ώστε ο άνθρωπος να αποκατασταθεί στο αρχαίο κάλλος. Αυτό είναι δυνατό να επιτευχθεί από την στιγμή που ο Λόγος του Θεού έγινε σάρξ, παίρνοντας την δική μας φύση, όπως ήταν πριν την πτώση.

Παρακάτω, θα δούμε ενδεικτικά, τι αναφέρουν οι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας επί του θέματος, και θα δούμε πόσο πολύ προσεκτικοί ήταν απάνω στα θεολογικά που άπτονται την γνώση του Θεού.

Θα ξεκινήσουμε παραθέτοντας από την πατρολογία του Στ. Παπαδόπουλου για τις προϋποθέσεις για το «θεολογείν» που διακρίνει ο Μ. Βασίλειος.
«Ο φόβος του ήταν τόσο μεγάλος ενώπιον της θεολογίας, ώστε συχνά απέφευγε να απαντάει σε θεολογικές ερωτήσεις και συχνότερα παρακαλούσε επίμονα να μην κινούν οι πιστοί ζητήματα πίστεως. Όλοι πρέπει να αρκούνται σε ότι έχει διατυπωθεί στην Εκκλησία, στον απλό λόγο της Γραφής και της αρχαίας Παραδόσεως (Επιστολή 258). Όταν όμως ο ίδιος ο πιστός- και συχνά κάποιος δηλωμένος κακόδοξος- δημιουργεί προβλήματα και αμφιβολίες, που δεν αντιμετωπίζονται με την απλή βιβλική διατύπωση και την όσο αναπτυγμένη Παράδοση της Εκκλησίας, τότε ο Βασίλειος σκύβει στο πρόβλημα και θεολογεί. Τότε διακονεί την σωτηρία των πιστών. Και η διακονία- θεολογία του θέλει να προϋποθέτει- και όντως προϋποθέτει- τα εξής:

α) Χρόνο. Πρέπει κανείς να διαθέτει χρόνο για την θεωρία της αλήθειας, για την θεολογία, καινα είναι απαλλαγμένος από εξωτερικούς περισπασμούς: «Δει γαρ πάσαν σχολήν άγειν από θορύβων των έξωθεν και πάσαν ησυχίαν εν τω κρυπτώ της καρδίας βουλευτηρίω ποιήσαντα, ούτως επιβάλλειν τη θεωρία της αληθείας» (Εις τους Ψαλμούς 3,3).

β) Κάθαρση: Ο αγώνας για την κάθαρση αποτελεί το πρώτιστο έργο του θεολόγου. Η κάθαρση επαναφέρει τον άνθρωπο στο αρχαίο φυσικό του κάλλος, στην αρχική αδαμική κατάσταση. Ο πτωτικός άνθρωπος έχει γίνει σαρκικός, έχει φρόνημα σαρκικό και γι’ αυτό ο νους του δεν μπορεί να θεωρήσει, να δει την αλήθεια: «Ο μεν γαρ σαρκικός άνθρωπος, αγύμναστον έχων προς θεωρίαν τον νουν… αδυνατεί προς το πνευματικόν φως της αληθείας αναβλέψαι» (Περί του αγίου Πνεύματος κβ).

γ) Φωτισμό: Το γεγονός του φωτισμού παίρνει για πρώτη φορά τις μεγάλες διαστάσεις του.Μίλησαν σχετικά ο Ιγνάτιος, ο Ειρηναίος, και ο Αθανάσιος […]. Έτσι, με την κάθαρση ο νους, η καρδιά, ο άνθρωπος λοιπόν γενικά, μοιάζει με καθαρό μάτι, μέσα στο οποίο σαν ήλιος ο Παράκλητος δείχνει την θεία πραγματικότητα […] η πνευματοφόρος ψυχή ελλάμπεται και τότε φωτίζει και άλλες. Πιο συγκεκριμένα, για το θεολογικό έργο η κατάσταση αυτή ταυτίζεται με τη διανομή των χαρισμάτων του Πνεύματος […]. Η επίγνωση, η γνώση της αλήθειας στον άνθρωπο, συντελείται με την είσοδο του ανθρώπου στην ενεργούσα και ακτινοβολούσα πραγματικότητα του αγίου Πνεύματος. Αυτό ακριβώς, κατά τον Βασίλειο, σημαίνει το ψαλμικό «εν τω φωτί Σου οψόμεθα φως» (Ψαλμός, 35.10). Αυτό είχε υπογραμμίσει άλλοτε και ο Ειρηναίος στο τέλος του Β’ αι. Η γνώση, τονίζει ο Βασίλειος, γίνεται «εν Πνεύματι». Πρέπει να εισέλθει κανείς μέσα στο άγιο Πνεύμα, μέσα στη θεία πραγματικότητα και άρα μέσα στην αλήθεια, για να έχει πράγματι αλήθεια και να μπορεί να την εκφράζει γνησίως. Την αλήθεια, στην οποία πρέπει να εισέλθει ο θεολόγος, χαρακτηρίζει «άδυτα» και «απόρρητα», των οποίων «η θέα» είναι «απρόσιτος». Παρά ταύτα ο Θεός δεν αφήνει ανελέητο τον άνθρωπο. Όταν ζητάει την αλήθεια, δηλαδή κάτι από τα «άδυτα», από την άπειρη αλήθεια, τον βοηθάει, του χαρίζει την παραπάνω κατάσταση». (Β’ τόμος, σελ. 381- 383).


