Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

Γ. Μαρτυρίες για την ύπαρξη εικόνων στους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας

Γ. Μαρτυρίες για την ύπαρξη εικόνων στους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας


Γ. Μαρτυρίες για την ύπαρξη εικόνων στους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας
ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ
Πατερικών χωρίων υπέρ των εικόνων.
Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΕΙΚΟΝΩΝ ΣΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


Εν τω βίω Ιωάννου του Χρυσοστόμου ούτως αυτολεξεί γέγραπται:
 
«Ηγάπα δε ο μακάριος Ιωάννης τας επιστολάς του σοφωτάτου Παύλου άγαν.
Και μετ’ ολίγα.
 
Ήν δε και το εκτύπωμα του αυτού αποστόλου Παύλου έχων εν εικόνι, ένθα ανεπαύετο δια την του σώματος ασθένειαν βραχύ τι˙ ην γαρ πολυάγρυπνος υπέρ φύσιν. Και ηνίκα διήρχετο τας επιστολάς αυτού, ενητένιζεν αυτή και ως επί ζώντος αυτού ούτω προσείχεν αυτώ μακαρίζον αυτόν, και όλον αυτού τον λογισμόν προς αυτόν είχε φανταζόμενος και δια της θεωρίας αυτώ ομιλών.
Και μεθ’ έτερα.
Ως δε επαύσατο ο Πρόκλος λαλών, ατενίσας τη εικόνι του αποστόλου και θεασάμενος τον χαρακτήρα αυτού όμοιον του οφθέντος αυτώ, βαλών μετάνοιαν τω Ιωάννη, είπε δακτυλοδεικτών την εικόνα˙ 
“Συγχώρησόν μοι, πάτερ. Ον είδον λαλούντα σοι, όμοιος εστι τούτω˙ ως δε υπολαμβάνω, ότι και αυτός εστίν.”»

«Ο μακάριος Ιωάννης αγαπούσε υπερβολικά τις επιστολές του σοφοτάτου Παύλου.
Και ύστερα από μερικά άλλα.
Είχε και τη μορφή του ιδίου του αποστόλου Παύλου σε εικόνα, εκεί που ξεκουραζόταν για λίγο εξαιτίας της αδυναμίας του σώματός του˙ γιατί έμενε ξάγρυπνος περισσότερο απ’ όσο επιτρέπουν οι φυσικές δυνάμεις. Και καθώς μελετούσε τις επιστολές του την κύτταζε με προσοχή και σαν να ήταν ζωντανός τον πρόσεχε και τον μακάριζε και είχε στραμμένο τον λογισμό του με τη φαντασία του προς αυτόν και μέσω της θεωρίας συνομιλούσε μαζί του.
Και ύστερα από μερικά άλλα.
Όταν έπαυσε να ομιλέι ο Πρόκλος, κύτταζε την εικόνα του αποστόλου και είδε τη μορφή του να είναι όμοια με εκείνον που του φανερώθηκε, και βάζοντας μετάνοια στον Ιωάννη είπε δείχνοντας με το δάκτυλο την εικόνα˙
“Συγχώρεσέ με, πάτερ. Αυτόν που είδα να μιλάει μαζί σου ήταν όμοιος με εκείνον˙ και υποθέτω ότι αυτός ο ίδιος είναι”».
(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 270-1)
*** 
 
Θεοδώρητου Κύρρου, Φιλόθεος Ιστορία, Συμεώνης § 11 
«Φασί γαρ ούτως εν Ρώμη τη μεγίστη πολυθρύλητον γενέσθαι τον άνδρα, ως εν άπασι τοις των εργαστηρίων προπυλαίοις εικόνς αυτώ βραχείας αναστηλώσαι, φυλακήν τινα σφίσιν αυτοίς και ασφάλειαν εντεύθεν πορίζοντας».

«Πραγματικά λένε ότι στη μέγιστη Ρώμη ο άνδρας έγινε τόσο πολύ πολυθρύλητος, ώστε να κρεμούν μικρές εικόνες του σε όλες τις εισόδους των εργαστηρίων, αποκομίζοντας από αυτές για τον εαυτό τους κάποια προστασία και ασφάλεια».
(μετ. Ζαχαριάδου Σταυρούλα, ΕΠΕ, Φιλοκαλία τ. 4 σελ. 416-7)
***
Ιωάννη Μαλάλα, Χρονογραφία, Λόγος Ι’

«Από τότε και ο βαπτιστής Ιωάννης δήλος εγένετο τοις ανθρώποις˙ και απέτεμεν αυτόν Ηρώδης ο βασιλεύς ο Φιλίππου, ο τοπαρχω΄ν, ήτοι βασιλεύων, της Τραχωνίτιδος χώρας, εν Σεβαστή πόλει τη προ η’ καλανδών ιουνίων εν υπατεία Φλάκκωνος και Ρουφίνου δια Ηρωδιάδα την γυναίκα αυτού, ότι έλεγεν αυτώ ο Ιωάννης, Ουκ έξεστί σοι έχειν την γυναίκα του αδελφού σου καθώς εν ταις θείαις εμφέρεται γραφαίς ταύτα. Και λυπούμενος δια τον Ιωάννην ο αυτός βασιλεύς Ηρώδης ο δεύτερος ο Φιλίππου ανήλθεν από της πόλεως Σεβαστής εν Πανεάδι πόλει της Ιουδαίας. Και προσήλθεν αυτώ γυνή τις ευπορωτάτη, οικούσα την αυτήν Πανεάδα πόλιν, ονόματι Βερονίκη, βουλομένη ως ιαθείσα υπό του Ιησού στήλην αυτώ αναστήσαι. Και μη τολμώσα δίχα βασιλικής κελεύσεως τούτο ποιήσαι δέησιν επέδωκε τω αυτώ Ηρώδη βασιλεί, αιτούσα αναστήσαι στήλην τω σωτήρι Χριστώ εν τη αυτή πόλει. Ήτις δέησις έχει ούτως.
 
Σεβαστώ Ηρώδη τοπάρχη και θεσμοδότη Ιουδαίων τε και Ελλήνων, βασιλεί της Τραχωνίτιδος χώρας, ικεσίας δεήσεις παρά Βερονίκης, αξιωματικής πόλεως Πανεάδος.
Δικαιοσύνη και φιλανθρωπία και αι λοιπαί των αρετών πασών περιστέφουσι την ημετέραν θείαν κορυφήν. Όθεν καγώ ταύτα ειδυία ήκον συν αγαθαίς ταις ελπίσι πάντως των αιτουμένων τευξομένη. Τις δε η του παρόντος προοιμίου κρηπίς προϊών ο λόγος σε διδάξει. 
Εκ παιδόθεν ληφθείσα πάθει αιμορροίας οχετών εις ιατρούς κατανάλωσά μου τον βίον και τον πλούτον, και ίασιν ουχ ηύρον. Ακηκουία δε του θαυμαζομένου Χριστού τα ιάματα, ος νεκρούς εξανίστησι και τυφλούς πάλιν εις φάον έλκων και δαίμονας εκ βροτών απελαύνων και πάντας τους εν νόσοις μαραινομένους λόγω θεραπεύει, προς αυτόν ουν καγώ ως προς θεόν έδραμον. Και προσεσχηκυία το περιέχον αυτόν πλήθος, δειλιάσασα δε εξειπείν αυτώ και την αήττητόν μου νόσον, μήπως τον μολυσμόν του πάθους αποστρεφόμενος οργισθή κατ’ εμού και πλέον μοι επέλθη η πληγή της νόσου, κατ’ εμαυτήν ελογισάμην ότι ει δυνηθείην άψασθαι του κρασπέδου του ιματίου αυτού, πάντως ιαθήσομαι˙ και λάθρα εις το περί αυτόν εισδύσασα πλήθος εσύλησα την ίασιν, του κρασπέδου αυτού αψαμένη˙ και σταλείσης μου της πηγής του αίματος γέγονα παραχρήμα υγιής. Αυτός δε μάλλον, ως προγνούς της εμής καρδίας το βούλευμα, ανέκραξε, 
Τις μου ήψατο; Δύναμις γαρ εξήλθεν απ’ εμού. 
Εγώ δε ωχριώσα και στένουσα, την νόσον θρασυτέραν υποστρέφειν επ’ εμέ λογιζομένη, προσπεσούσα αυτώ την γην επλήρωσα δακρύων, την τόλμαν εξειπούσα. Ο δε ως αγαθός σπλαγχνισθείς επ’εμοί επεσγράγισε μοι την ίασιν, ειρηκώς, 
Θάρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε˙ πορεύου εις ειρήνην. 
Ούτως και υμείς, σεβαστοί, την δέησιν οξείαν τη δεομένη παράσχετε.
Ο δε βασιλεύς Ηρώδης ακηκοώς ταύτα δια της δεήσεως εξεπλάγη δια το θαύμα˙ και φοβηθείς το μυστήριον της ιάσεως είπεν, 
Αύτη η εις σε γενομένη ίασις, ω γύναι, μείζονος στήλης εστίν αξία. Πορευθείσα τοίνυν οίαν βούλει ανάστησον αυτώ στήλην, προθέσει δοξάζουσα τον ιασάμενον.
Και ευθέως η αυτή Βερονίκη, η πρώην αιμόρρους, εν μέσω της ιδίας αυτής πόλεως Πανεάδος ανέστησε τω κυρίω ημών και θεώ Ιησού Χριστώ στήλην χαλκήν εκ χαλκού θερμηλάτοου, συμμίξασα βραχύ τι μέρος χρυσού και αργύρου. Ήτις στήλη μένει εν Πανεάδι πόλει έως της νυν, προ πολλου χρόνου μετενεχθείσα αφ’ ου ίστατο εν μέσω της πόλεως τόπου εις άγιον ευκτήριον οίκον. Όπερ υπόμνημα ηύρον εν τη αυτή Πανεάδι πόλει παρά Βάσσω τινί, γενομένω από Ιουδαίων χριστιανώ. Εν οις υπήρχεν ο βίος πάντων των βασιλεών των βασιλευσάντων πρώην της Ιουδαϊκής χώρας». (CSHB, 236.12-239.17)

«Από τότε και ο βαπτιστής Ιωάννης εμφανίσθηκε στους ανθρώπους και τον αποκεφάλισε ο Ηρώδης, ο τοπάρχης στο βασίλειο της Τραχωνίτιδας, στην πόλη Σεβαστή, οκτώ μέρες πριν από τις καλένδες του Ιουνίου, κατά την υπατεία του Φλάκκωνα και του Ρουφίνου. Γι’ αυτό και ο βασιλιάς Ηρώδης, ο γιος του Φιλίππου, λυπημένος ήρθε από την Ιουδαία. Τότε παρουσιάστηκε μπροστά του κάποια εύπορη γυναίκα, που ονομαζόταν Βερονίκη και κατοικούσε στην ίδια πόλ Πανεάδα, η οποία, επειδή είχε θεραπευθεί από τον Ιησού, ήθελε να στήσει αναμνηστική στήλη προς τιμή του. Μη τολμώντας όμως να το κάνει αυτό χωρίς βασιλική άδεια, παρακάλεσε το βασιλιά Ηρώδη να της επιτρέψει να της επιτρέψει να στήσει στην πόλη της στήλη χρυσή προς τιμή του Σωτήρα. Η αίτησή της αυτή είχε ως εξής˙
Στο σεβαστό Ηρώδη, τοπάρχη και νομοθέτη Ιουδαίων και Ελλήνων, βασιλιά της Τραχωνίτιδας, δέηση και ικεσία από τη Βερονίκη που κατάγεται από την τιμημένη πόλη Πανεάδα.
“Δικαιοσύνη και φιλανθρωπία και οι άλλες αρετές στεφανώνουν το πρόσωπό σας. Γι’ αυτό κι εγώ, γνωρίζοντάς το αυτό, ήρθα με καλές ελπίδες ότι θα γίνουν δεκτά τα αιτήματά μου. Ποια είναι η αιτία αυτού του προοιμίου, θα σε πληροφορήσει παρακάτω ο λόγος.
Από παιδί έπασχα από ακατάσχετη αιμορραγία και μολονότι ξόδεψα στους γιατρούς τη ζωή και την περιουσία μου, δεν βρήκα θεραπεία. Ακούοντας όμως τις θεραπείες του Χριστού που θαυμάζεται, ότι ανασταίνει νεκρούς, ξαναδίνει το φως στους τυφλούς και διώχνει δαίμονες από τους ανθρώπους και θεραπεύει με το λόγο του όλους όσους μαραίνονται από την αρρώστια, έτρεξα κι εγώ σ’αυτόν σαν σε θεό. Προσέχοντας τότε το πλήθος που τον περιστοίχιζε και φοβούμενη μήπως, αηδιάζοντας από το μόλυσμα της αρρώστιας μου, οργισθεί εναντίον μου και μεγαλώσει περισσότερο η πληγή της αρρώστιας μου, σκέφθηκα μέσα μυ ότι, αν κατορθώσω ν’ αγγίξω την άκρη του ενδύματός του, θα σωθώ. Και μόλις τον άγγιξα, σταμάτησε η ροή του αίματος κι αμέσως θεραπεύθηκα. Εκείνος τότε προγνωρίζοντας μάλλον από πριν τους λογισμούς της καρδιάς μου, φώναξε˙ 
Ποιος με άγγιξε; Γιατί βγήκε δύναμη από μέσα μου.
Εγώ τότε χλωμιασμένη και στενάζοντας, επειδή σκέφτηκα ότι η αρρώσται θα ξαναγύριζε σε μένα χειρότερη, έπεσα στα πόδια του γεμίζοντας με δάκρυα τη γη και του ομολόγησα την τόλμη μου. Εκείνος όμως ως αγαθός με λυπήθηκε και επισφράγισε την θεραπεία μου λέγοντας,
Θάρρος κόρη μου, η πίστη σου σε έσωσε πήγαινε στο καλό.
Έτσι και σείς, σεβαστοί μου, δώστε προσοχή στη δέηση αυτής που ικετεύει”.
Ο βασιλιάς Ηρώδης τότε, όταν άκουσε αυτά μέσω της ικεσίας, εξεπλάγη από το θαύμα και επειδή φοβήθηκε το μυστήριο της θεραπείας, είπε˙
“Η θεραπεία που σου έγινε, γυναίκα, αξίζει μεγαλύτερης στήλης. Πήγαινε λοιπόν και στήσε προς τιμή του όποια στήλη θέλεις, δοξάζοντας εκείνον που σε θεράπευσε”.
Αμέσως τότε η ίδια Βερονίκη, η πρώην αιμορροούσα, έστησε στο κέντρο της πόλης της Πανεάδας προς τιμήν του Κυρίου και Θεού χάλκινη στήλη από χαλκό χυτό στον οποίο ανάμιξε και χρυσό και ασήμι. Η στήλη αυτή μένει στην πόλη Πανεάδα μέχρι σήμερα, και πριν από λίγο χρόνο μεταφέρθηκε από κει που βρισκόταν στο κέντρο της πόλεως, σε τόπο άγιο, σε ευκτήριο οίκο. Το υπόμνημα αυτό βρέθηκε στην ίδια πόλη Πανεάδα, σε κάποιον Βάσσο, που είχε γίνει Χριστιανός από Ιουδαίος και ο οποίος είχε το βίο όλων όσων εβασίλευσαν στην ιουδαϊκή χώρα».
***

Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία Ζ 18,1-4
«Αλλ’ επειδή τήσδε της πόλεως εις μνήμην ελήλυθα, ουκ άξιον ηγούμαι παρελθείν διήγησιν και τοις μεθ’ ημάς μνημονεύεσθαι αξίαν. Την γαρ αιμορροούσαν, ήν εκ των ιερών ευαγγελίων προς του Σωτήρος ημών του πάθους απαλλαγήν ευράσθαι μεμαθήκαμεν, ενθένδε έλεγον ορμάσθαι τον τε οίκον αυτής επί της πόλεως δείκνυσθαι και της υπό του Σωτήρος εις αυτήν ευεργεσίας θαυμαστά τρόπαια παραμένειν. Εστάναι γαρ εφ’ υψηλού λίθου προς μεν ταις πύλαις του αυτής οίκου γυναικός εκτύπωμα χαλκέον, επί γόνυ κεκλιμένον και τεταμέναις επί το πρόσθεν ταις χερσίν ικετευούση εοικός, τούτου δε άντικρυς άλλο τα αυτής ύλης ανδρός όρθιον σχήμα, διπλοΐδα κοσμίως περιβεβλημένον και την χείρα τη γυναικί προτείνον, ου παρά τοις ποσίν επί στήλης αυτής ξένον τι βοτάνης είδον φύειν, ό μέχρι του κρασπέδου της χαλκού διπλοΐδος ανιόν, αλεξιφάρμακον τι παντοίων νοσημάτων τυγχάνειν. Τούτον τον ανδριάντα εικόνα του Ιησού φέρειν έλεγον, έμενε δε και εις ημάς, ως και όψει παραλαβείν επηδημήσαντας αυτούς τη πόλει. Και θαυμαστόν ουδέν τους πάλαι εξ εθνών ευεργετηθέντας προς του Σωτήρος ημών ταύτα πεποιηκέναι, ότε και των αποστόλων αυτού δη του Χριστού δια χρωμάτων εν γραφαίς σωζομένας ιστορήσαμεν, ως εικός, των παλαιών απαραφυλάκτως οία σωτήρας εθνική συνηθεία παρ’ εαυτοίς τούτον τιμάν ειωθότων τον τρόπον».
«Αλλ’ επειδή εμνημόνευσα αυτή την πόλιν, δεν θεωρώ δίκαιον να παραλείψω μίαν διήγησιν αξίαν να μεταδοθή εις τους μεταγενεστέρους ημών. Έλεγον ότι η αιμορροούσα γυνή, η οποία, όπως γνωρίζομεν από τα ιερά ευαγγέλια, απηλλάγη από την ασθένειάν της υπό του Σωτήρος ημών, κατήγετο από εδώ, ότι δεικνύεται η οικία της εις την πόλιν ταύτην, ότι παραμένουν θαυμαστά μνημεία της εις αυτήν ευεργεσίας υπό του Σωτήρος. Πράγματι πλησίον μεν της πύλης της οικίας της επί υψηλού βάθρου ίσταται χάλκινον άγαλμα γυναικός, το οποίον ομοιάζει προς ικετεύουσαν με το γόνατον κεκαμμένον και τας χείρας ηπλωμένας προς τα εμπρός˙ απέναντι δε αυτού ευρίσκεται άλλη μορφή από το ίδιον υλικόν, ορθίου ανδρός αυτή, ενδεδυμένου με επανωφόριον και προτείνοντος την χείρα προς την γυναίκα, πλησίον των ποδών του οποίου επάνω εις την στήλην φύεται παράξενον είδος χόρτου, το οποίον ανέρχεται μέχρι του κρασπέδου του χάλκινου επανωφορίου˙ τούτο θεωρείται ότι είναι φάρμακον θεραπευτικόν ποικίλων νοσημάτων. Έλεγον ότι ο ανδριάς αυτός απεικόνιζε τον Ιησούν, διετηρείτο δε μέχρι των χρόνων ημών, ώστε να τον έχωμεν ίδει και ημείς οι ίδιοι μεταβάντες εις την πόλιν. Δεν είναι καθόλου θαυμαστόν ότι οι ευεργετηθέντες παλαιά υπό του Σωτήρος ημών Εθνικοί να έχουν κάμει ταύτα, αφού ιστορήσαμεν ότι σώζονται ζωγραφισμέναι με χρώματα εικόνες των αποστόλων αυτού Παύλου και Πέτρου, και του ιδίου του Χριστού μάλιστα˙ διότι είναι φυσικόν οι παλαιοί να συνήθιζον χωρίς υστεροβουλίαν να τιμούν τούτους με αυτόν τον τρόπον κατά εθνική συνήθειάν των ως σωτήρας».
(μετ. Παν. Χρήστου, ΕΠΕ, Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. 3 σελ. 46-49)
***
Του οσίου Θεοφάνους ηγουμένου του Αγρού, Χρονογραφία

«Α. Μ. 5854. Εν Καισάρεια δε της Φιλίππου, τη νυν Πανεάδι, όθεν κατήγετο η αιμόρρους, ανδριάς ίστατο προ του οίκου αυτής του κυρίου [ημών και θεού Ιησού Χριστού], όν εθνικώ έθει ευχαριστήριον ανέστησε. Τούτον κατενεχθήναι προσέταξεν ο δυσεβής Ιουλιανός, ό και γέγονεν˙ κατ’ εμπαιγμόν δήθεν συράντων των Ελλήνων τον ανδριάντα, και αντ’ αυτού ξόανον ονόματι Ιουλιανού στησάντων. Τούτον δε οι Χριστιανοί λαβόντες τον ανδριάντα εις εκκλησίαν απέθεντο˙ το δε του παραβάτου ξόανον κατελθόν πυρ εκ του ουρανού κατέφλεξεν. Βοτάν δε εφύετο υπό τν βάσιν του ανδριάντος πάσς νόσου αλεξιτήριος, ήτις και προς φθόνον εκίνησε τον αποστάτν Ιουλιανόν καταστρέψαι τον του κυρίου ανδριάντα». (CSHB, ed Niebhur, Bonnae 1889, vol.1 75.12-76.4)
«Έτος 361/362. Στην Καισάρεια του Φιλίππου, τωρινή Πανεάδα, απ’ όπου  αιμορροούσα του Ευαγγελίου, υπήρχε μπροστά στο σπίτι της ανδριάντας του Κυρίου τον οποίο έστησε ως έκφραση ευχαριστίας σύμφωνα με εθνικό έθιμο. Ο ασεβής Ιουλιανός επρόσταξε να το γκρεμίσουν, πράγμα το οποίο και έγινε. Έσυραν δε οι εθνικοί τάχα με εμπαιγμό τον ανδριάνα και αντ’ αυτού έστησαν ξόανο (ομοίωμα) του Ιουλιανού. Τον δε ανδριάντα έλαβαν οι Χριστιανοί και τον απέθεσαν στν εκκλσία. Το δε ξόανο του παραβάτη κατέβηκε πυρ από τον ουρανό και το κατέκαψε. Ένα βότανο (χορτάρι) εφύτρωνε κάτω από τα βάς του ανδριάντα, κάθε νόσου θεραπευτικό, και το οποίο εκίνησε προς φθόνο τον αποστάτη Ιουλιανό ώστε να καταστρέψει τον ανδριάντα του Κυρίου». (μετ. αρχιμ. Ανανίας Κουστένης, Αρμός 2007, 137).
*** 
Αντιπάτρου Βόστρων, Λόγος εις την αιμόρρουν
«Ταύτα του σωτηρίου κρασπέδου λαβομένη έλεγεν η αιμόρρους, ως βασιλέα της φύσεως κρατούσα τον Κύριον, και του πάθους την τυραννίδα διδάσκουσα. Και τυχούσα της δωρεάς, ανδριάντα ήγειρε τω Χριστώ, τον μεν πλούτον ιατροίς αναλώσασα, του δε πλούτου τα λειπόμενα προσενέγκασα τω Χριστώ. (PG 85,1793D)
Ο αγιώτατος πατριάρχης είπεν˙ ώστε και εικόνα ο στηλογραφών, τω Θεώ αυτήν προσφέρει, ον τόπον και η αιμόρρους τον ανδριάντα». (Mansi 13,13E)

***
Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία Θ’ 9,9-11
«ο δε ώσπερ έμφυτον την εις Θεόν ευσέβειαν κεκτημένος, μηδ’ όλως επί ταις βοαίς υποσαλευόμενος μηδ’ επαιρόμενος τοις επαίνοις, ευ μάλα της εκ Θεού συνησθημένος βοηθείας, αυτίκα του σωτηρίου τρόπαιον πάθους υπό χείρα ιδίας εικόνος ανατεθήναι προστάττει, και δη το σωτήριον σημείον επί τη δεξιά κατέχοντα αυτόν εν τω μάλιστα των επί Ρώμης δεδημοσιευμένω τόπω στήσαντας αυτήν δη ταύτην προγραφήν εντάξαι ρήμασιν αυτοίς τη Ρωμαίων εγκελεύεται φωνή˙ τούτω τω σωτηριώδει σημείω, τω αληθεί ελέγχω της ανδρείας, την πόλιν ημών από ζυγού του τυράννου διασωθείσαν ηλευθέρωσα, έτι μην και την σύγκλητον και τον δήμον Ρωμαίων τη αρχαία επιφανεία και λαμπρότητι ελευθερώσας αποκατέστησα».

«Αυτός δε έχων έμφυτον την εις Θεόν ευσέβειαν, χωρίς καθόλου να συγκινήται από τας κραυγάς ούτε να επαίρεται από τους επαίνους, συναισθανόμενος δε βαθέως την εκ Θεού βοήθειαν, προστάσσει αμέσως να χαραχθή τρόπαιον του σωτηρίου πάθους εις την χείρα του αγάλματός του. Έστησαν μάλιστα κατά διαταγή του το άγαλμα εις το περισσότερον πολυσύχναστον μέρος της Ρώμης φέρον το σωτήριον σημείον εις την δεξιάν χείρα και εχάραξαν την εξής επί λέξει επιγραφήν εις την λατινικήν γλώσσαν.
Με αυτό το σωτηριώδες σημείον, με το αληθές δείγμα της ανδρείας, ηλευθέρωσα την πόλιν σας, διασώσας αυτήν από τον ζυγόν του τυράννου, προσέτι δε και την σύγκλητον και τον δήμον των Ρωμαίων ελευθερώσας αποκατέστησα εις την αρχαίαν δόξαν και λαμπρότητα».
(μετ. Παν. Χρήστου, ΕΠΕ, Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. 3 σελ. 214-5)
***
Σωκράτους Σχολαστικού, Εκκλησιαστική Ιστορία Α’ 18,1   
«Και μεταταύτα δε ο βασιλεύς επιμελέστερος ως περί τα Χριστιανών, απεστράφη τας Ελληνικάς θρησκείας. Και παύει μεν τας μονομαχίας˙ εικόνας δε τας ιδίας εν τοις ναοίς εναπέθετο». (PG 67,121B)

«Ύστερα από αυτά ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, αφού εμελέτησε πιο πολύ τα περί του Χριστιανισμού, εγκατέλειψε τις ειδωλολατρικές θρησκείες, απαγόρευσε τις μονομαχίες, και τοποθέτησε τις δικές του εικόνες στους ναούς».
(μετ. Παν. Χρήστου, ΕΠΕ, Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. 3 σελ. 284-5)
***
Εκλογαί εκ της Εκκλησιαστικής ιστορίας Θεοδώρου Αναγνώστου, από φωνής Νικηφόρου Καλλίστου του Ξανθόπουλου.

«Εκ του πρώτου βιβλίου α’. Και ότι η Ευδοκία τη Πουλχερία την εικόνα της Θεομήτορος, ην ο απόστολος Λουκάς καθιστόρησεν, εξ Ιεροσολύμων απέστειλεν». (PG 86a, 165A).

«ιε’. Ούτος ουδένα εχειροτόνει, το Ψαλτήριον μη γινώσκοντα. Επί Γενναδίου, η χειρ του ζωγράφου εξηράνθη, του εν τάξει Διός, τον Σωτήρα γράψαι τολμήσαντος˙ ον δι’ευχής ιάσατο Γεννάδιος. Φησί δε ο ιστορών, ότι άλλο σχήμα του Σωτήρος, το ούλον και ολιγότριχον, υπάρχει το αληθέστερον». (PG 86a,173A)
***
Του οσίου Θεοφάνους ηγουμένου του Αγρού, Χρονογραφία
«Α.Μ. 5955. Τω δε αυτώ έτει ζωγράφου τινός τον σωτήρα γράψαι τολμήσαντος καθ’ ομοιότητα του Διός, εξηράνθη η χείρ, όν εξαγορεύσαντα δι’ ευχ΄ς ιάσατο Γεννάδιος. Φασί δε τινες των ιστορικών, ότι το ούλον και ολιγότριχον σχήμα επί του σωτήρος οικειότερον εστιν». (CSHB, ed. Niebhur, Bonnae 1889, t.1 174.14)
«Έτος 462/3 μ.Χ. Κατά το αυτό έτος κάποιος ζωγράφος ετόλμσαι να ζωγραφίσει τον Σωτήρα όμοιον με τον Δία και ξεράθηκε το χέρι του. Αυτός δε εξομολογήθη και το εθεράπευσε με προσευχή ο Γεννάδιος». (μετ. αρχιμ. Ανανίας Κουστένης, Αρμός 2007, 306)
***
Εκ της εκκλησιαστικής Ιστορίας Θεοδώρου Αναγνώστου Κωνσταντινουπόλεως περί τινος αιρετικού Παλλαδίου

«Ο δε της Αντιοχείας επίσκοπος Παλλάδιος προς χάριν βασιλέως διαπραττόμενος, τους τοις εν Χαλκηδόνι αγίοις δόγμασιν επομένους εμυσάττετο και τας των αγίων πατέρων εικόνας καθείλεν». (PG 86a,220A)

«Ο επίσκοπος της Αντιοχείας Παλλάδιος, ενεργώντας για χάρη του βασιλιά, αποστρεφόταν εκείνους που ακολουθούσαν τα άγια δόγματα της Χαλκηδόνας, και κατήργησε τις εικόνες των αγίων πατέρων»
(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 320-321)
*
Της αυτής εκκλησιαστικής Ιστορίας, περί τα των Διοσκόρου φρονούντων
«Ει τοσούτον γαρ εληλύθει της τόλμης, ώστε και τα των εκεί γεγονότων μακαρίων ποιμένων ονόματα των ιερών διπτύχων ανείλε και τας αυτών εικόνας καθείλε κατακαύσας τυραννικώς». (PG 86a,200B)
«Έφθασε σε τέτοιο σημείο θράσους, ώστε και τα ονόματα των μακαρίων ποιμένων, που υπήρξαν εκεί, τα έσβησε από τα ιερά δίπτυχα και τις εικόνες τους κατέστρεψε, καίοντάς τις με τρόπο βάναυσο». 
(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 320-321)
*
Της αυτής Ιστορίας, περί του διαδεξαμένου τον θρόνον Κωνσταντινουπόλεως μετά Μακεδόνιον αιρετικού.
«Ούτος ο ανόσιος εν ταις συνάξεσιν απερχόμενος, τους σεπτούς οίκους αναθεωρείσθαι κελεύων, είπου μη γεγραμένον εν εικόνι εύρισκε Μακεδόνιον, ταύτην ει μη καθείλεν, ουκ αν ελειτούργει». (PG 86a,200B)
«Αυτός ο ανόσιος πηγαίνοντας στις λατρευτικές συνάξεις διέτασσε να ερευνώνται οι ιεροί ναοί, μήπως βρίσκονταν πουθενά ζωγραφισμένος σε εικόνα ο Μακεδόνιος και αν δεν την κατέβαζε δεν λειτουργούσε».

(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 320-321)
***
Της αυτής ιστορίας, περί Ιουλιανού και Τιμόθεου, του και Αίλουρου

«Τούτον τον Ιουλιανόν γνωρίζουσί τινες των ταις ταραχαίς χαιρόντων Τιμοθέω τω επισκόπω υπό του προλεχθέντος Μακαδονίου συγκροτηθέντα, και δι’ ην αιτίαν συνεκροτείτο. Διά των υπηρετουμένων αυτώ θάτοον παρενέγκας παρόντων και πολιτικών αρχόντων εν τω επισκοπείω ηνάγκαζε τα της εν Χαλκηδόνι συνόδου αναθέματι υποβαλείν. Δεόμενος δε ο γέρων ταις εικόσι των κατοιχωμένων ιερέων Φλαβιανού και Ανατολίου των αρχιεπισκόπων εν Κωνσταντινουπόλει κεχρωματισμένων, δι’ ων η εν Χαλκηδόνι σύνοδος το κύρος εκτήσατο, εκραύγαζεν˙
Ει μη θέλετε αφήσειν τα της λελεγμένης αγίας συνόδου αναθεματίσαι, τας των επισκόπων εικόνας και των ιερών διπτύχων απαλείψαι…». (PG 86a,200C)

«Αυτόν τον Ιουλιανό τον γνωρίζουν μερικοί που αγαπούν τις ταραχές, τον οποίον ανέδειξε ο Μακεδόνιος, που αναφέραμε προηγουμένως, καθώς και για ποια αιτία τον ανέδειξε. Παρουσιάσθηκε λοιπόν στο επισκοπείο βιαστικά με τους υπηρέτες του στον επίσκοπο Τιμόθεο, ενώ ήταν παρόντες και πολιτικοί άρχοντες, και τον πίεζε να αναθεματίσει τα δόγματα της Χαλκηδόνας. Καθώς ο γέροντας προσευχόταν στις ζωγραφισμένες εικόνες των πεθαμένων ιερέων Φλαβιανού και Ανατολίου, αρχιεπισκόπων στην Κωνσταντινούπολη, μέσω των οποίων η σύνοδος της Χαλκηδόνας απέκτησε το κύρος της, άρχισε ο Ιουλιανός να κραυγάζει˙

