Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Η συγγραφική προσφορά του Οσίου Νεοφύτου


Η συγγραφική προσφορά του Οσίου Νεοφύτου
1 Αυγούστου 2013
Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός (+2009)  
«Και συ ποτέ επιστρέψας στήριξον τους αδελφούς σου». Οι κατά τον θεόπνευστον Παύλον, «Πνεύματι ζώντες» και άρα «τω ιδίω πνεύματι στοιχούντες» ένα έχουν κύριον και μόνιμόν των σκοπόν, να αγαπούν εξ ολοκλήρου τον Θεόν και συνάμα τον πλησίον των. Αυτήν ακριβώς την θαυμαστήν εικόνα συναντούμε στον οσιώτατό μας πατέρα Νεόφυτον, τον ονόματι και πράγματι έγκλειστον και απρόιτον και μεμονωμένον. Ησύχιος και ενδοστρεφής, ειρηνικός και γαλήνιος, με την καρδίαν πυρί καιομένην, ως του Λουκά και του Κλεόπα, τους αυτόπτας της του Κυρίου μας εγέρσεως, δεν μπορούσε, παρά το του χαρακτήρος του φιλήσυχον, να παραδώση στην λήθη το μέγα μυστήριον. Όπως ακριβώς και εκείνοι «αναστάντες αυτή τη ώρα υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ» και έμπροσθεν των συνηθροισμένων μαθητών ανήγγειλαν μετά παρρησίας την του Κυρίου Ανάστασιν εξηγούμενοι «τα εν τη οδώ και ως εγνώσθη αυτοίς εν τη κλάσει του άρτου». Ώντινων η καρδία έφλέχθη, λαλήσαντος ένδον αυτής του Ιησού, ούτοι αναστάντες αυτή τη ώρα, όπου και όπως και όσον απέχουσι του κόσμου ασκούμενοι, εξηγούν λεπτομερώς τα της Θεοενώσεως μυστήρια και πάσαν την Θείαν οικονομίαν της του Θεού Λόγου σαρκώσεως. Εάν «εν ταις δυσί ταύταις εντολαίς», κατά το ιερόν λόγιον, «όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται», της προς τον Θεόν και τον πλησίον αγάπης, καταλήγει πλέον φυσική συνέπεια η επιστροφή των θεουμένων εις την οικουμένην και, κατά το Παύλειο ρήμα, «τοις πάσι γίνονται τα πάντα», ίνα τους βουλομένους σώσωσι. Οι μηκέτι εαυτοίς ζώντες, αλλά τω εαυτών ηγαπημένω, έμαθον εξ Αυτού «τας ψυχάς υπέρ των αδελφών αυτών τιθέναι» και μη χωριζόμενοι εν πολλοίς της ηγαπημένης των ερήμου προέφθανον την σύμπασαν, διά της γραφής των, εις τους παραμένοντας μακράν, τους δε πλησιάζοντας αυτούς εστήριζαν διά της ζώσης φωνής και των όσων προς τούτο συντελούν.
saint Neofytoς -11
Φύσις ασκητικωτάτη και φιλόπονος, καρδία πυρπολουμένη υπό του θείου έρωτος, διάνοια πεφωτισμένη υπό του θείου Πνεύματος, ψυχή καθ’ όλα θεουμένη και μετουσιουμένη κατά πάντα προς το αρχέτυπον, την ιδίαν του Δεσπότου εμιμείτο ενέργειαν. Ίσταται εν μέσω της Εκκλησίας και του λαού του Θεού ως ο διακονών και θέλει ει δυνατόν τους «πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν». Εκφράζων τον χείμαρρον της ένδοθεν κινούσης προς τούτο χάριτος, μας αποκαλύπτει πως, «ει δυνάμεως είχον αναπτήναι και προς αέρα, και σαλπίσαι τρανώς και πάσαν γλώσσαν κινήσαι προς ευφημίαν Θεού, είχον αν και τούτο επιτελέσαι γαννύμενος», μη απαιτών παρά τίνος αμοιβήν ή ευγνωμοσύνην υπέρ των όσων έργω και λόγω προσέφερε.
Ω μακαρία αγάπη, η πάντα στέγουσα και μηδέποτε λογιζομένη το κακόν, ω μακαρία αγάπη, η πάσι τα πάντα γινομένη, ίνα ει δυνατόν τους πάντας κερδίσης. Τίνος παραβλέπεις την σωτηρίαν, την ασφάλειαν, το συμφέρον, την ωφέλειαν, όχι μόνον πνευματικήν, αλλά και υλικήν κατά το άκρον δυνατόν; Εγκλωβισμένος ο θεόσοφος και θεόνους οσιώτατος πατήρ ημών εις το κοιμητήριόν του, ένθα έθαψε ολοκληρωτικά όλον τον παλαιόν άνθρωπον «τον φθειρόμενον κατά τας επιθυμίας της απάτης», ήγειρεν εαυτόν διά Ιησού Χριστού «γνωρίσας Αυτόν και την δύναμιν της Αναστάσεως Αυτού», αφού πρώτον «εκοινώνησε των παθημάτων Αυτού, συμμορφωθείς τω θανάτω Αυτού».
Εγερθείς λοιπόν, χάριτι Χριστού, «καταντήσας εις την εξανάστασιν των νεκρών», δεν ανεχόταν τον θάνατον και την φθοράν εις τον λαόν του Θεού, και μάλιστα εις καιρούς τόσον χαλεπούς, όπου η ιδιαιτέρα πατρίς του τόσο σκληρώς εδοκιμάζετο. Έγραφεν, επιτιμούσε, ήλεγχεν, παρεκάλει είτε ένα έκαστον είτε πάντας ομού. Προελάμβανε τους έπ’ εξουσίας πατρικώτατα και απέτρεπε των κακών πράξεων. Ενουθέτει τους ιθύνοντας εν τη Εκκλησία και οσάκις αν ευρίσκετο χηρεύουσα η της επαρχίας επισκοπή, με αρμόδιες και πλήρεις συνέσεως πατρικής εγκυκλίους, καυτηρίαζε τις ατασθαλίες και την επικρατούσαν αταξίαν.