Μπορούν όλοι να θεολογούν; Η γνώση του Θεού.

Στα ίδια πλαίσια κινείται και ο άλλος μεγάλος θεολόγος της Εκκλησίας, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.

Στο ίδιο έργο, αναφέρει ο Στ. Παπαδόπουλος:

«Πρώτος μεταξύ των μεγάλων Πατέρων ο Γρηγόριος κάνει λόγο ειδικό περί θεολογίας με αφορμή την πληθώρα των αυτοσχέδιων θεολόγων, τους οποίους γενικά ενθάρρυνε ο Αρειανισμός. Είναι κι εδώ χαρακτηριστικό ότι ο λόγος του αποβαίνει αυτοβιογραφικός. Μιλώντας για την θεολογία, περιγράφει τελικά την διαδικασία που συνέβη εντός του, όταν ο ίδιος προσπαθούσε να λύσει προβλήματα θεολογικά: «Τι τούτο έπαθον, ω φίλοι και μύσται και της αληθείας συνερασταί; Έτρεχον μεν ως Θεόν καταληψόμενος και ούτως ανήλθον επί το όρος (= θεολογία) και την νεφάλην διέσχον, είσω γενόμενος…επεί δε προσέβλεψα, μόλις είδον Θεού τα οπίσθια…και μικρόν διακύψας» (Λόγος ΚΗ 3).

«Ανιότι δε μοι προθύμως επί το όρος, η, το γε αληθέστερον ειπείν, προθυμουμένω τε άμα και αγωνιωντι, το μεν δια την ελπίδα, το δε δια την ασθένειαν, ίνα της νεφέλης είσω γένωμαι και Θεώ συγγένωμαι· τούτο γαρ Θεός κελεύει» (Λόγος ΚΗ 2).

«…έδοξέ μοι κράτιστον είναι τας μεν εικόνας χαίρειν εάσαι…, οδηγώ τω Πνεύματι χρώμενον, ην εντεύθεν έλλαμψιν εδεξάμην, ταύτην εις τέλος διαφυλάσσονται…» (Λόγος ΛΑ 3).

Σκοπός του Γρηγορίου είναι να διασχίσει το παραπέτασμα του κόσμου και να «συγγίνει» με τον Θεό, δηλαδή με την αλήθεια, κάτι που μόνο θα εξασφαλίσει άμεση και ασφαλή γνώση.Πρόκειται για την θεοπτία, για την οποία ο Γρηγόριος μιλάει κυρίως σε συνδυασμό προς την θεολογική αναζήτηση […] Η θεοπτία, η προσωπική δηλαδή εμπειρία της αλήθειας, αποτελεί συνάρτηση της καθάρσεως […] Η θεοπτία γίνεται στον Γρηγόριο απολύτως θεολογική· αποτελεί δηλαδή την διαδικασία για μεγαλύτερο βαθμό εμπειρίας της θείας αλήθειας, που όμως περιλαμβάνει και βρίσκεται σε απόλυτη συνάφεια προς την ήδη εκφρασμένη στην Εκκλησία διδασκαλία- αλήθεια και ιδιαίτερα προς την Αγία Γραφή […] στον «άριστον θεολόγον», όπως χαρακτηρίζει ο Γρηγόριος το εξαιρετικά προικισμένο και διακρινόμενο πρόσωπο της Εκκλησίας, τον ήρωα της, τον θεόπτη που δεν φτάνει στη θέα του Θεού μόνον χάριν της πνευματικής του απολαύσεως, αλλά κυρίως χάριν της βαθύτερης γνώσεως της αλήθειας […]». (σελ. 497- 499).