Αν δεν θέλετε να εγκαταλείψετε τα δόγματα της λεγομένης αγίας συνόδου, να αναθεματίσετε τις εικόνες των επισκόπων και να τους διαγράψετε από τα ιερά δίπτυχα…».
(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 322-325)
***
Της Εκκλησιαστικής Ιστορίας Θεοδώρου δ’ τόμου.
«Υπό δε ταύτην την υπατείαν κατά τον μήνα Δεκέμβριον, έχοντα αυτόν τριακάδα και πέμπτην ημέραν, θαύμα φοβερόν και εξαίσιον πάσαν τε ακοήν ανθρώπων καταπλήττον γεγένηται. Ολύμπιος γαρ τις τούνομα Ευθυμίου του της Αρείου θρησκείας εξάρχοντος τον βαδιστή παραχορεύων εν τω λουτρώ του παλατίου Ελενιανών γενόμενος κατά τον προμαλάττοντα και θεασάμενος τινας των λουομένων την του ομοουσίου δόξαν σεμνύνοντας έφη αυταίς λέξεσιν ούτως˙
Τι γαρ εστιν η Τριάς; Ποίω δε τοίχω ουκ επιγέγραπται;
Και κρατήσας των εαυτού αναγκαίων έφη˙
Ίδε, καγώ τριάδα έχω,
Ώστε κινηθέντας τους εκεί ευρεθέντας μέλλειν αυτόν διαχειρίζεσθαι˙ αλλ’ εἰρχθησαν υπό τινος Μάγνου, πρεσβυτέρου των αγίων αποστόλων εν τω περιτειχίσματι, ανθρώπου θαυμαστού και τον Θεόν θεραπεύοντος, φήσαντος προς αυτούς, ως ουκ αν διαλάθη τον της παντεφόρου δίκης οφθαλμόν ακκριβεί λόγω γράφοντα.
Αιδοί δε του ανδρός της ταραχής παυσαμένων εξανέστη ο Ολύμπιος και τη εμβάσει των θερμών ως έθος χρησάμενος έξεισιν επί την των ψυχρών υδάτων δεξαμενήν, ήτις λαμβάνει τα ύδατα εκ πηγής τικτομένης μέσον του σεπτού θυσιαστηρίου του ευαγούς οίκου του πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ον εν παλαιοίς έκτισεν αξιώμασιν αρχοντικοίς διαλάμψας Αυρηλιανός˙ ενθένδε ηγούμαι θείας εποψίας το ύδωρ αξιούσθαι. Εν ή καταβάς θάττον επαναβαίνει κραυγάζων˙
Ελεήσατέ με, ελεήσατε,
Και κνήθων αυτού τας σάρκας των οστών απεμέριζε. Πάντες δε περί αυτόν γενόμενοι και κρατήσαντες, σινδόνι περιτυλίξαντες ανέκλιναν ψυχορραγούντα. Επηρώτων δε, τι αν είη το συμβάν˙ και φησιν ο Ολύμπιος˙
Άνδρα κατείδον λευχειμονούντα επιβάντα μοι κατά της νεροφόρου και τρεις σίκλας θερμού περιχέαντά μοι και λέγοντά μοι, Μη δυσφήμει.
Λαβόντες δε αυτόν φορείω οι αυτώ διαφέροντες μετεκόμισαν εν ετέρω λουτρώ προσκειμένω τη των Αρειανών εκκλησία. Θελόντων δε αυτών αποτυλίξαι την σινδόνα απ’ αυτού συνεξέπαιρον πάσας τας σάρκας αυτού, και ούτω νεκρωθείς απέδωκε το πνεύμα. Γνωστόν δε εγένετο τούτο σχεδόν καθ’ όλης της βασιλίδος. Εφήμιζον δε τινες περί του πεπονθότος, ως χρόνοις τισίν από της ομοούσιον δοξαζούσης θρησκείας εις την Αρείου μετεβαπτίσατο λατρείαν.
Επειδή δε το συμβεβηκός και ακοαίς βασιλέων επλησίασεν – Αναστάσιος δε ην -, επέτρεψεν εικόνι χρωματισθέν το τεράστιον ύπερθε της νεοφόρου καταπαγήναι. Ιωάννης δε τις διάκονος και έκδικος του προλεχθέντος ευαγούς οίκου Στεφάνου του των μαρτύρων πρώτου, ανήρ ει και τις άλλος ζήλον υπέρ του ομοουσίου δόγματος εκάστοτε ενδεικνύμενος και αυτός εικόνι κατέγραψεν, αλλ’ ουχ απλώς˙ των γαρ εκείσε λουομένων και θεασαμένων τα ονόματα κατέγραψε, και ένθα είη έκαστος οικών, έτι τε και των τοις ύδασιν υπηρετούντων. Μαρτυρεί δε η εικών άχρι του παρόντος πεπηγυία εν τω εμβόλω του τετραστόου του πολλάκις ειρημένου ευκτηρίου.
Επειδή δε τω θαύματι θαύμα επηκολούθησεν, ουχ όσιον παριδείν της αυτής υποθέσεως τυγχάνον, όπερ, ει και τον παρόντα καιρόν υπερήλθε, λέγειν ουκ οκνήσω. Θεασάμενοι γαρ οι της Αρείου συμμορφίας επικρατούντα θρίαμβον ελιπάρησαν και τον του παλατίου Ελενιανών την φροντίδα πεπιστευμένον ως εξάρχοντα και της του λουτρού διοικήσεως καθελόντα, κατακρύψαι την εικόνα. Ος πρ΄φασιν ευμήχανον ευράμενος την εκ των υδάτων προσγινομένην νοτίδα ως σκυλθείσαν την εικόνα αφελόμενος, φησίν, επί διορθώσει κατέκρυψεν. Ήν ο βασιλεύς, εγκυκλίους επιδημίας τελών εις έκαστον τόπον βασιλικόν, παραγενόμενος κακείσε την εικόνα επεζήτει˙ και ούτως αύθις τω τοίχω κατεπάγη. Παρά πόδας δε τον Ευτυχιανόν (τούτο γαρ ην όνομα τω διαιταρίω) ορ΄γη τις θεοδίκαστος παραλαβούσα τον μεν δεξιόν οφθαλμόν διαρρεύσαι πεποίηκε, κακίστως δε και τα λοιπά περισείουσα μέλη, προσπελάσαι παρασκεύασε τω ευαγεί ευκτηρίω ένθα πεπίστευται αναπαύεσθαι μέρος ιερών λειψάνων των θεσπίων Παντολέοντος και Μαρίνου, επικαλουμένου του τόπου Ομόνοια εκ του εκεί συνελθόντας τους εκατόν πεντήκοντα επισκόπους επί Θεοδοσίου του μεγάλου βασιλέως κοινήν τινα και συμπεφωνημένην διδασκαλίαν του τε ομοουσίου της θείας Τριάδος ποιήσασθαι και της ενανθρωπήσεως δε του Κυρίου τρανώσαι την εκ Παρθένου πρόσληψιν, ταύτην την επωνυμίαν τεκτήνασθαι. Ημέρας τε περίπου επτά προσκαρτερούντος και ονούντος ουδέν, αλλά και διαβρωθέντων αυτώ και των διδύμων, μεσούσης μιας των νυκτών ο λαχών υποδιάκονος την πανύχιον έχειν ορά κατ’όναρ βασιλέα τινά επιστάντα και τη χειρί υποδεικνύοντα τον ασθενή λέγειν˙
Πως υπεδέξω τούτουν;Τις δε ο ενταύθα αγαγών; Ούτος ο μετά των εις εμέ δυσφημούντων συμφραξάμενος. Ούτος ο κατακρύψας την εικόνα του θαύματος.
Διαναστάς δε ο κληρικός το οφθέν διηγήσατο, φήσας των αδυνάτων τυγχάνειν ιαθήναι τούτον της μάστιγος. Τη δε αυτή νυκτί ο Ευτυχιανός, ώσπερ εις ύπνον εκ των οδυνών υπαχθείς, ορά τινα νεανίαν ευνούχον παραγαυδίω λαμπρώ ημφιεσμένον λέγοντα αυτώ˙
Τι έχεις;
Ως δε
Αποθνησκω, έφη, κατατηκόμενος και θεραπείας μη τυγχάνων,
Ήκουε λέγοντος, ως
Ουδείς σοι δύναται βοηθήσαι˙ ο γαρ βασιλεύς δεινώς οργίζεται κατά σου.
Ο δε φησιν˙
Ει θέλεις ανεθήναι, άπιθι συντόμως εν τω λουτρώ Ελενιανών και εγγύθεν της εικόνος του καυθέντος Αρειανού αναπαύθητι.
Παραυτά δε διυπνίσας ένα των υπηρετούντων εφώνει. Εξεπλάγησαν δε˙ τριών γαρ ημερών ήδη παρελθουσών αφωνία συνείχετο. Και φησι προς αυτούς, απάγειν αυτόν κατά το προταχθέν διεκελεύσατο. Φθάσας δε τον τόπον και προς την εικόνα τεθείς εξέπνει. Την γαρ από σώματος διάστασιν της ψυχής ελευθερίαν ανέσεως ο οφθείς αγορεύων ηλήθευσεν» (PG 86a,221A-225C)
«Σε αυτή την υπατεία, στις τριάντα του μηνός Δεκεμβρίου, ημέρα Πέμπτη, έγινε ένα θαύμα φοβερό και εξαίσιο που κατέπληξε όλους τους ανθρώπους που το άκουσαν. Κάποιος, ονόματι Ολύμπιος, που οδηγούσε το άλογο του αρχηγού της θρησκείας των Αρειανών Ευθυμίου, φθάνοντας στο λουτρό του παλατιού των Ελενιανών, στο χώρο που γινόταν η προθέρμανση, και βλέποντας μερικούς από τους λουομένους να δέχονται τη διδασκαλία του ομοουσίου, είπε επί λέξει τα εξής˙
Τι είναι η Τριάδα; Σε ποιο τοίχο δεν είναι ζωγραφισμένη;
Και πιάνοντας τα απόκρυφά του είπε˙
Κοίτα, κι εγώ έχω τριάδα, σε σημείο που κινήθηκαν όσοι βρίσκονταν εκεί με σκοπό να τον σκοτώσουν. Αλλά εμποδίστηκαν από κάποιον Μάγνο, πρεσβύτερο του ναού των αγίων Αποστόλων που είναι στο περιτοίχισμα, άνθρωπο αξιοθαύμαστο και πιστό λειτουργό του Θεού, ο οποίος τους είπε ότι δε θα μπορέσει να αποφύγει το μάτι της θείας δικαιοσύνης, που τα βλέπει όλα και τα γράφει λεπτομερώς.
Αφού από σεβασμό προς τον άνδρα, σταμάτησε η οργή τους, σηκώθηκε ο Ολύμπιος και αφού μπήκε κι έκανε χρήση ου ζεστού νερού, όπως συνηθίζεται, βγήκε και τράβηξε στη δεξαμενή με τα κρύα νερά, η οποία παίρνει από πηγή που αναβλύζει μέσα από το σεπτό θυσιαστήριο του ευαγούς οίκου του πρωτομάρτυρα Στεφάνου, τον οποίο έκτισε τα παλιά τα χρόνια ο Αυρηλιανός, που διέπρεψε σε αρχοντικά αξιώματα˙ γι’ αυτό νομίζω πως το νερό έχει τη θεία επιστασία. Κατεβαίνοντας στη δεξαμενή αμέσως ξαναβγήκε φωνάζοντας,
Βοηθήστε με, βοηθήστε με
Και ξύνοντας τις σάρκες του τις ξεκολλούσε από τα κόκκαλα του. Έσπευσαν όλοι γύρω του, και αφού τον έπιασαν, τον τύλιξαν σε σεντόνι και τον ξάπλωσαν ενώ ψυχορραγούσε. Τον ρωτούσαν τότε τι ήταν αυτό που συνέβηκε, και ο Ολύμπιος είπε˙
Είδα έναν άνδρα ντυμένο στα λευκά ανεβασμένο στο λουτήρα να μου χύνει τρεις κουβάδες ζεστό νερό και να μου λέει˙ μη βλασφημείς.
Αφού τον πήραν με το φορείο οι ενδιαφερόμενοι γι’ αυτόν, τον μετέφεραν σε άλλο λουτρό, που ήταν κοντά στην εκκλησία των Αρειανών. Όταν όμως θέλησαν να του βγάλουν το σεντόνι, τράβηξαν μαζί και όλες τις σάρκες του κι έτσι πέθανε παραδίδοντας το πνεύμα. Έγινε τότε αυτό γνωστό σχεδόν σε όλη τη βασιλεύουσα.
Διέδιδαν μερικοί για τον παθόντα πως πριν από μερικά χρόνια είχε φύγει από την Εκκλησία που πρέσβευε το ομοούσιο και ασπάσθηκε τη δοξασία του Αρείου.
Όταν το γεγονός αυτό έφθασε στ’ αυτιά των βασιλέων – τότε βασίλευε ο Αναστάσιος -, διέταξε να ζωγραφισθεί σε εικόνα το θαυμαστό γεγονός και να κρεμασθεί σταθερά πάνω από τον λουτήρα. Κάποιος όμως Ιωάννης διάκονος και έκδικος του προαναφερθέντος περίλαμπρου οίκου του πρωτομάρτυρα Στεφάνου, άνδρας που έδειχνε ζήλο μεγαλύτερο από κάθε άλλον για το δόγμα του ομοουσίου, και αυτός το ζωγράφισε σε εικόνα, όμως όχι έτσι απλά˙ αλλά κατέγραψε και τα ονόματα όσων λούζονταν εκεί και είδαν το θαύμα, και που έμενε ο καθένας, καθώς και όσων υπηρετούσαν στα λουτρά! Το θαύμα αυτό το μαρτυρεί όμως και η εικόνα που είναι καρφωμένη μέχρι σήμερα στο έμβολο του προστώου του ναού που πολλές φορές αναφέρθηκε.
Επειδή αυτό το θαύμα το ακολούθησε και άλλο θαύμα, δεν είναι σωστό να το αντιπαρέλθουμε, μια και αναφέρεται στην ίδια υπόθεση, το οποίο, αν και ξεπέρασε τον καιρό μας, δε θα διστάσω να το διηγηθώ. Όταν είδαν οι οπαδοί της συμμορίας του Αρείου το θρίαμβο που επικρατούσε, παρακάλεσαν επίμονα εκείνον που είχε την φροντίδα του παλατιού των Ελενιανών, σαν προϊστάμενο και της διοικήσεως του λουτρού, να κατεβάσει και να κρύψει την εικόνα. Αυτός, βρίσκοντας εύκολη πρόφαση την υγρασία που δημιουργούσαν τα νερά, αφαίρεσε την εικόνα, επειδή τάχα είχε διαβρωθεί, και την έκρυψε για να αποκατασταθεί. Ο βασιλιάς όμως που πραγματοποιούσε τακτικές περιοδείες σε κάθε περιοχή της επικράτειάς του, όταν γύρισε από αυτές ζήτησε την εικόνα αυτή κι έτσι πάλι αναρτήθηκε στον τοίχο. Όμως Θεϊκή οργή παραλαβαίνει τον Ευτυχιανό (γιατί αυτό ήταν το όνομα του υπευθύνου), η οποία έκανε να λειώσει το δεξί του μάτι, αλλά και τα άλλα μέλη του να αρχίσουν να παραμορφώνονται, και τον ανάγκασε να καταφύγει στον περιώνυμο ναό, όπου πιστευόταν ότι αναπαυόταν μέρος από τα ιερά λείψανα των θεσπεσίων Παντολέοντα και Μαρίνου, στον τόπο που λεγόταν Ομόνοια, από το γεγονός ότι εκεί συνήλθαν οι εκατόν πενήντα επίσκοποι, όταν βασίλευε ο Θεοδόσιος ο μέγας, για να διατυπώσουν από κοινού και ομόφωνα τη διδασκαλία του ομοουσίου της θείας Τριάδος και να διατρανώσουν για την ενανθρώπηση του Κυρίου την εκ της Παρθένου πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης του, και από αυτό το γεγονός πήρε το μέρος εκείνο το όνομα αυτό. Και ενώ (ο Ευτυχιανός) προσκαρτερούσε επτά περίπου μέρες χωρίς να βλέπει ωφέλεια, αλλά αντίθετα καταστράφηκαν και τα απόκρυφα του, κατά το μέσον μια από τις νύχτες, ο υποδιάκονος που έτυχε να τελεί την παννυχίδα, βλέπει στο όνειρό του ένα βασιλιά να στέκεται και να δείχνει με το χέρι του τον άρρωστο λέγοντας˙
Πως τον δέχτηκες αυτόν; Ποιος τον έφερε εδώ; Αυτός είναι που μαζί με εκείνους που με βλασφημούν τάχθηκε εναντίον. Αυτός είναι που έκρυψε την εικόνα του θαύματος.
Σηκώθηκε τότε ο κληρικός και διηγήθηκε αυτό που είδε, λέγοντας πως είναι τελείως αδύνατο να θεραπευθεί αυτός από τη φοβερή μάστιγα. Την ίδια νύχτα ο Ευτυχιανός, σαν να κοιμήθηκε από τις οδύνες, βλέπει κάποιον νεαρό ευνούχο, ντυμένο με αστραφτερό χιτώνα, να του λέει˙
Τι έχεις;
Μόλις απάντησε,
Πεθαίνω λειώνοντας και δε βρίσκω θεραπεία,

τον άκουσε να λέει˙

Κανείς δεν μπορεί να σε βοηθήσει, γιατί ο βασιλιάς είναι φοβερά οργισμένος εναντίον σου.
Αυτός παρακάλεσε πάλι και είπε˙
Ποιον να βάλω ή τι να κάνω;
Κι εκείνος του απάντησε˙
Εάν θέλεις να βρεις ανακούφιση, πήγαινε γρήγορα στο λουτρό των Ελενιανών και αναπαύσου κοντά στην εικόνα του αρειανού που κάηκε.
Αφού ξύπνησε φώναξε αμέσως ένα από τους υπηρέτες˙ όλοι έμειναν κατάπληκτοι˙ γιατί είχαν περάσει τρεις μέρες χωρίς να μιλήσει. Τους είπε λοιπόν να τον μεταφέρουν εκεί που έλεγε η εντολή. Μόλις έφθασε εκεί και τοποθετήθηκε κοντά στην εικόνα, εξέπνευσε. Αποκαλώντας ο νέος που εμφανίσθηκε τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα ελευθερία και άνεση, έλεγε την αλήθεια».
(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 322-325)
***
Του οσίου Θεοφάνους ηγουμένου του Αγρού, Χρονογραφία

«Α.Μ. 5991. Ολύμπιος δε τις Αρειανός εν τω Ελενιανών βαλανείω λουόμενος δεινώς βλασφημήσας, ελεεινώς εν τη νεροφόρω τέθνηκεν˙ όπερ εν εικόνι εγράφη. Ευτυχιανός δε τις πρώτος των διαιταρίων δώροις πεισθείς υπό των Αρειανών, την ανατεθείσαν εικόνα του Ολυμπίου καθείλεν˙ και εξετάκη δεινώς το σώμα αυτού από της ημέρας εκείνης και απέθανεν». (CSHB, ed. Niebhur, Bonnae 1889, t.1 220.2)
«Έτος 498/9 μ.Χ. Και κάποιος Αρειανός Ολύμπιος λουόμενος στο δημόσιο λουτρό των Ελενειανών εβλασφήμησε φοβερά και απέθανε κατά τρόπον ελεεινό στη νεροφόρα. Αυτό αποτυπώθηκε σε μια εικόνα. Και κάποιος Ευτυχιανός αρχιδιαιτάρχης επείσθη με δώρα από τους Αρειανούς και έβγαλε την εικόνα του Ολυμπίου που είχε στηθεί εκεί. Και από την ημέρα εκείνη το σώμα άρχισε να λιώνει με φοβερό τρόπο. Και τελικά απέθανε». (μετ. αρχιμ. Ανανίας Κουστένης, Αρμός 2007, 383).
***
Του αγίου Σοφρωνίου Πατριάρχου Ιεροσολύμων, Βίος Μαρίας Αιγυπτίας της από εταιρίδων οσίως ασκησάσης κατά την έρημον του Ιορδάνου.
§ κγ’ «Τούτο τρις και τετράκις παθούσα τε και ποιήσασα, αποκαμούσα λοιπόν, και μηκέτι ωθείν και αντωθείσθαι ισχύουσα ( εγεγόνει γαρ μου το σώμα εκ της βίας κατάκοπον), και ενδούσα λοιπόν, ανεχώρησα και έστη εν τη γωνία της αυλής του ναού˙ και μόλις ποτε εν συνασισθήσει της αιτίας, της κωλυούσης με ιδείν το ζωοποιόν ξύλον, γεγένημαι. Ήψατο γαρ των οφθαλμών της καρδίας μου λόγος σωτήριος, υποδεικνύων μοι, ότι ο βόρβορος των έργων μου ην, ο την είσοδον κλείων μοι. Ηρξάμην δε κλαίειν, και οδύρεσθαι, και το στήθος μου τύπτειν, και στεναγμούς εκ βάθους της καρδίας μου ανάγουσα˙ κλαίουσα δε ορώ επάνω του τόπου εν ώ ιστάμην εικόνα της παναγίας Θεοτόκου εστώσαν, και φημί προς αυτήν ακλινώς ενατενίζουσα˙ Παρθένε Δέσποινα, η τον Θεόν Λόγον κατά σάρκα γενήσασα, οίδα μεν, οίδα ως ουκ έστιν ευπρεπές ουδέ εύλογον την ούτως με ρυπαράν ούσαν, την ούτως πανάσωτον, εικόνα καθοράν σου της Αειπαρθένου, σου, της αγνής, σου της σώμα και ψυχήν εχούσης καθαράν και αμόλυντον˙ δίκαιον γαρ εστιν εμέ την άσωτον υπό της σης καθαρότητος μισείσθαι τε και βδελύττεσθαι. Πλην επείπερ, ως ήκουσα, δια τούτο γέγονεν ο Θεός, ον εγέννησας, άνθρωπος, όπως καλέση αμαρτωλούς εις μετάνοιαν˙ βοήθησον την μόνη, και μη εχούση τινα προς βοήθειαν˙ επίταξον καμοί συγχωρηθήναι την είσοδον της Εκκλησίας εισελθείν˙ μη στερήσης με το ξύλον ιδείν, εν ώ κατά σάρκα προσπαγείς ο Θεός ον εγέννησας, το αίμα το ίδιον υπέρ εμού δέδωκεν εις αντίλυτρον˙ επίταξον, ώ Δέσποινα, καμοί την θύραν ανοιγήναι της θείας του σταυρού προσκυνήσεως, και σε δίδωμι τω εκ σου τεχθέντι Θεώ εγγυητήν αξιόχρεων, ως ουκέτι την σάρκαν ταύτην ενυβρίσω δι’αισχράς οιασδήποτε μίξεως, αλλ’ ηνίκα το ξύλον του σταυρού του Υιού σου θεάσομαι, κόσμω και τοις εν κόσμω πάσιν ευθύς απτάσσωμαι, και αυτίκα εξέρχωμαι, όπου δ’ αν αυτή, ως εγγυητής σωτηρίας, υποθής και οδηγήσης με». (PG 87c,3713B-C).
***
Μαρτύριο των Αγίων Ευσταθίου και Θεοπίστης και των τέκνων αυτών Αγαπίου και Θεοπίστου.
§ 3 «Εξελθόντος αυτού μία των ημερών επί τα όρη θηρεύσαι μετά του στρατοπέδου πάσης της θεραπείας αυτού κατά το σύνηθες, ώφθη αυτώ αγέλη ελάφων βοσκομένη, και διαστήσας κατά το σύνηθες τον στρατόν, εποιήσατο την κατά αυτών δίωξιν… περί την σύλληψιν των ελάφων, υπερμεγεθέστατος πάσης της αγέλης και …, όστις αποσπασθείς από της αγέλης, ώρμησε κατά του κρημνού εν δασυτέροις τόποις της ύλης, και δυσβάτοις χωρίοις˙ ον θεασάμενος ο Πλακίδας και επιθυμήσας συλλάβεσθαι αυτόν, καταλιπών πάντας, μετ’ ολίγων στρατιωτών κατεδίωκεν. Ατονισάντων δε πάντων των συνόντων αυτώ, μόνος προσεκατρέρει τη διώξει. Κατά πρόνοιαν δε του Θεού μήτε του ίππου αυτού ατονήσαντος, μήτε δε αυτού προς την δυσχέρειαν του τόπου αποκνήσαντος, επί πολύ δε καταδιώκων, μακράν ευρέθη του στρατοπέδου αυτού, ο δε έλαφος εκείνος καταλαβών ακρώρειαν πέτρας υψηλοτάτης έστη επάνω αυτής. Φθάσας δε πλησίον ο Στρατηλάτης, μηδενός συνόντος αυτώ, έστηκεν περισκοπών πάντοθεν ποίω τρόπω επιβλαβήται του ελάφου. Ο δε πάνσοφος και πανοικτίρμων Θεός, ο παντοίας οδούς προς σωτηρίαν ανθρώπων επινοών, αντιθηρεύει τούτον εν τη θήρα, ουχ ως Κορνήλιον δια του Πέτρου, αλλ’ ως Παύλον διώκοντα δια της ιδίας επιφανείας. Επί πολύ δε εστώτος του Πλακίδα, και ατενίζοντος μεν εις τον έλαφον, θαυμάζοντος δε αυτού το μέγεθος, και αμηχανούντος ποίω τρόπω επιλάβηται του ελάφου, δείκνυσιν ο Κύριος τεράστιον τοιούτον, ουκ απεικός ουδέ υπερβαίνον της αυτού δυνάμεως το μέγεθος˙ αλλ’ ώσπερ επί τω Βαλαάμ, λόγον ενθείς τη όνω, ήλεγξεν αυτού την άνοιαν, ούτως και ενταύθα δείκνυσι τούτον επί μεν των κεράτων του ελάφου τον τύπον του τιμίου σταυρού υπέρ την λαμπρότητα του ηλίου λάμποντα, μέσω δε των κεράτων την εικόνα του θεοφόρου σώματος, ην δια την σωτηρίαν ημών αναλαβείν κατεδέξατο, και φωνήν ανθρωπίνην ενθείς τω ελάφω, προσκαλείται αυτών λέγων˙» (Acta Sanctorum September 6, 124D-F)
***
Ιωάννου Μόσχου, Πνευματικός Λειμών
Κεφ. 45 «Διηγήσατο ημίν τις των γερόντων ότι˙ 
Έλεγεν ο αββάς Θεόδωρος ο Ηλιώτης, ότι ην τις έγκλειστος εις το όρος των Ελαιών, αγωνιστής πάνυ. Επολέμει δε αυτόν ο δαίμων της πορνείας. Εν μια ουν ως επέκειτο αυτώ σφοδρώς, ήρξατο ο γέρων αποδυσπετείν και λέγειν τω δαίμονι.
Έως πότε ουκ ενδίδως μοι; Απόστα λοιπόν, συνεγγήρασαί μοι.
Φαίνεται ουν αυτώ οφθαλμοφανώς ο δαίμων λέγων.
Όμοσόν μοι, ότι ουδενί λέγεις ά μέλλω σοι λέγειν και ουκ έτι σε πολεμώ.
Και ώμοσεν ο γέρων, ότι.
Μα τον κατοικούντα εν τοις ουρανοίς, ουκ είπω τινί, άπερ είπης μοι.
Λέγει αυτώ ο δαίμων.
Μη προσκυνήσης ταύτη τη εικόνι και ουκ έτι σε πολεμώ.
Είχε δε η εικών το εκτύπωμα της Δεσποινής ημών της αγίας Θεοτόκου Μαρίας βασταζούσης τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν». 
«Κάποιος από τους γέροντες μας διηγήθηκε τα εξής.
Ο αββάς Θεόδωρος ο Ηλιώτης έλεγε για κάποιον πολύ αγωνιστή, που ασκήτευε στο όρος των Ελαιώνων. Τον πολεμούσε ο δαίμονας της πορνείας. Μια μέρα λοιπόν, καθώς τον είχε επιτεθεί με μανία, ο γέροντας άρχισε να μην αντέχει άλλο και λέει στο δαίμονα.
Μέχρι πότε θα με τυραννάς; Φύγε πλέον, γιατί έχουμε γεράσει μαζί.
Του εμφανίζεται τότε ο δαίμονας μπροστά στα μάτια του, λέγονας.
Κάνε μου όρκο, ότι σε κανέναν δεν θα πεις αυτά που θα σου πω, και στο εξής δεν θα σε ξαναενοχλήσω.
Και ορκίστηκε ο γέροντας λέγοντας.
Μα αυτόν που κατοικεί στον ουρανό, σε κανέναν δε θα πω τίποτε από όσα μου πεις.
Ο δαίμονας του λέει.
Μη προσκυνήσεις αυτή την εικόνα και δεν σε ξαναπολεμώ.
Η εικόνα είχε πάνω τη μορφή της Δέσποινάς μας της αγίας Θεοτόκου Μαρίας, που βαστά τον Κύριό μας Ιησού Χριστό».
(μετ. Χρήστου Μήτσιου, ΕΠΕ, Φιλοκαλία, τ.2 σελ. 90-93)
*
Κεφ. 81 «Διηγήσαντο ημίν οι αυτοί πατέρες και τούτο, λέγοντες, ότι.
Εν ταις αυταίς ημέραις γυνή τις φιλόχρηστος εις τα μερη Απαμείας φρεαρ ώρυξε και πάμπολλα δαπανήσασα και βάθος πολύ κατελθούσα, ουχ εύρεν ύδωρ και εν πολλή αθυμία υπήρχε, και δια τον κόπον και δια τας δαπάνας. Εν μια ουν των ημερών θεωρεί η γυνή τινα αυτή λέγοντα.
Πέμψον και φέρε το ομοίωμα του αββά Θεοδοσίου του εις τον Σκόπελον και το ύδωρ δι’ αυτού ο Θεός παρέχει σοι.
Η δε γυνή ευθέως πέμψασα δύο ανθρώπους, έλαβε την εικόνα του αγίου και εχάλασεν αυτήν εις το φρέαρ. Και ευθέως και παραχρήμα εξήλθε το ύδωρ, ώστε το ήμισυ του λάκκου πληρωθήναι. Έφερον ουν ημίν οι διασώσαντες την εικόνα εκ του ύδατος και επίομεν και εδοξάζομεν πάντες τον Θεόν».
«Οι ίδοι πατέρες μας διηγήθηκαν και μας είπαν και αυτό.
Αυτές τις ημέρες κάποια φιλόχριστη γυναίκα άνοιξε ένα πηγάδι στα μέρη τη Απάμειας. Δαπάνησε παμπολλα και κατέβηκε σε μεγάλο βάθος, αλλά νερό δεν βρήκε˙ η στεναχώρια της ήταν μεγάλη και για τον κόπο και για τα έξοδα. Μια μέρα λοιπόν βλέπει η γυναίκα κάποιον να της λέει.
Στείλε και φέρε την εικόνα του αββά Θεοδοσίου από τον Σκόπελον, και ο Θεός μέσω αυτού θα σου δώσει νερό.
Η γυναίκα αμέσως τότε στέλνει δύο ανθρώπους, πήρε την εικόνα του αγίου και την έριξε στο πηγάδι. Και αμέσως αυτόματα βγήκε νερό, ώστε ο μισός λάκκος να γεμίσει. Μας έφεραν λοιπόν εκείνοι που έβγαλαν την εικόνα από το νερό, και ήπιαμε νερό και όλοι δοξάσαμε τον Θεό».
(μετ. Χρήστου Μήτσιου, ΕΠΕ, Φιλοκαλία, τ.2 σελ. 158-161)
*
Κεφ. 180 «Διηγήσατο ημίν ο οσιώτατος Δονύσιος, ο πρεσβύτερος και σκευοφύλαξ της των Ασκαλωνιτών αγιωτάτης Εκκλησίας, περί του αββά Ιωάννου του αναχωρητού, λέγων, ότι.
Όντως μέγας εν τη παρούση γενεά κατά Θεόν γέγονεν άνθρωπος και προς σύστασιν της αυτού προς Θεόν ευαρεστήσεως τούτο το θαύμα περί αυτού διηγείτο.
Εν σπηλαίω, φησίν ο γέρων εκάθητο εις τα μέρη Σοχούς του κτήματος από μιλίων μικρώ προς Ιεροσολύμων κ’ εικόνα δε είχε ο γέρων εν τω σπηλαίω αυτού της παναγίας αχράντου Δεσποινής ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, εν αγκάλαις φέρουσαν τον Θεόν ημών. Καθότι ουν εβούλετο απελθείν εις τόπον τινα ή εις ερήμους μακράς ή εις Ιερσόλυμα, προς το προσκυνήσαι τον άγιον σταυρόν και σεβαστούς τόπους, ή και εις το Σιναίον όρος, προς το εύχεσθαι και εις μάρτυρας αφεστώτας Ιεροσολύμων πολλοίς και μακροίς διαστήμασιν (ην γαρ φιλομάρτυς ο γέρων, και νυν μεν απίη προς τον άγιον Ιωάννην εις Έφεσον, νυν δε εις τον άγιον Θεόδωρον εις Ευχάιταν, και άρτι μεν εις την των Ισάυρων εις την αγίαν Θέκλαν εις Σελεύκειαν, άρτι δε εις τον άγιον Σέργιον εις Σαφάς˙ και ποτέ μεν εις τούτον, ποτέ δε εις εκείνον τον άγιον ώδευσεν), εσκευαζε την κανδήλαν και ήπτεν ως είχεν συνήθειαν και προς ικεσίαν στας και την πορείαν αυτώ κατευθυνθήναι τον Θεόν ικετεύσας, έλεγεν εις την Δέσποιναν, εις την εικόνα αυτής προσέχων.
Αγία Δέσποινα Θεοτόκε, επειδή οδόν μέλλω βαδίσαι μακράν, πολλών ημερών προθεσμίαν έχουσαν, της κανδήλας σου φρόντισον και μη σβεννυμένην αυτήν κατά την εμ΄ν πρόθεσιν φυλάξαι˙ εγώ γαρ την σην βοήθειαν συνοδοιπόρον έχων απέρχομαι.
Και ταύτα προς την εικόνα φήσας, εξήρχετο. Και την προτεθείσαν πορείαν ποιήσας υπέστρεφεν, ποτέ μεν δια μηνός, ποτέ δε δια δύο και τριών, έστι δε ότε και δια πέντε και έξι και ούτως εύρισκε την κανδήλαν εσκευασμένην τε και απτιμένην, καθάπερ αυτήν προς την οδοιπορίαν εξερχόμενος είασε, και ουδέποτε αυτήν αφ’ εαυτής σβεσθείσαν εώρακεν, ούτε εξ ύπνου ανιστάμενος, ούτε εξ αποδημίας επαναστρέφων, ούτε εξ ερήμου φοιτών εις το σπήλαιον».
***
«Μας διηγήθηκε ο οσιότατος Διονύσιος ο πρεσβύτερος και σκευοφύλακας της αγιοτάτης Εκκλησίας των Ασκαλωνιτών, για τον αββά Ιωάννη τον αναχωρητή, τα εξής. 
Ήταν πράγματι μεγάλος άνθρωπος ανάμεσα στην παρούσα γενιά του κόσμου˙ και για να φανερώσει την ευαρέσκεια του Θεού προς αυτόν, αυτό το θαύμα μας διηγούνταν για αυτόν.
Ο γέροντας έλεγε, μένει σ’ ένα σπήλαιο στα μέρη του χωριού Σοχούς, περίπου είκοσι μίλια μακριά από τα Ιεροσόλυμα. Είχε ο γέροντας μια εικόνα μέσα στο σπήλαιο της Παναγίας Αχράντου της Δέσποινάς μας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, κρατώντας στην αγκαλιά της το Χριστό. Κάθε φορά λοιπόν που ήθελε να πάει σε κάποιο μέρος ή σε μακρυνές ερήμους ή στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει τον άγιο Σταυρό και τους σεβαστούς τάφους, ή στο όρος Σινά για να προσευχηθεί, ή στους μάρτυρες που βρίσκονταν σε μεγάλη και μακρυνή απόσταση από τα Ιεροσόλυμα (γιατί ήταν ο γέροντας πολύ φιλομάρτυς και άλλοτε πήγαινε στον άγιο Ιωάννη στην Έφεσο, άλλοτε στον άγιο Θεόδωρο στα Ευχάιτα και άλλοτε στην μονή των Ισαύρων στην αγία Θέκλα στη Σελεύκεια, τελευταία πήγε στον άγιο Σέργιο στο Σαφάς˙ και πότε πήγαινε σ’ αυτόν και πότε σ’ εκείνον τον άγιο), ετοίμαζε κάθε φορά την κανδήλα και την άναβε όπως συνήθιζε, και αφού στεκόταν σε στάση προσευχής και ικέτευε τον Θεό να κατευθύνει τον δρόμο του, έλεγε στην Παναγία, έχοντας το βλέμμα στραμμένο στην εικόνα της.
Αγία Δέσποινα Θεοτόκε, επειδή έχω να περπατήσω δρόμο μακρυνό που διαρκεί πολλές μέρες, φρόντισε την καντήλα σου και φύλαξέ την άσβεστη σύμφωνα με την επιθυμία μου˙ εγώ φεύγω έχοντας συνοδοιπόρο την δική σου βοήθεια.
Αφού έλεγε αυτά στην εικόνα, έφευγε. Όταν τελείωνε το ταξίδι του και γύριζε, πότε μετά ένα μήνα, πότε μετά δύο και τρεις, έτυχε μάλιστα να γυρίσει και μετά πέντε και έξι μήνες, έβρισκε έτσι την καντήλα έτοιμη και αναμμένη όπως την άφησε πριν να φύγει και ποτέ δεν την είχε δει σβησμένη από μόνη της, ούτε όταν σηκωνόταν από τον ύπνο, ούτε γυρίζοντας από ταξίδι, ούτε όταν έμενε σε σπήλαιο μέσα στην έρημο».
(μετ. Χρήστου Μήτσιου, ΕΠΕ, Φιλοκαλία, τ.2 σελ. 356-359)
   