Αυτά, τονίζουν όλοι οι μεγάλοι Πατέρες και Διδάσκαλοι. Αξίζει να αναφέρουμε τι λέει ο άγιος Ιωάννης στην Κλίμακα, ενός από τα πιο πνευματικά κείμενα της φιλοκαλίας και πέρα από πάσα αμφισβήτηση.

«Ο βυθός των δογμάτων είναι βαθύς, και ο νους του ησυχαστού πηδά και βυθίζεται σε αυτά όχι χωρίς κίνδυνο. Είναι επικίνδυνο να κολυμβά κανείς με τα ρούχα του· ομοίως και το να εγγίζει την θεολογία, ενώ έχει πάθη» (Λόγος 27, Περί ησυχίας).

Επίσης: 
«Η αύξησις του φόβου είναι αρχή της αγάπης. Και το τέλος της αγνείας είναι προυπόθεσις της θεολογίας. Εκείνος που ένωσε τελείως τις αισθήσεις του με τον Θεόν, μυσταγωγείται στην θεολογία από τον ίδιο τον Θεό. Εάν όμως οι αισθήσεις δεν έχουν ενωθεί με τον Θεόν, είναι δύσκολο και επικίνδυνο να θεολογεί κανείς. Ο ενυπόστατος Λόγος του Θεού Πατρός, σε εκείνον που θα κατοικήσει, θα χαρίσει τέλεια αγνότητα και καθαρότητα, νεκρώνοντας τον θάνατο. Μετά από την νέκρωση αυτή, ο μαθητής του Χριστού φωτίζεται και γίνεται γνώστης της θεολογίας. Όποιος δεν εγνώρισε κατ’ αυτόν τον τρόπο τον Θεόν, ομιλεί περί Θεού στοχαστικώς» 
(Λόγος 30, Περί αγάπης, ελπίδας, και πίστεως).

Αλλά, και ο αξεπέραστος άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, μας νουθετεί ως εξής:

«…«αυτός που θέλει να ειπεί ή να ακούσει κάτι για τον Θεό πρέπει να γνωρίζει με σαφήνεια, ότι δεν είναι ούτε όλα άρρητα ούτε όλα ρητά τα θέματα της θεολογίας και της σωτηρίας, ούτε βέβαια όλα γνωστά ούτε όλα άγνωστα». Γνωρίζουμε ότι είναι επάνω από λόγο και όσα επιτρέπεται να λέγωμε από τα θεία, διότι κι αυτά είναι κατά υπερέχοντα λόγο (δεν είναι δηλαδή εκτός λόγου κατ’ έλλειψη, αλλά εκτός του δικού μας λόγου), τόσο αυτόν που έχομε μέσα μας, όσο κι αυτόν που προβάλλομε έξω στην ακοή άλλων. Διότι ούτε αυτός ερμηνεύοντας τα θα μπορούσε να τα παραστήσει, ούτε εκείνος θα μπορούσε μόνος του να τα φτάσει εξετάζοντας τα με πολυπραγμοσύνη. Δεν πρέπει λοιπόν να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να λέγουν κάτι για τον Θεό, αλλά πρέπει να στρέψουμε τους εαυτούς μας προς εκείνους που λαλούν εν πνεύματι τα πνευματικά και όταν απαιτούν λόγο οι αντίθετοι» (150 Κεφάλαια, Κεφάλαιο 80).

Η θεία γνώση είναι υπέρλογη -πάνω από τον ανθρώπινο λόγο-, επομένως δεν την φτάνουμε, για αυτό και οφείλουμε να ακούμε τους αγίους που μιλούν πνευματικά όταν τους ζητηθεί, προκειμένου να δώσουν θεολογικές λύσεις σε όσα έχουν να πουν οι αιρετικοί.

Ο ιερός Χρυσόστομος (ο χρυσός στην γλώσσα, όπως τον αναφέρει ο Γρηγόριος ο Παλαμάς), εντοπίζοντας την αδυναμία του ανθρώπου και ότι θέλει αγώνα με την συνέργεια της Θείας Χάριτος προκειμένου να οδηγηθεί από την κάθαρση στον φωτισμό και από τον φωτισμό στην θέωση ο άνθρωπος, αναφέρει ότι είναι σημείο πτώσης το ότι έχουμε ανάγκη από τα βιβλία, αν και το τέλειο θα ήταν όλοι να διδάσκονταν απευθείας από το Άγιο Πνεύμα.