***
Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Προς τους αποβαλλομένους τας σεπτάς και αγίας εικόνας.

«Εκ του βίου της αγίας Ευπραξίας.

Λέγει η διάκονος τω κορασίω˙
Ύπαγε, κυρία μου, εις τον οίκον σου, ότι ου δύνασαι ώδε παραμείναι. Ουδέ γαρ δύναταί τις ώδε παραμείναι, εάν μη συντάξηται τω Χριστώ.
Λέγει αυτή τω κοράσιον˙
 Που εστιν ο Χριστός;
Η διάκονος επέδειξεν αυτή τον δεσποτικόν χαρακτήρα. Και στραφείσα λέγει τη διακόνω˙
Αληθώς καγώ τω Χριστώ συντάσσομαι και ουκέτι απέρχομαι μετά της κυρίας μου.
Και πάλιν αναστάσα η Ευπραξία και λαβούσα την θυγατέρα εαυτής παρέστησεν εις τον δεσποτικόν χαρακτήρα και, εκτείνασα τας χείρας αυτής εις τον ουρανόν, εβόησε μετά κλαυθμού˙
Κύριε Ιησού Χριστέ, σοι μελήσει περί του παιδίου, ότι σε επόθησεν και σοι παρέθετο εαυτήν.»
«Από το βίο της αγίας Ευπραξίας.
Λέει η διακόνισσα στο κορίτσι˙
Πήγαινε, κυρία μου, στο σπίτι σου, γιατί δεν μπορείς να μείνεις εδώ. Κανείς άλλωστε δεν μπορεί να μείνει εδώ, αν δεν συνταχθεί με το Χριστό.

Λέει τότε σ’ αυτήν το κορίτσι˙

Που είναι ο Χριστός;

Η διακόνισσα της έδειξε τη δεσποτική εικόνα. Και τότε το κορίτσι γυρίζοντας λέει στη διακόνισσα˙

Αληθινά συντάσσομαι κι εγώ με το Χριστό και δε φεύγω πια με την κυρία μου.
Και ξανασηκώθηκε η Ευπραξία και παίρνοντας τη θυγατέρα της την παρουσίασε στη δεσποτική εικόνα και απλώνοντας τα χέρια της στον ουρανό φώναζε κλαίγοντας˙
Κύριε Ιησού Χριστέ, συ να φροντίζεις για το παιδί, γιατί εσένα πόθησε και σε σένα παρέδωσε τον εαυτό της». 
(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 354-355)
***
Σωφρονίου μοναχού του σοφιστού, Διήγησις θαυμάτων των αγίων Κύρου και Ιωάννου των σοφών Αναργύρων.
«ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΕΙΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥΣ ΚΑΙ ΛΙΒΥΑΣ ΓΡΑΦΕΝΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ
ΛΣΤ’ Περί Θεοδώρου του υποδιακόνου ποδάγραν έχοντος

Λέξωμεν δε λοιπόν και την ρώσιν του σώματος δι’ ολίγων τον λόγον ποιούμενοι. Μετ’ ολίγας δε ταύτας τας ημέρας εκάθευδε και πάλιν παρεστώτας βλέπει τους μάρτυρας και συνοδεύειν αυτοίς επιτάττοντας. Ο δε σφίσι προθυμότερον είπετο˙ ήδει γαρ ουκ ακερδές το τοις αγίοις συνέπεσθαι. Ελθόντες ουν εις ναόν τέλειον, τω μεν είδει φοβερόν και υπέρλαμπρον, τω δε ύψει των ουρανών αυτών εφαπτόμενον, και είσω τούτου γενόμενοι μεγίστην εικόνα και θαυμασίαν εβλέπομεν, μέσον δε τον Δεσπότην Χριστόν γεγραμμένον χρώμασιν έχουσαν, την δέσποιναν Θεοτόκον ευώνυμον, και δεξιόν Ιωάννην τον Βαπτιστήν τον εκ κοιλίας σκιρτήμασιν αυτόν προμηνύσαντα, επεί και λαλών ένδον ων ουκ ηκούετο, και τινας του των αποστόλων και προφητών ενδόξου χορού και της μαρτυρικής ομηγύρεως˙ μεθ’ων ετύγχανον και αυτοί Κύρος και Ιωάννης οι μάρτυρες. Οι προ της εικόνος ιστάμενοι, τω Δεσπότη προσέπιπτον, γόνατα [Συνοδ. Τα γόνατα] κάμπτοντες, και τας κεφαλάς εις έδαφος φέροντες, και περί της του νέου θεραπείας πρεσβεύοντες. Ταύτα δε ην της πρεσβίας τα ρήματα˙

Δέσποτα φιλάνθρωπε, κελεύεις δώμεν και τούτω την ίασιν;
Ως δε πολλάκις εις γην προσκυνήσαντες και τους της ικετείας λόγους εκπέμψαντες, και ο Δεσπότης Χριστός ουκ επἐνευε, του πρεσβεύειν παυσάμενοι, κατηφείς και ολίγωροι προς εμέ, φησί, παραγίνονται, ου πολύ μακράν της εικόνος ιστάμενον˙ και πλησίον γενόμενοι,
Ωράς, φασί, ως ο Δεσπότης ου βούλεταί σοι δοθήναι την ίασιν; Αλλά μηδέ αθυμήσης˙ πάντως γαρ και προς σε ως και προς πάντας χρηστεύεται.
Και διαστάντες ωσεί μικρόν ημίωρον, πάλιν απελθόντες εδέοντο, και πάλιν άπρακτοι, φησίν, ανακάμπτουσιν κατηφείς ως και πρότερον, του Δεσπότου Χριστού μη κελεύοντος˙ και τα αυτά μοι πάλιν ελθόντες ειρήκασιν.
Το τρίτον δε πορευόμενοι,
Θάρσει, λέγουσιν˙ νυν γαρ πάντως την χάριν λαμβάνομεν˙ αλλά και συ ώσπερ ημάς οράς ικετεύοντας, συν ημίν ελθών τον Δεσπότην ικέτευε.
Και προς την εικόναν το τρίτον γενόμενοι, τοις προλαβούσι τρόποις εχρώντο και ρήμασι˙ και ως ώραν πολλήν εδεήθησςν, και κάτω κείμενοι, το Κελεύεις Δέσποτα, μόνον ανέκραζον, τότε και ο Χριστός σπλαγχνισθείς ως οικτείρμων επένευσε, και Δότε αυτώ, προς της εικόνος εφθέγξατο. Και χαμόθεν αναστάντες οι μάρτυρες, πρώτον μεν ευχαρίστουν Χριστώ τω Θεώ ημών ως της δεήσεως αυτών επακούσαντι˙ έπειτα δε χαίροντες και γαννύμενοι,
Ιδού, φασί προς εμέ, ο Θεός την χάριν εδωρήσατο. Είσελθε γουν εις Αλεξάνδρειαν, και εν τω μεγάλω τετραπύλω νήστις καθεύδησον, και μικρόν του της κανδήλας ελαίου της άνω προ της του Σωτήρος εικόνος απτομένης λαβών και εις ληκύθιον, πάλιν άγευστος τα ενθάδε κατάλαβε, και τούτω τους πόδας αλειψάμενος, της υγείας έξεις το δώρημα.» (PG 87c,3559D-3560C)
«Ας μιλήσουμε λοιπόν με συντομία και για την θεραπεία του σώματος. Ύστερα από λίγες ημέρες καθώς κοιμόταν βλέπει πάλι τους μάρτυρες να στέκονται μπροστά του και να τον προστάζουν να τους ακολουθήσει. Αυτός με πολύ προθυμία τους ακολούθησε˙ γιατί ήξερε πως δεν είναι ανώφελο ν’ ακολουθεί τους αγίους.
Αφού φθάσαμε λοιπόν σ’ ένα ναό τέλειο, φοβερό και υπέρλαμπρο στην εμφάνιση και στο ύψος, σαν να ακουμπούσε στους ουρανούς, μπαίνοντας μέσα είδαμε μια μεγάλη και θαυμάσια εικόνα που είχε στη μέση ζωγραφισμένο με χρώματα τον Δεσπότη Χριστό, αριστερά την Δέσποινα Θεοτόκο, και δεξιά τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, ο οποίος τον είχε προμηνύσει από την κοιλιά της μητέρας του με σκιρτήματα, επειδή και να μιλούσε, αφού ήταν μέσα, δεν θα ακουόταν, και μερικούς από την ένδοξη χορεία των αποστόλων και προφητών και από την ομήγυρη των μαρτύρων˙ μαζί μ’ αυτούς ήταν και οι μάρτυρες Κύρος και Ιωάννης, οι οποίοι στέκονταν μπροστά στην εικόνα και έπεφταν στο Δεσπότη λυγίζοντας τα γόνατα και, ακουμπώντας τα κεφάλια τους στο έδαφος, παρακαλούσαν για την θεραπεία του νέου. Τα λόγια της παρακλήσεως ήταν τα εξής˙
Φιλάνθρωπε Δέσποτα, προστάζεις να δώσουμε και σ’ αυτόν την θεραπεία;
Αφού αυτοί προσκύνησαν πολλές φορές σκύβοντας στη γη και απηύθηναν τα λόγια της ικεσίας, επειδή ο Δεσπότης Χριστός δεν συγκατένευσε, έπαψαν να παρακαλούν και έρχονται, λέει, λυπημένοι και κατηφείς σε μένα, που δε στεκόμουνα πολύ μακριά από την εικόνα. Και όταν ήρθαν κοντά μου μού λένε˙
Βλέπεις ότι ο Δεσπότης δε θέλει να σου δώσει τη θεραπεία; Αλλά μη στεναχωριέσαι˙ οπωσδήποτε και για σένα, όπως και για όλους, θα φανεί αγαθός.
Και αφού περίμεναν μισή ώρα περίπου, και πάλι πήγαν και παρακαλούσαν. Και πάλι, λέει, επιστρέφουν άπρακτοι, λυπημένοι και κατηφείς, όπως και πριν, επειδή ο Δεσπότης Χριστός δεν έδωσε εντολή. Και αυτά ήρθαν πάλι και μου τα είπαν. 
Πηγαίνοντας όμως για τρίτη φορά μου λένε˙
Έχε θάρρος, γιατί τώρα θα πάρουμε εξάπαντος τη χάρη˙ αλλά και συ έλα μαζί μας και ικέτευε το Δεσπότη, έτσι όπως βλέπεις να τον παρακαλούμε κι εμείς.
Και αφού ήρθαν για τρίτη φορά στην εικόνα, χρησιμοποίησαν τον ίδιο τρόπο, όπως και πριν, και τα ίδια λόγια. Και αφού παρακάλεσαν για πολλή ώρα, και πεσμένοι κάτω έκραζαν μόνο το Προστάζεις Δέσποτα, τότε ο Χριστός μας σπλαχνίσθηκε ως φιλανθρωπος και συγκατάνευσε και είπε προς την εικόνα˙ Δώστε του. Και αφού σηκωθήκαν από κάτω οι μάρτυρες ευχαριστούσαν το Χριστό το Θεό μας, επειδή άκουσε τη δέησή τους».
(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 347-351)
***

Νικηφόρου Μαγίστρου Αντιοχαίος, Βίος οσίου Συμεών του Νέου
«ρο’. Αμέλει και συμβάν τινι των ανά την Αντιόχου, ανδρί βαναύσω και αγοραίω, τους αναπνευστικούς αποφραγήναι πόρους δι’ ων το πνεύμα εισρεί τε και εκρεί διηθούμενον˙ συχνόν εκείνος τω πάθει συνεχόμενος χρόνον, και αποπνίγευσθαι ήδη νονμίζων, προσήλθε τω Συμεών˙ θεραπείας τα παρ’ αυτού τυχών, και οίκαδε αύθις επανελθών, ευγνωμοσύνης οιωνεί τι δείγμα, και τηλικαύτης ευεργεσίας απομνημόνευμα, εικόνα προ της αυτού φλιάς ανέστησε τω αγίω, φιλοτίμως ου φωτών μόνον, αλλά και παραπετασμάτων έχουσαν. Όπερ ιδόντας τους ασεβείς, και φθόνω τας ψυχάς αναζέσαντας, το οικείον αθροίσαι σύνταγμα, και κατά πλήθος επανελθόντας (ο Θεός όσα επονηρεύσαντο οι εχθροί κατά του αγίου σου!)˙ 
Αίρε τον τούτο δράσαντα, μέγα βοάν˙η εικών το τάχος καταβεβλήσθω.
Ο μεν ουν χειροτέχνης εκείνος, θειοτέρα δε πάντως οικονομία το πράγμα, ουκ έτυχε τηνικαύτα τω εργαστηρίω παρών˙ ή γαρ αν ουδέν του θορύβου χρηστόν απέλαυσε.
Ροα’. Πάντα δε κατά της εικόνος εκείνοι τον θυμόν τρέψαντες, επέτρεψαν ενί των της ίσης αυτοίς απιστίας στρατιωτών, δια τινος ανελθόντα κλίμακος, αυτήν καθελείν. Ο δε την άνοδον ως προστέτακτο θέμενος, ως ήδη και χείρας επιβαλείν επεχείρει, χείρων εκείνων, ας συ, Χριστέ βασιλεύ, επήρας επί τας υπερηφανίας αυτών, αθρόον εκείθε πτώμα χαλεπόν κατηνέχθη˙ ο ταις μεν των άλλων ψυχαίς ου μικρόν ενέσεισε δέος, τοις δε ασεβέσιν επί μάλλον τον φθόνον ηύξησε. Και δεύτερον άλλον αναγαγείν πειραθέντες, οίαν του προτέρου δειλίαν κατεγνωκότες, ως τα ίσα παθόντα μάλλον και αυτόν ή δράσαντα είδον, παραπλησίον τε τω προτέρω πτώμα κατενεχθέντα˙ μη και ταύτη γουν οι ασύνετοι συνιέντες, αλλά προς ούτω φανεράν αλήθειαν μυόντες ή τυφλώττοντες, προσέθεντο και τρίτον αναγαγείν. Επεί δε ταύτα τοις προλαβούσι και αυτώ συνέβη, και τας χείρας κατά της εικόνος εκτείνας, έλαθε καθ’ εαυτού μάλλον ώσπερ αυταίς χρησάμενος, και καταβληθείς, έκειτο και ούτος, πτώμα των προτέρων πολύ καταγελαστότερον, όσω μηδέ σωφρονισθείς ώφθη τω υποδείγματι. Οι μεν εντροπή καλυψάμενοι τας όψεις απήλθον, ελεεινοί της πείρας ελεεινότεροι της αποτυχίας˙ τους δε πιστούς φαιδρότης είχε, και χαράς αυτοίς επληρούτο το στόμα, και η γλώσσα μάλλον αγαλλιάσεως». (PG 86b,3144A-C).
***
Ιερωνύμου, πρεσβυτέρου Ιεροσολύμων
«Της γραφής ημών μηδαμού επιτρεπούσης υμίν προσκυνείν τον σταυρόν, τίνος χάριν λοιπόν αυτόν προσκυνείτε; Είπατε ημίν τοις Ιουδαίοις και Έλλησι και πάσι τοις επερωτώσιν υμάς έθνεσι.
Απόκρισις. Διά τούτο, ώ ανόητοι και αναιδείς τη καρδία, τάχα συνεχώρησεν ο Θεός παντί έθνει σεβομένω τον Θεόν πάντως προσκυνείν τι επί της γης έργον ανθρώπου υπάρχον, ίνα μηκέτι δύνωνται εγκαλείν τοις Χριστιανοίς περί του σταυρού και της των εικόνων προσκυνήσεως. Ώσπερ ουν ο Ιουδαίος προσεκύνει την κιβωτόν της Διαθήκης και τα δύο χερουβίμ τα χωνευτά και χρυσά και τας δύο πλάκας, ας ελάξευσε Μωσής, μηδαμού επιτραπείς υπό του Θεού ταύτα προσκυνείν ή ασπάζεσθαι, ούτω και οι Χριστιανοί ουχ ως Θεόν τον σταυρόν ασπαζόμεθα, αλλά δεικνύντες την της ψυχής ημών γνησίαν προς τον σταυρωθέντα διάθεσιν». (PG 40,865C-D)
«Εφόσον η Γραφή σας πουθενά δεν σας επιτρέπει να προσκυνάτε το σταυρό, για ποιο λόγο λοιπόν τον προσκυνάτε; Απαντήστε σε μας τους Ιουδαίους και Έλληνες και σ’ όλα τα έθνη που σας ερωτούν.
Απόκριση. Για το λόγο αυτό ασφαλώς, ανόητοι και αναιδείς στην καρδιά, επέτρεψε ο Θεός σε κάθε έθνος που σέβεται το Θεό να προσκυνά οπωσδήποτε κάποιο ανθρώπινο έργο που υπάρχει πάνω στη γη, για να μη μπορούν να κατηγορούν τους Χριστιανούς για την προσκύνηση του σταυρού και των εικόνων. Όπως λοιπόν ο Ιουδαίος προσκυνούσε την κιβωτό της Διαθήκης και τα δύο χερουβίμ τα χυτά και χρυσά, και τις δύο πλάκες που τις είχε λαξεύσει ο Μωυσής, χωρίς να του επιτραπεί από το Θεό να τα προσκυνά και να τα ασπάζεται, έτσι και οι Χριστιανοί, δεν ασπαζόμαστε το σταυρό ως Θεό, αλλά το κάνουμε δείχνοντας την ειλικρινή διάθεση της ψυχής μας προς εκείνον που σταυρώθηκε».
(μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Ιωάννη Δαμασκηνού, Έργα, τ.3 σελ. 340-341)
***

Αστερίου Αμασείας, Εις μαρτύριον της πανευφήμου μάρτυρος Ευφημίας έκφρασις.
«Πρώην μεν, ώ άνδρες, Δημοσθένην έχων εν χερσί τον δεινόν, και Δημοσθένους εκείνα, ένθα δη τον Αισχίνην πικροίς βάλλει τοις ενθυμήμασιν˙ εγχρονίσας δε τω λόγω, και πυκνωθείς την διάνοιαν, ανέσεως εδεόμην και περιπάτου, ώστε μοι λυθήναι μικρόν της ψυχής το πονούμενον. Προελθών δε του δωματίου, και ολίγα τοις γνωρίμοις συμβαδίσας επ’ αγοράς, εκείθεν εις το του Θεού τέμενος αφικόμην ευξόμενος εν σχολή. Ως δε και τούτου τυχών, ένα δη των υποστέγων δρόμων εβάδιζον, είδον εκεί γραφήν τινα, και με κατάκραν είλεν η θέα. Ευφράνορος αν είπες είναι το φιλοτέχνημα, ή τινος εκείνων των παλαιών, οι την γραφικήν ήραν εις μέγα, εμψύχους ολίγου δέοντος εργασάμενοι πίνακας. Δεύρο δ’, ει βούλει (και γαρ σχολή νυν διηγήματος), φράσω σοι την γραφήν. Ουδέ γαρ φαυλότερα πάντως των ζωγράφων [παιδες] οι μουσών παίδες έχομεν φάρμακα». (PG 40,334D-336A)
«Ο δε ζωγράφος ευσεβών και αυτός, δια της τέχνης κατά δύναμιν, πάσαν την ιστορίαν εν σινδίνι χαράξας, αυτού που περί την θήκην ιερόν ανέθηκε θέαμα. Έχει δε ώδε το φλοτέχνημα˙
Υψηλός επί θρόνου καθίδρυται δικαστής, πικρόν και δυσμενές βλέπων εις την παρθένον (οργίζεται γαρ, οτ’ αν εθέλη, καν ταις αψύχοις ύλαις η τέχνη). Δορυφόροι δε της αρχής και στρατιώται πολλοί˙ οι μεν, των υπομνημάτων υπογραφείσας δέλτους φέροντες και γραφίδας˙ ων θάτερος αναρτήσας από του κηρού την χείρα, βλέπει προς την κρινομένην σφοδρώς, όλον εκκλίνας το πρόσωπον, ώσπερ κελευόμενος αυτή γεγωνότερον λαλείν, ίνα μη κάμνων περί την ακοήν, εσφαλμένα γράφη και επιλήψιμα. Έστηκε δε η παρθένος εν φαιώ χιτώνι, και ιματίω την φιλοσοφίαν σημαίνουσα˙ ως μεν έδοξε τω γραφεί, και την όψιν αστεία˙ ως δε εμοί δοκεί, την ψυχήν κεκαλλωπισμένη ταις αρεταίς. Άγουσι δε αυτήν προς τον άρχοντα δύο στρατιώται, ο μεν έλκων επί το πρόσω, ο δε κατόπιν επείγων. Κεκραμένον της παρθένου το ήθος αιδοί και στερρότητι. Νεύει μεν γαρ εις γην, ώσπερ ερυθριώσα τας όψεις των αρρένων˙ έστηκε δε ακατάπληκτος, ουδέν πάσχουσα προς τον αγώνα δειλόν˙ ως έγωγε τους άλλους τέως επήνουν ζωγράφους, οτ’ αν εθεασάμην της γυναικός εκείνης της Κολχίδος το δράμα, όπως μέλλουσα τοις τέκνοις επιφέρειν το ξίφος, ελέω και θυμώ μερίζει το πρόσωπον, και θάτερος μεν των οφθαλμών την οργήν εμφανίζει, θάτερος δε την μητέρα μηνύει, φειδομένην και φρίττουσαν˙ νυν δε το θαύμα, απ’ εκείνης της εννοίας προς ταύτην μετατέθεικα την γραφήν. Και σφόδρα γε άγαμαι του τεχνίτου, ότι μάλλον έμιξεν των χρωμάτων, το ήθος, αιδώ τε ομού και ανδρείαν κεράσας, πάθη κατά φύσιν μαχόμενα. 
Προβαινούσης δε εις το πρόσω της μιμήσεως, δήμιοί τινες εν χιτωνίσκοις γυμνοί, ήδη είχοντο του έργου˙ και ο μεν δραξάμενος της κεφαλής, και ανακλίνας εις το κατόπιν, παρείχε το ετέρω ευτρεπές εις τιμωρίαν της παρθένου το πρόσωπον˙ ο δε παραστάς εξέκοπτε των οδόντων. Σφύρα δε και τέρετρον φαίνεται της τιμωρίας τα όργανα. Δακρύω δε το εντεύθεν, και μοι το πάθος επικόπτει τον λόγον. Τας γαρ του αίματος σταγόνας ούτως εναργώς επέχρωσεν ο γραφεύς, ώστε είποις αν προχείσθαι των χειλέων αληθώς, και θρηνήσας απέλθεις. Δεσμωτήριον μετά ταύτα, και πάλιν η παρθένος σεμνή εν τοις φαιοίς ιματίας κάθηται μόνη, εκτείνουσα τω χείρε προς ουρανόν, και καλούσα Θεόν επίκουρον των δεινών. Ευχομένη δε ταύτη φαίνεται υπέρ κεφαλής το σημείον, ο δη Χριστιανοίς προσκυνείσθαι τε πέφυκε και επιγράφεσθα, σύμβολον, οίμαι, του πάθους, όπερ αυτήν εξεδέχετο. Ευθύς γουν και μετ’ ολίγον, πυρ αλλαχού σφοδρόν ο ζωγράφος ανήψεν, ερυθρώ χρώματι, ένθεν και ένθεν επιλαμφθέντι, σωματοποιήσας την φλόγαν. Ίστησι δε μέσην αυτήν, τας μεν χείρας προς ουρανόν διαπλώσασαν, αχθηδόνα δ’ ουδεμίαν επιφέρουσα τω προσώπω˙ αλλά τουναντίον γεγηθυίαν, ότι προς την ασώματον και μακαρίαν εξεδήμει ζωήν. Μέχρι τούτου και ο ζωγράφος έστησε την χείρα, καγώ τον λόγον». (PG 40,336D-337C)
***
Νείλου του μοναχού, Επιστολή ΞΒ’, Ηλιοδώρω Σιλενταρίω.
«… Μόνος δε έν τινι αποκρύφω σπηλαίω κατακρυβείς ο πρέσβυς, τω πένθει ετρύχετο μη φέρων την στέρησιν του θεοφιλούς υιού, και τον δεσπότην κατεδυσώπει Χριστόν δια Πλάτωνος του πατριώτου μάρτυρος καμφθήναι προς οικτιρμούς˙ το δε αυτό και ο υιός δια του αυτού παναγίου μάρτυρος τον Θεόν παρεκάλει εν τη αιχμαλωσία δεδεμένος, καταλαήσαι αυτόν και εκτελέσαι θαύμα. Αμφοτέρων δε επακουσθέντων, του τε πατρός εν τω σπηλαίω του όρους, και του υιού εν τη αιχμαλωσία, ιδού εξαίφνης ο ημέτερος Πλάτων επιστάς, έφιππος φαινόμενος, έλκων τε και άλλον ίππον εύκαιρον, εμφανίζεται τω παιδί διαγρηγορούντι, και γνωρίζοντι τούτον εκ του πολλάκις τον χαρακτήρα του αγίου επί των εικόνων τεθεάσθαι. …»
«… Ο γέροντας που κρύφτηκε μόνος σε κάποιο απόκρυφο σπήλαιο, βασανιζόταν από το πένθος μη μπορώντας να υποφέρει την στέρηση του ευσεβούς γιου του, και καταπαρακαλούσε το Χριστό, μέσω του πατριώτη του μάρτυρα Πλάτωνα, να λυγίσει και να τον σπλαχνισθεί. Το ίδιο ακριβώς έκανε και ο γιος του, που, μέσω του ίδιου μάρτυρα, παρακαλούσε το Θεό, ενώ ήταν δεμένος στην αιχμαλωσία να τον καταλυπηθεί και να κάνει το θαύμα του. Και επειδή εισακούστηκαν και οι δυο, και ο πατέρας στο σπήλαιο του όρους Σινά, και ο γιος στην αιχμαλωσία, έρχεται ξαφνικά ο δικός μας Πλάτωνας έφιππος σύροντας και άλλο άλογο διαθέσιμο, εμφανίζεται στο παιδί που αγρυπνούσε και τον γνώριζε επειδή είχε δει πολλές φορές τη μορφή του αγίου στις εικόνες. …»
(Μετ. Παν. Παπαευαγγέλου, ΕΠΕ, Φιλοκαλία, τ. 11Δ σελ. 508-509).

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Πατήρ Χριστόδουλος Νικολάου (Βατοπαιδινός)

Πατήρ Χριστόδουλος Νικολάου (Βατοπαιδινός)

Δημοσιεύθηκε: 3 Αυγούστου 2013 Κατηγορίες: Ορθόδοξη πίστη
Φωτό:tsoumpasphotogallery.ning.com
Φωτό:tsoumpasphotogallery.ning.com
Εις μνημόσυνον αίωνιον

Σε γνώρισα στου Άθωνα
το αιώνιο ταξίδι
και ο Γέροντας μου υπέδειξε
να σε έχω αντιστύλι….
Να έχω σιμά παρηγοριά
μες της ζωής τις μπόρες,
λιμάνι- καταφύγιο
στις δύσκολες τις ώρες…
Έλεγες Δόξα σοι ο Θεός
και έσταζε απ, τα χείλη
ο έρως στην Παντάνασσα,
βροχή στο πετραχήλι..
Τα βάρη πήρες της καρδιάς
και έγινε η ζωή μεμιάς,
στίβος για τον αγώνα
και έπαψα να παραπατώ,
ως ζωντανό πλέον πτώμα…
Τώρα από το Μαχαιρά
και από ουράνια , φωτεινά
να ρίχνεις στοργική ματιά
σε εμάς , τα δόλια ορφανά…
Ισάγγελος , επι της γης,
εν ουρανοίς, αστέρας
και αξιώθεις να δεχθείς
χάριν, εκ Πλατυτέρας…
Από πρωίας , μέχρι νυκτός
προσήλωση καρδίας- νοός
και εργόχειρον δια βίου,
η νήψη που σε έστεψε
Τέκνον, Βατοπαιδίου….
Γλυκύτατος εις τη μορφή
και σε ουράνια κορυφή,
τα βήματα του βίου
και  από ετούτην την στιγμήν,
όποιος ζητά την αρωγήν
να αιτείται , εκ του Οσίου….


Μνάσων ο Παλαιός Μαθητής

Η ορθοδοξία τιμά τον Άγιο Σεραφείμ του Σαρώφ

Η ορθοδοξία τιμά τον Άγιο Σεραφείμ του Σαρώφ

Δημοσιεύθηκε: 3 Αυγούστου 2013 Κατηγορίες: Ορθόδοξη πίστη
O Αυτοκράτορας με την οικογένεια και τη συνοδεία του στον εορτασμό, 1903.
O Αυτοκράτορας με την οικογένεια και τη συνοδεία του στον εορτασμό, 1903.
Με αφορμή την ημέρα της συμπλήρωσης των 110 χρόνων από την κατάταξη του Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ στην χορεία των αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η «Ρωσία Τώρα» παρουσιάζει στους αναγνώστες της τους παλλαϊκούς εορτασμούς που αφιερώθηκαν σ’ αυτό το σημαντικό ορόσημο στην ιστορία της ρωσικής Ορθοδοξίας.
Την 1η Αυγούστου του 1903 συνέβη το γεγονός που συναρπάζει τις καρδιές των Ορθόδοξων χριστιανών – αγιοποιήθηκε ο Όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ, 70 χρόνια μετά την κοίμησή του. Η «Ρωσία Τώρα» δεν έχει στόχο να παρουσιάσει στους αναγνώστες της τον βίο του Οσίου, δημοσιεύει όμως  ένα κείμενο από την ιστοσελίδα του Πατριαρχείου της Μόσχας, όπου περιγράφονται οι πανεθνικοί εορτασμοί που έλαβαν χώρα πριν από 110 χρόνια.

Την ημέρα των γενεθλίων του Οσίου, την 1η Αυγούστου κατά το νέο ημερολόγιο, στη Μονή του Σαρώφ με λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια πραγματοποιήθηκε η πανηγυρική ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Οσίου Σεραφείμ, που τοποθετήθηκαν σε ειδική κιβωτό. Το πολυαναμενόμενο γεγονός συνοδεύτηκε από πολλές θεραπεύσεις ασθενών, πλήθος των οποίων είχε καταφθάσει στο Σαρώφ. Τιμούμενος ευρύτατα κατά τη διάρκεια του βίου του, ο Σεραφείμ είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς αγίους του Ορθόδοξου ρωσικού λαού, όπως και ο Όσιος Σέργιος του Ράντονεζ.
Μετά την κοίμηση του γέροντα το 1833, η μνήμη του διατηρήθηκε με ευλάβεια από τους πιστούς. Λίγο πριν την δοξολογία του Οσίου, βρέθηκε και δημοσιεύτηκε το 1903 «Η Συνομιλία του Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ για τον σκοπό της Χριστιανικής ζωής».  Αυτή η συνομιλία αποτέλεσε την πιο πολύτιμη συμβολή του ασκητή στον θησαυρό της ρωσικής διδασκαλίας των Αγίων Πατέρων.
 Από τις μοναχές μέχρι τον Τσάρο
Η αγιοποίηση του Οσίου ήταν μεγάλο και χαρμόσυνο γεγονός. Οι αδελφές της Μονής Ντιβέεβο προσδοκούσαν ιδιαίτερα την αγιοποίησή του. Ο αρχιμανδρίτης της Μονής (αργότερα, μητροπολίτης και οσιομάρτυρας Σεραφείμ) Τσιτσάγκοφ συνέγραψε το εξαιρετικό «Χρονικό της Μονής του Σεραφείμ στο Ντιβέεβο», μεγάλο μέρος του οποίου είναι αφιερωμένο στη ζωή και στα μεταθανάτια θαύματα του Πατέρα Σεραφείμ. Το «Χρονικό»  διάβασε η Τσαρική οικογένεια, που από καιρό τιμούσε τη μνήμη του Οσίου. Ο Τσάρος Νικόλαος Β’, συμμεριζόμενος την λαϊκή πίστη στην αγιότητα του γέροντα Σεραφείμ, έθεσε το ζήτημα για την αγιοποίησή του.