Αναφέρει στην πρώτη Ομιλία εις το Κατά Ματθαίον: 
«Έπρεπε εμείς να μην χρειαζόμαστε την βοήθεια από τα γράμματα, αλλά να προσφέρουμε τόσο καθαρό βίο, ώστε η χάρη του Πνεύματος να παίρνει την θέση των βιβλίων στις δικές μας ψυχές και όπως ακριβώς αυτά με το μελάνι, έτσι οι καρδιές οι δικές μας με το Πνεύμα να έχουν γραφτεί εσωτερικά. Επειδή όμως αποκρούσαμε την χάρη, ας αγαπήσουμε τουλάχιστον την δεύτερη πλεύση. Επειδή ότι το πρώτο ήταν καλύτερο και με όσα είπε και με όσα έκανε το εδήλωσε ο Θεός. Διότι και στον Νώε, και στον Αβραάμ και στους απογόνους εκείνου, και στον Ιώβ, καθώς και στον Μωϋσή, δεν ομιλούσε με γράμματα ο Θεός, αλλά αυτός ο ίδιος, επειδή έβρισκε καθαρή την διάνοιά τους.

Επειδή όμως έπεσε στον πυθμένα της κακίας όλος ο Εβραϊκός λαός, τότε λοιπόν (χρειάστηκαν) γράμματα και πλάκες και η υπενθύμιση από αυτά. Και αυτό όχι μόνο τους αγίους στην Παλαιά, αλλά και στην Καινή μπορεί να δει κάποιος να συμβαίνει. Επειδή ούτε στους αποστόλους έδωσε κάποιο γραπτό ο Θεός, αλλά αντί για γράμματα υποσχέθηκε να δώσει την χάρη του Πνεύματος. «Επειδή εκείνος (ο Παράκλητος) θα σας υπενθυμίσει» λέει (ο Κύριος) «τα πάντα» (Ιω. 14,26).

Και για να μάθεις ότι τούτο πολύ καλύτερο ήταν, άκουσε και δια του προφήτη τι λέει: «Θα συνάψω με σας καινούρια διαθήκη και θα δώσω τους νόμους μου στην διάνοιά τους και πάνω στις καρδιές τους θα γράψω και όλοι θα γίνουν θεοδίδακτοι». Και ο Παύλος δείχνοντας αυτή την υπεροχή έλεγε ότι λάβαμε νόμο "όχι σε λίθινες πλάκες, αλλά σε σάρκινες πλάκες της καρδιάς».

Πόσο επικίνδυνο είναι να «θεολογεί» ένας άνθρωπος που είναι στην κάθαρση και παλεύει με τα πάθη του! Πόσες αιρέσεις μπορεί να γεννήσει η φιλόδοξη προσπάθεια του ανθρώπου να φτάσει στην Θεία γνώση χωρίς να είναι ο ίδιος κατάλληλα προετοιμασμένος για αυτό. Ο Θεός όμως, δεν μας κάλεσε να «θεολογούμε», αλλά να υπακούμε σε Εκείνον, και με την υπακοή να έρθει ολόκληρη η Αγία Τριάδα μέσα στην καρδιά μας, να την καθαρίσει και να την αγιάσει.

«Εάν τις με αγαπά, τον λόγον μου θέλει φυλάξει, και ο Πατήρ μου θέλει αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν θέλομεν ελθεί και εν αυτώ θέλομεν κατοικήσει» (Ιωάννης, ιδ 23)

Πόσο πολύ ευγνώμονες πρέπει να είμαστε απέναντι στο Θεό που μέσω των αγίων Του, έχει καταθέσει την αγία γνώση μέσα στην Εκκλησία, τον παντοτινό στύλο και εδραίωμα της αλήθειας!

«Αν είσαι θεολόγος, θα προσεύχεσαι αληθινά, και αν προσεύχεσαι αληθινά, είσαι θεολόγος» (Άγιος Νείλος, Περί προσευχής, 60).


του Στέλιου Μπαφίτη 
Επιμέλεια: Σοφία Ντρέκου

http://exprotestant.blogspot.gr/

Μπορούν όλοι να θεολογούν; Η γνώση του Θεού.