Το 1895 ο επίσκοπος του Ταμπόφ παρουσίασε στην Ιερά Σύνοδο έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από ειδική επιτροπή, για τα θαύματα και τις ιάσεις που φανερώθηκαν με τις προσευχές του Πατέρα Σεραφείμ σ’ εκείνους που αναζήτησαν την βοήθειά του με την πίστη τους. Η έρευνα διεξάχθηκε στις 28 επαρχίες της Ευρωπαϊκής Ρωσίας και της Σιβηρίας.
Ο πολυαναμενόμενος πανηγυρικός εορτασμός του Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ πραγματοποιήθηκε στις 19 Ιουλίου /1 Αυγούστου του 1903. Γύρω στις τριακόσιες χιλιάδες προσκυνητές συγκεντρώθηκαν στο Σαρώφ. Νωρίτερα, στις 17/30 Ιουλίου πραγματοποιήθηκε η μεγαλοπρεπής λιτανεία από τη Μονή Ντιβέεβο στην έρημο του Σαρώφ (25 χμ), όπου έζησε ο Πατέρας Σεραφείμ.
Λιτανεία με ιερά λάβαρα απ’ όλη την χώρα
Στη λιτανεία συμμετείχαν λάβαρα από διάφορες γωνιές της Ρωσίας. Η κάθε ομάδα έφερε μεγάλης αξίας λάβαρα με απεικονίσεις τοπικών Αγίων. Οι μοναχές του Ντιβέεβο έφεραν την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Ελεούσας, προσφιλέστατη στον Πατέρα Σεραφείμ. Τους ακολουθούσαν πολυάριθμοι κληρικοί. Καθ’ όλη την οδό προσκυνητές έψαλλαν τον ύμνο στη Θεοτόκο και άλλες ψαλμωδίες. Στις εκκλησίες που συνάντησαν καθ’ οδόν, πραγματοποιήθηκαν λιτές. Η εικόνα ήταν πράγματι μεγαλειώδης.
Στην αντίθετη κατεύθυνση προς τη λιτανεία από το Ντιβέεβο ξεκίνησε η άλλη λιτανεία από το Σαρώφ. Όταν συναντήθηκαν, οι μεγαλειώδης κοινή πορεία της ενωμένης λιτανείας, με συνοδεία πανηγυρικής καμπανοκρουσίας, κατευθύνθηκε στην έρημο του Σαρώφ.
Στις 17/30 Ιουλίου έφτασε στη Μονή ο Αυτοκράτορας με την οικογένειά του και την αυλή του. Το απόγευμα της επόμενης μέρας ξεκίνησε η αγρυπνία, που είχε ιδιαίτερο βάρος. Ήταν η πρώτη ακολουθία όπου ο Όσιος Σεραφείμ δοξάστηκε ως Άγιος. Κατά την ψαλμωδία των στιχηρών της λιτής, από τον Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου κινήθηκε η λιτανεία προς την εκκλησία όπου βρισκόταν το φέρετρο του Όσιου Σεραφείμ. Το φέρετρο τοποθετήθηκε πάνω σ’ ένα φορείο, το οποίο ανέλαβε ο Τσάρος, οι Μεγάλοι Δούκες, ο Μητροπολίτης και οι Αρχιερείς. Η πορεία όδευσε προς τον Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου. Το φέρετρο τοποθετήθηκε στη μέση του ναού. Η αγρυπνία συνέχιζε. Ήρθε η ώρα του Πολυελαίου. Έψαλλαν: “Αινείτε το όνομα Κυρίου”. Όλοι οι παρευρισκόμενοι άναψαν τα κεριά. Ο Μητροπολίτης, οι αρχιερείς και όλος ο κλήρος προσκύνησαν τρεις φορές. Έπειτα ο Μητροπολίτης Αντώνιος άνοιξε το φέρετρο και όλος ο κόσμος μέσα στην εκκλησία γονάτισε. Ήρθε η στιγμή της δοξολογίας του Οσίου Σεραφείμ. Πανηγυρικά και συγκλονιστικά ηχούσε το μεγαλυνάριο: “Σε μακαρίζομεν, Σεραφείμ Πάτερ Όσιε”.
Έπειτα ο Μητροπολίτης και οι Αρχιερείς άρχισαν να προσκυνούν τα ιερά λείψανα. Ακολούθησε η τσαρική οικογένεια, οι Μεγάλοι Δούκες και οι κληρικοί. Την επόμενη μέρα πραγματοποιήθηκε η Θεία λειτουργία. Κατά τη διάρκειά της, τα ιερά λείψανα περιεφέρθησαν γύρω από την Αγία Τράπεζα και τοποθετήθηκαν στην κιβωτό. Όταν η λειτουργία ολοκληρώθηκε, ακολούθησε η πανηγυρική λιτανεία με τα ιερά λείψανα γύρω από τους ναούς της Μονής. Ο κόσμος, σαν ζωντανός τοίχος, πλαισίωνε την πορεία της λιτανείας, ώστε έξω από τον ναό, οι συμμετέχοντες στον εορτασμό βρίσκονταν σ’ ένα αληθινά διαφορετικό ναό.
Ψαλμωδίες και συγκίνηση

Η Ρωσία δεν θυμάται άλλους εορτασμούς παρόμοιους μ’ εκείνους του Σεραφείμ. Ο κόσμος έκλαιγε από την χαρά του, βλέποντας τον Τσάρο, τους Μεγάλους Δούκες να κουβαλούν στους ώμους τους τα ιερά λείψανα του Αγίου. Μετά την επιστροφή της λιτανείας, οι προσκυνητές γονάτισαν και ο Μητροπολίτης Αντώνιος προσευχήθηκε στον Όσιο Σεραφείμ. Η ακολουθία ολοκληρώθηκε, όμως οι ψαλμωδίες δεν έπαψαν ούτε τη νύχτα. Ένας από τους παρευρισκόμενους εκεί περιέγραψε αργότερα: «Οι ψαλμωδίες ακούγονταν από διάφορα σημεία, ήταν οι ομάδες των προσκυνητών που έψαλλαν. Χωρίς να τους διακρίνεις μες στο σκοτάδι, θα μπορούσες να σκεφτείς ότι αυτοί οι ήχοι έρχονται από τον ουρανό. Πέρασαν τα μεσάνυχτα, όμως οι ψαλμωδίες συνέχιζαν…»
Οι εορτασμοί του Σαρώφ έμειναν αξέχαστοι για όλους εκείνους που έλαβαν μέρος, και αποτυπώθηκαν για πάντα στην ψυχή του λαού. Σύμφωνα με τους μάρτυρες του συμβάντος, πολλοί ήταν εκείνοι που πίστεψαν, πολλοί βρήκαν παρηγοριά στις λύπες τους, λύση στις δύσκολες απορίες και τις αμφιβολίες του πνεύματος.
Από τότε και για έναν αιώνα, η μνήμη του Όσιου Σεραφείμ εορτάζεται από την εκκλησία, ενώ τα ιερά λείψανά του είναι ανοιχτά στο παλλαϊκό προσκύνημα.
Tο πλήρες κείμενο στα ρωσικά βρίσκεται στην επίσημη ιστοσελίδα του Πατριαρχείου της Μόσχας.
Πηγή: rbth.gr 

Γέρων Ανδρέας Γρηγοριάτης (†1913-1988). Μέρος Δ’

Γέρων Ανδρέας Γρηγοριάτης (†1913-1988). Μέρος Δ’

Δημοσιεύθηκε: 4 Αυγούστου 2013 Κατηγορίες: Άγιοι - Πατέρες - Γέροντες
askitario_agiou_orous_002
Μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτου


Ο π. Ανδρέας διηκόνησε το μοναστήρι, χωρίς να φροντίση για το δικό του συμφέρον. Ημπορούσε και να ιερωθή, αλλά δεν επεδίωξε το αξίωμα, παρά μόνο την αξία. Λόγω των πολλών του διοικητικών ενασχολήσεων, δεν διέπρεψε πολύ στην νηπτική και θεωρητική ζωή.
Με την απλότητά του, την αγωνία του για την νέα Αδελφότητα, την διακριτική του συμπεριφορά και αγάπη μας επωκοδόμησε πνευματικά.
Αγαπούσε και εσέβετο όλους τους Πατέρες της Μονής. Ιδιαίτερα ήτο ευτυχισμένος που έβλεπε νέους μοναχούς να πλαισιώνουν την παλαιά Αδελφότητα και να συνεργάζωνται αρμονικά με τον νέο ηγούμενο, τον σεβαστό Γέροντα π. Γεώργιο.
Σ  ὅλους έλεγε τον καλογερικό χαιρετισμό: “Ευλογείτε”, ακόμη και στον τελευταίο Δόκιμο. Δεν ήθελε να σκανδαλίζη κανέναν και απέφευγε τις ανωφελείς συζητήσεις. Σε ώρες που εργάζοντο μαζί οι Πατέρες, στις λεγόμενες  Παγκοινιές (όλοι από κοινού) συνιστούσε αδελφικά να λέγωνται από κάποιον Αδελφό οι Χαιρετισμοί της Θεοτόκου η να ψάλλουν κάποιο τροπάριο.
Με τους νέους Πατέρας έζησε 14 χρόνια. Στο διάστημα αυτό δεν ενώχλησε κανέναν, ούτε και εμίσησε η κατέκρινε. Τους αγαπούσε μυστικά και ποτέ δεν τους επαινούσε δημοσίως, διότι έλεγε ότι αυτό δεν είναι κατά Θεόν.
Όσοι από τους Αδελφούς είχαν κάποιον πειρασμό, προσευχόταν περισσότερο, χωρίς να τους το λέγη. Εάν κάποιος αρρώσταινε, τον επισκεπτόταν και του άφηνε αθόρυβα κάποιο γλυκό η ένα φρούτο, διατηρώντας την σοβαρότητά του και αποφεύγοντας τις λεγόμενες αδελφικές διαχύσεις.
Μία φορά ευρέθηκε για διοικητικές υποθέσεις στο χωριό Προμύρι του Βόλου. Ο άλλος Αδελφός καθυστέρησε να γυρίση. Τον ερώτησε:
-Που ήσουν;
Χωρίς να περιμένη απάντησι του είπε: Άϊντε να φας και μετά πήγαινε να ξεκουρασθής. Σου έκανα εγώ τον κανόνα της προσευχής σου και το Μικρό Απόδειπνο.
Επειδή συχνά έβγαινε στον κόσμο για τα διοικητικά θέματα της Μονής, ακολουθούσε πιστά τον νεαρό Γέροντά μας σαν μικρό παιδί. Οσάκις εμπαινε η έβγαινε από το πλοίο η από κάποιο αυτοκίνητο, του φιλούσε το χέρι ζητώντας την ευλογία του.
Ταξιδεύοντας με λεωφορείο από Θεσσαλονίκη για Αθήνα και τανάπαλιν έδινε κασσέτες με αγιορείτικη μουσική η ομιλίες του Γέροντος για να διδάσκη και τέρπει πνευματικά και τους συνταξιδιώτες του.
Απέφευγε να δαπανά αλόγιστα, όπως έλεγε τα χρήματα της Μονής. Στην Αθήνα για να πάη στην Κηφισιά και να γυρίση χρησιμοποιούσε 4 συγκοινωνίες για να μη επιβαρύνη το μοναστήρι πληρώνοντας ένα ταξί να τον μεταφέρη γρογορώτερα και ασφαλέστερα.
Απέναντι στον σεβαστόν Γέροντά μας, παρότι είχαν μία διαφορά 20 και πλέον χρόνων, έτρεφε απέραντο σεβασμό, εκτίμησι και αγάπη. Δεν επιθυμούσε να έλθη σε ρήξι μαζί του για οποιοδήποτε διοικητικό η άλλο θέμα. Φρόντιζε κάθε θέμα να διεκπεραιώνεται μέσω της υπακοής προς τον Γέροντα.

Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου
Άγιον Όρος Άθω
2005
Επιμέλεια κειμένου Αναβάσεις
________________________________________________

Το κείμενο προέρχεται από τα αρχεία του πατρός Δαμασκηνού Γρηγοριάτου, τον οποίον και ευχαριστούμε θερμά για την παραχώρηση των αρχείων, όπως επίσης ευχαριστούμε και τον γέροντα της Μονής Οσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη για την ευλογία και την άδεια δημοσίευσης.


Η συγγραφική προσφορά του Οσίου Νεοφύτου


Η συγγραφική προσφορά του Οσίου Νεοφύτου
1 Αυγούστου 2013
Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός (+2009)  
«Και συ ποτέ επιστρέψας στήριξον τους αδελφούς σου». Οι κατά τον θεόπνευστον Παύλον, «Πνεύματι ζώντες» και άρα «τω ιδίω πνεύματι στοιχούντες» ένα έχουν κύριον και μόνιμόν των σκοπόν, να αγαπούν εξ ολοκλήρου τον Θεόν και συνάμα τον πλησίον των. Αυτήν ακριβώς την θαυμαστήν εικόνα συναντούμε στον οσιώτατό μας πατέρα Νεόφυτον, τον ονόματι και πράγματι έγκλειστον και απρόιτον και μεμονωμένον. Ησύχιος και ενδοστρεφής, ειρηνικός και γαλήνιος, με την καρδίαν πυρί καιομένην, ως του Λουκά και του Κλεόπα, τους αυτόπτας της του Κυρίου μας εγέρσεως, δεν μπορούσε, παρά το του χαρακτήρος του φιλήσυχον, να παραδώση στην λήθη το μέγα μυστήριον. Όπως ακριβώς και εκείνοι «αναστάντες αυτή τη ώρα υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ» και έμπροσθεν των συνηθροισμένων μαθητών ανήγγειλαν μετά παρρησίας την του Κυρίου Ανάστασιν εξηγούμενοι «τα εν τη οδώ και ως εγνώσθη αυτοίς εν τη κλάσει του άρτου». Ώντινων η καρδία έφλέχθη, λαλήσαντος ένδον αυτής του Ιησού, ούτοι αναστάντες αυτή τη ώρα, όπου και όπως και όσον απέχουσι του κόσμου ασκούμενοι, εξηγούν λεπτομερώς τα της Θεοενώσεως μυστήρια και πάσαν την Θείαν οικονομίαν της του Θεού Λόγου σαρκώσεως. Εάν «εν ταις δυσί ταύταις εντολαίς», κατά το ιερόν λόγιον, «όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται», της προς τον Θεόν και τον πλησίον αγάπης, καταλήγει πλέον φυσική συνέπεια η επιστροφή των θεουμένων εις την οικουμένην και, κατά το Παύλειο ρήμα, «τοις πάσι γίνονται τα πάντα», ίνα τους βουλομένους σώσωσι. Οι μηκέτι εαυτοίς ζώντες, αλλά τω εαυτών ηγαπημένω, έμαθον εξ Αυτού «τας ψυχάς υπέρ των αδελφών αυτών τιθέναι» και μη χωριζόμενοι εν πολλοίς της ηγαπημένης των ερήμου προέφθανον την σύμπασαν, διά της γραφής των, εις τους παραμένοντας μακράν, τους δε πλησιάζοντας αυτούς εστήριζαν διά της ζώσης φωνής και των όσων προς τούτο συντελούν.
saint Neofytoς -11
Φύσις ασκητικωτάτη και φιλόπονος, καρδία πυρπολουμένη υπό του θείου έρωτος, διάνοια πεφωτισμένη υπό του θείου Πνεύματος, ψυχή καθ’ όλα θεουμένη και μετουσιουμένη κατά πάντα προς το αρχέτυπον, την ιδίαν του Δεσπότου εμιμείτο ενέργειαν. Ίσταται εν μέσω της Εκκλησίας και του λαού του Θεού ως ο διακονών και θέλει ει δυνατόν τους «πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν». Εκφράζων τον χείμαρρον της ένδοθεν κινούσης προς τούτο χάριτος, μας αποκαλύπτει πως, «ει δυνάμεως είχον αναπτήναι και προς αέρα, και σαλπίσαι τρανώς και πάσαν γλώσσαν κινήσαι προς ευφημίαν Θεού, είχον αν και τούτο επιτελέσαι γαννύμενος», μη απαιτών παρά τίνος αμοιβήν ή ευγνωμοσύνην υπέρ των όσων έργω και λόγω προσέφερε.
Ω μακαρία αγάπη, η πάντα στέγουσα και μηδέποτε λογιζομένη το κακόν, ω μακαρία αγάπη, η πάσι τα πάντα γινομένη, ίνα ει δυνατόν τους πάντας κερδίσης. Τίνος παραβλέπεις την σωτηρίαν, την ασφάλειαν, το συμφέρον, την ωφέλειαν, όχι μόνον πνευματικήν, αλλά και υλικήν κατά το άκρον δυνατόν; Εγκλωβισμένος ο θεόσοφος και θεόνους οσιώτατος πατήρ ημών εις το κοιμητήριόν του, ένθα έθαψε ολοκληρωτικά όλον τον παλαιόν άνθρωπον «τον φθειρόμενον κατά τας επιθυμίας της απάτης», ήγειρεν εαυτόν διά Ιησού Χριστού «γνωρίσας Αυτόν και την δύναμιν της Αναστάσεως Αυτού», αφού πρώτον «εκοινώνησε των παθημάτων Αυτού, συμμορφωθείς τω θανάτω Αυτού».
Εγερθείς λοιπόν, χάριτι Χριστού, «καταντήσας εις την εξανάστασιν των νεκρών», δεν ανεχόταν τον θάνατον και την φθοράν εις τον λαόν του Θεού, και μάλιστα εις καιρούς τόσον χαλεπούς, όπου η ιδιαιτέρα πατρίς του τόσο σκληρώς εδοκιμάζετο. Έγραφεν, επιτιμούσε, ήλεγχεν, παρεκάλει είτε ένα έκαστον είτε πάντας ομού. Προελάμβανε τους έπ’ εξουσίας πατρικώτατα και απέτρεπε των κακών πράξεων. Ενουθέτει τους ιθύνοντας εν τη Εκκλησία και οσάκις αν ευρίσκετο χηρεύουσα η της επαρχίας επισκοπή, με αρμόδιες και πλήρεις συνέσεως πατρικής εγκυκλίους, καυτηρίαζε τις ατασθαλίες και την επικρατούσαν αταξίαν.
Γενόμενος «τοις πάσι τα πάντα» ο ακούραστος τούτος εργάτης του νοητού αμπελώνος περιεχώρει εις το πλάτος της θεουργού του καρδίας τον λαόν του Θεού και αιτούμενος υπό πάντων εις ουδένα ηρνείτο την προσφοράν της διακονίας, αλλ’ έγραφεν ενός εκάστου το κατάλληλον διά την σωτηρίαν. Απαντούσεν ερωτώμενος σε απορίες, έγραφε συμβουλές, ερμήνευε τα θεία λόγια των Ιερών Γραφών, συνέτασσε κανόνες και διατάξεις πατερικές εις ηγουμένους και μοναχούς, ερμήνευε εις ιερωμένους της Εκκλησίας τα νόμιμα. Συνέτασσε λόγους εορταστικούς και εγκωμιαστικούς εις διαφόρους αγίους μεστούς χάριτος και υψηλών νοημάτων, όπου διαφαίνεται το βάθος της θεολογικής του ψυχής, όπως η θεία χάρις θεοπνεύστως τον κατηύθυνε.
Έγραψε παραμυθητικούς λόγους εις τους τεθλιμμένους και τους πάσχοντας, επισήμαινε δε και ιστορικά και λαογραφικά γεγονότα, όσα του διηγούντο, ότι συνέβαιναν εις την αγαπημένην του πατρίδα, είτε εις άλλας γειτονικάς χώρας.
Το κέντρον του βάρους των συγγραφών του ο οσιώτατος πατήρ το αφιέρωσε εις διδακτικούς λόγους, το πλείστον σε μοναχούς, περί πράξεως και θεωρίας περί παθών και δαιμόνων και γενικά του πληρώματος της μετανοίας και της κατά Θεόν ζωής. Το δεύτερον, ισότιμον σκέλος των λόγων του, το αφιερώνει εις ερμηνείες χωρίων της Γραφής, όπου αποκαλύπτει το πλήρωμα της θεολογικής του καταρτίσεως και θεοπνευστίας. Ο θαυμασμός του δε εις την μελέτην της Αγίας Γραφής ήτο υπερβολικός, γι’ αυτό και έλεγε: «Κοινόν διδασκαλείον και πώμα πηγαίον, γλυκύτατον ομού και σαφέστατον η θεία προφητεία και το Ιερόν Ευαγγέλιον και η βίβλος των Αποστόλων, και ο διψών την εαυτού σωτηρίαν ποτιζέσθω εντεύθεν». Και πάλιν αλλού: «Ουδέν άλλο φωτίζει τον νούν και διακόπτει την αμαρτίαν και αυξάνει την αρετήν και αγαπάν τον Χριστόν και τηρείν τας Αυτού εντολάς δύναται ποιείν τον ανθρωπον, ως η των θείων Γραφών ανάγνωσις». Ο διακαής του πόθος να εντρυφά στα νοήματα των θείων Γραφών τον ανάγκαζε να γράφη και να ερμηνεύη τόσον στους δικούς του μαθητάς, όσο και στο χριστεπώνυμο πλήρωμα των πιστών. Πράος όπως ήτο και ησύχιος και αληθινά ταπεινός τη καρδία, προτιμούσε πάντοτε την αφάνειαν και την σιγήν, αι υψώσεις όμως του Θεού, όπου επερίσσευον, κατά το λόγιον, εις τον λαρυγγά του, και οι ποταμοί του ζώντος ύδατος, όπου έρρεον αδιακόπως εν τη καρδία του, τον ηνάγκαζαν και μη θέλοντα να παραδίδη σε γραφή τα πλείονα της πεφωτισμένης του διάνοιας υψηλά νοήματα, των αγίων Γραφών και των μυστηρίων της χάριτος, όπου ποταμηδόν ανέβλυζαν στην καθαράν του καρδίαν.
Άνευ αξίας λόγου βιβλιοθήκης και μηδέ υπάρχοντος πλησίον του τινός μέσου ή βοηθήματος, ίνα δανεισθή, διερωτάται κανείς, πως συνέγραψεν ο άνευ ουδεμίας παιδείας, ταπεινός τρογλωδύτης, τα τεράστιον αυτού έργον, τόσον σε όγκον όσον και σε ποικιλίαν και ποιότητα, ώστε να θεωρείται ένας εκ των σπουδαιότερων λογίων του αιώνος του, και κατά την κρίσιν σπουδαίων ερευνητών να ονομασθή ο «Χρυσόστομος» της Κύπρου.
Ποίον και πόσον το συγγραφικόν έργον του οσίου πατρός.
Το πρώτο συγγραφικόν έργον του οσίου πατρός, όπως μόνος του μας αναφέρει, ήτο το λεγόμενον «Βιβλίον Πρόχειρον», εις το οποίον εσημείωνε άξια λόγου υπομνήματα περί εαυτού, της Αγίας Εγκλείστρας και της μονής του. Το είχε δε ως είδος ημερολογίου, όπου σημείωνε και παρεμπίπτοντα γεγονότα περί επιδρομών, στερήσεων, επιδημιών και άλλα παρόμοια.
Την χρήσιν του «Προχείρου» του αυτού συνέχισεν επί τεσσαρακονταετίαν και πλέον, περιείχεν δε και αναφοράν σε αξιόλογα φυσικά φαινόμενα, όπου συνέβησαν στις μέρες του, ή άλλοι του διηγούντο, περί σεισμών, εκλείψεων ηλίου και άλλων, καθώς και τινά περί της σωματικής του καταστάσεως.
Εις τα πρώτα έτη της εγκλείστου ζωής του δεν επεδόθη τόσον εις συγγραφικήν εργασίαν, εκτός του «Προχείρου», λόγω της ενασχολήσεώς του με την λάξευση της Εγκλείστρας και την ζήτησιν και απόκτησιν αγίων εικόνων, ιερών σκευών, Τιμίου Ξύλου και άλλων. Επίσης ασχολήθηκε με την διάταξη του τυπικού, όπου με ζήλον παρέδωσε στη μονή του, καθώς και με την συγκέντρωση βιβλίων, προς καταρτισμόν της «Αγίας βιβλιοθήκης» του.
KONICA MINOLTA DIGITAL CAMERA
Καθ’ όλην την περίοδον της συγγραφικής του εργασίας, συνέγραψεν ο άγιος τα εξής έργα όπως μας τα αναφέρει ο ίδιος:
«Εισί δε συν Θεώ και συγγραφαί του εγκλείστου μικραί μετά μεγάλων βίβλοι δεκαέξ, αφ’ ων αι μειζότεραι τρεις πανηγυρικαί και έτερα δυο βιβλία πλείστων επιστολών ψυχοφελών πάνυ, εν οις και ασκητικά κεφάλαια τετρακόσια και τελώνια 24 και βιβλίον πεντηκοντακέφαλον, εν ω και το Άσμα των Ασμάτων ερμηνεύεται και έτερον της Θεοσημείας και έτερον ερμηνεία της Εξαημέρου εν λόγοις ιστ΄ και έτερον ερμηνεία των ψαλμών εν λόγοις ιβ΄ και έτερον ερμηνεία κανόνων των δώδεκα Δεσποτικών Εορτών και έτερον δωδεκάλογον, το πρόχειρον του εγκλείστου, εν ω τεσσαρακονταετίας και πεντηκονταετίας και φυσιολογίας αναφορά• και έτερον δισδεκάλογον, και καινής και παλαιάς νομοθεσίας, ευσύνοπτοι ερμηνείαι Δεσποτικών εντολών και ετέρα η των κατηχήσεων βίβλος και άλλο μικρόν κατανυκτικών στιχηρών και άλλο η παρούσα τυπική διάταξις και άλλο πάλιν το καλούμενον τελευταίον ομού δεκαέξ γινόμενα, άτινα φιλαρέτοις και φιλοθέοις, ως νεαρά πάντως, ου παροπτέα• άλλ’ ουδ’ ανθρωπίνης σοφίας ή τεχνολογίας, αλλά χάριτος Πνεύματος Αγίου τοπάσαντες τα γεγραμμένα, τον εν Τριάδι δοξάσουσι Θεόν. Αμήν».
***
Εξαίρετον θέσιν μεταξύ των συγγραμμάτων του μεγάλου πατρός έχουν αι τρεις «μειζότεραι πανηγυρικαί», όπως τας ονομάζει, οι οποίες περιέχουν λόγους εις μνήμας αγίων και εις Δεσποτικάς και Θεομητορικάς εορτάς του έτους. Το λυπηρόν είναι ότι διεσώθη μόνον η πρώτη εις την Εθνικήν Βιβλιοθήκη των Παρισίων, η οποία περιέχει 30 λόγους εις μνήμας αγίων του πρώτου τετραμήνου του εκκλησιαστικού έτους.
Εκ του περιεχομένου των περισωθέντων έργων του οσίου πατρός, διακρίνει κανείς το μεγαλειον της θεοσόφου και θεοφόρου του ψυχής, κινουμένης με τόσην άνεσιν εις όλον το ύψος και πλάτος και βάθος της Θεολογίας. Καθαρώς φαίνονται τα δείγματα της τελειοτάτης εν Χριστώ ψυχής του, με το πλήρωμα των θείων επαγγελιών, όπου το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν διαζωγραφείται και διαφαίνεται ο Θεανθρωπισμός στην δικήν μας φύσιν, όπως ο Κύριός μας θέλει και εύχεται «Πάτερ… ίνα η αγάπη ην ηγάπησάς με εν αυτοίς η, καγώ εν αυτοίς».
Όταν προς Δεσποτική εορτήν στρέφει τον λόγον του, τόσον βυθίζεται στον θείον έρωτα και με τόσην εκτείνεται αγάπην, όπου με τόσα ονόματα και επίθετα κατονομάζει την θεοπρεπή μεγαλοσύνη του ηγαπημένου του Ιησού, που μαρτυρούν το περίσσευμα της Χριστοποιημένης του καρδίας. Ένα μικρό απόσπασμα μεταφέρω εκ των πολλών του εκφράσεων για διαπίστωση: «Οίον έχομεν Κύριον και Δεσπότην• υπεράναρχον, υπεράπειρον, υπεράγαθον, υπεράγιον, υπεραδέκαστον, υπεράλκιμον, υπεράληστον, υπερτέλειον, υπεράπειρον, απύθμαντον, απρόσιτον, αόριστον, άστεκτον, αφόρητον, ακήρατον, αστείον, ακέστορα, απαθή, αρρωγόν, άφατον, απερινόητον, απερικτύπητον, πανσθενέστατον, πολυμήχανον, κτίστην μυριάδων Αγγέλων ασωμάτων, κτίστην ουρανού και γης και θαλάσσης και πάσης κτίσεως άλλης, περιεκτικόν, πολυέραστον, πρυτανευτήν, ζείδωρον, ζαμενήν, ζαφλεγήν, ολβιοδότην, ζηλωτόν, υπερούσιον, και ει τι απλώς τούτων, υπέρτερόν τε και τιμαλφέστερον… προς τα του τοιούτου δεσπότου φίλα και ευάρεστα εργωδώς επειχθώμεν εν βίω λελαμπρυσμένω».
***
Στο έργο του αυτό, «Ερμηνεία της εξαημέρου», εκφράζει ο θεοφόρος ούτος πατήρ τον διακαή του πόθον στην έρευνα και εμβάθυνση των θείων νοημάτων της κοσμογονίας, που πάντοτε τον συγκινούσε και η απλή μόνον ανάγνωσις των αρχικών της ρημάτων. Παρά το βαθύ αίσθημα του ταπεινού του φρονήματος πολλάκις αναγκάζεται ο οσιώτατός μας πατήρ να αναφέρη τον παροξυσμό του θείου Πνεύματος, όπου τον ανέπειθε να γράφη, και μη βουλόμενον, τα υπ’ Αυτού εμπνεόμενα θεία ρήματα. «Αρξάμενος δε, ούτε ο του λόγου ειρμός παρήκε διατομήν, ουδ’ αυτός παρήκα τον κάλαμον, άχρις αν συν Θεώ ο πρώτος συντετέλεσται λόγος». Και πάλιν αλλού• «εξ και μόνον λόγους εβουλόμην συντάξαι, μόνην την κοσμογένειαν… τυχών μοι δε και τις θείου Πνεύματος χάρις του και άλλους δέκα αναλέξασθαι λόγους και διατεθείναι την βίβλον εν εξ και δέκα λόγοις». Με ζωηρά και καλλιεπή αφήγηση ερμηνεύει τα της κοσμογονίας, ώστε ο αναγνώστης να βυθίζεται στα βαθειά και πλούσια νοήματα. Μερικά αποσπάσματα εξ αυτών: «Και είπεν ο Θεός γενηθήτω φως• και εγένετο φως. Ω δυνάμεως ανεκφράστου, ω θείας εξουσίας και ακαταλήπτου, άμα γάρ τη του κτίστου κελεύσει το καθολικόν εκείνο και βαθύτατον έρεβος, καρπαλίμως υποχωρεί και συστέλλεται, και τάχει πολλώ το φως αντισάγεται. Και είδεν ο Θεός ότι καλόν’• και τι γάρ ου καλόν, ω Δέσποτα, το παρά Σου του υπερκάλλου κτισθέν και δεξαμένου τον έπαινον;».
Αλλού πάλιν εξ αφορμής της γυμνώσεως των πρωτοπλάστων εκ της θείας χάριτος αναφέρει: «Ημείς δε τούτων ακούοντες αδελφοί, εννοήσωμεν συνεχώς, πως αισχύνης τε και γυμνώσεως αίτιος καθ’ εκάστην η αμαρτία, και τοσούτον κακόν, ως αποβουκολείν και αποσκορακίζειν τους εργάτας αυτής από προσώπου του Θεού, και προσχώμεν εαυτούς ακριβώς, μη αλωθήναι ταις παγίσιν αυτής• αλλά συστείλωμεν εαυτούς από προσώπου αυτής και των γηγενών της σαρκός και εμπαθών θελημάτων μη αλισκώμεθα».
Εις το έργον του «Ερμηνεία των ψαλμών συν ταις ωδαίς», αποκαλύπτεται το μεγαλείο της όντως φιλοσόφου και φιλολόγου του διανοίας. Στην θαυμασίαν αυτήν ερμηνείαν, κατά το πλείστον χριστολογικήν, καθιστά ευληπτοτέρους τους στίχους των ψαλμών, προσθέτων όπου χρειάζεται λέξεις ή φράσεις, και εξ ιδίας εμπειρίας επεξηγεί τα διάφορα νοήματα είτε αναγωγικώς είτε αλληγορικώς, ανάλογα προς τον σκοπόν όπου στρέφει τον λόγον. Πανταχού ως κεφάλαιον έχει τον Κύριόν μας, εις του οποίου τον έρωτα συναρπάζεται και υμνολογεί, με αρμόζουσαν φράσιν και λέξεις και πλοκάς λόγων. Ιδού μερικά αποσπάσματα εξ αυτών:
«Ναι μην αλλά και πας άνθρωπος ο τον νουν αποστήσας λογισμών επιβλαβών, μελετών δε εν νόμω Κυρίου ημέρας και νυκτός· εμφέρειαν έχει ξύλου παμφόρου πεφυτευμένου παρά τας διεξόδους των υδάτων».
«Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού· ου προφορά φωνής χρώμενοι, λόγου όντες άμοιροι, αλλά την λογικήν διερεθίζοντες φύσιν, κάλλει και μεγέθει δοξάζειν τω λόγω μόνω τον ποικίλους ουρανούς κτίσαντα. Αλλά και λογικοί ουρανοί Απόστολοι διηγούνται δόξαν Θεού ενανθρωπήσαντος».
«Ο νόμος Κυρίου άμωμος συνετών ακροατών επιστρέφων ψυχάς, η μαρτυρία Κυρίου πιστή, σοφίζουσα νηπιόφρονας καρδίας».
« Η εντολή Κυρίου τηλαυγής μετανοούντων φωτίζουσα οφθαλμούς».
« Η μελέτη της καρδίας μου ενώπιόν Σου διά παντός εντρυφώσα τα μελιχρά Σου προστάγματα».
Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ, «Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος», Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1998.