Γενόμενος «τοις πάσι τα πάντα» ο ακούραστος τούτος εργάτης του νοητού αμπελώνος περιεχώρει εις το πλάτος της θεουργού του καρδίας τον λαόν του Θεού και αιτούμενος υπό πάντων εις ουδένα ηρνείτο την προσφοράν της διακονίας, αλλ’ έγραφεν ενός εκάστου το κατάλληλον διά την σωτηρίαν. Απαντούσεν ερωτώμενος σε απορίες, έγραφε συμβουλές, ερμήνευε τα θεία λόγια των Ιερών Γραφών, συνέτασσε κανόνες και διατάξεις πατερικές εις ηγουμένους και μοναχούς, ερμήνευε εις ιερωμένους της Εκκλησίας τα νόμιμα. Συνέτασσε λόγους εορταστικούς και εγκωμιαστικούς εις διαφόρους αγίους μεστούς χάριτος και υψηλών νοημάτων, όπου διαφαίνεται το βάθος της θεολογικής του ψυχής, όπως η θεία χάρις θεοπνεύστως τον κατηύθυνε.
Έγραψε παραμυθητικούς λόγους εις τους τεθλιμμένους και τους πάσχοντας, επισήμαινε δε και ιστορικά και λαογραφικά γεγονότα, όσα του διηγούντο, ότι συνέβαιναν εις την αγαπημένην του πατρίδα, είτε εις άλλας γειτονικάς χώρας.
Το κέντρον του βάρους των συγγραφών του ο οσιώτατος πατήρ το αφιέρωσε εις διδακτικούς λόγους, το πλείστον σε μοναχούς, περί πράξεως και θεωρίας περί παθών και δαιμόνων και γενικά του πληρώματος της μετανοίας και της κατά Θεόν ζωής. Το δεύτερον, ισότιμον σκέλος των λόγων του, το αφιερώνει εις ερμηνείες χωρίων της Γραφής, όπου αποκαλύπτει το πλήρωμα της θεολογικής του καταρτίσεως και θεοπνευστίας. Ο θαυμασμός του δε εις την μελέτην της Αγίας Γραφής ήτο υπερβολικός, γι’ αυτό και έλεγε: «Κοινόν διδασκαλείον και πώμα πηγαίον, γλυκύτατον ομού και σαφέστατον η θεία προφητεία και το Ιερόν Ευαγγέλιον και η βίβλος των Αποστόλων, και ο διψών την εαυτού σωτηρίαν ποτιζέσθω εντεύθεν». Και πάλιν αλλού: «Ουδέν άλλο φωτίζει τον νούν και διακόπτει την αμαρτίαν και αυξάνει την αρετήν και αγαπάν τον Χριστόν και τηρείν τας Αυτού εντολάς δύναται ποιείν τον ανθρωπον, ως η των θείων Γραφών ανάγνωσις». Ο διακαής του πόθος να εντρυφά στα νοήματα των θείων Γραφών τον ανάγκαζε να γράφη και να ερμηνεύη τόσον στους δικούς του μαθητάς, όσο και στο χριστεπώνυμο πλήρωμα των πιστών. Πράος όπως ήτο και ησύχιος και αληθινά ταπεινός τη καρδία, προτιμούσε πάντοτε την αφάνειαν και την σιγήν, αι υψώσεις όμως του Θεού, όπου επερίσσευον, κατά το λόγιον, εις τον λαρυγγά του, και οι ποταμοί του ζώντος ύδατος, όπου έρρεον αδιακόπως εν τη καρδία του, τον ηνάγκαζαν και μη θέλοντα να παραδίδη σε γραφή τα πλείονα της πεφωτισμένης του διάνοιας υψηλά νοήματα, των αγίων Γραφών και των μυστηρίων της χάριτος, όπου ποταμηδόν ανέβλυζαν στην καθαράν του καρδίαν.
Άνευ αξίας λόγου βιβλιοθήκης και μηδέ υπάρχοντος πλησίον του τινός μέσου ή βοηθήματος, ίνα δανεισθή, διερωτάται κανείς, πως συνέγραψεν ο άνευ ουδεμίας παιδείας, ταπεινός τρογλωδύτης, τα τεράστιον αυτού έργον, τόσον σε όγκον όσον και σε ποικιλίαν και ποιότητα, ώστε να θεωρείται ένας εκ των σπουδαιότερων λογίων του αιώνος του, και κατά την κρίσιν σπουδαίων ερευνητών να ονομασθή ο «Χρυσόστομος» της Κύπρου.
Ποίον και πόσον το συγγραφικόν έργον του οσίου πατρός.
Το πρώτο συγγραφικόν έργον του οσίου πατρός, όπως μόνος του μας αναφέρει, ήτο το λεγόμενον «Βιβλίον Πρόχειρον», εις το οποίον εσημείωνε άξια λόγου υπομνήματα περί εαυτού, της Αγίας Εγκλείστρας και της μονής του. Το είχε δε ως είδος ημερολογίου, όπου σημείωνε και παρεμπίπτοντα γεγονότα περί επιδρομών, στερήσεων, επιδημιών και άλλα παρόμοια.
Την χρήσιν του «Προχείρου» του αυτού συνέχισεν επί τεσσαρακονταετίαν και πλέον, περιείχεν δε και αναφοράν σε αξιόλογα φυσικά φαινόμενα, όπου συνέβησαν στις μέρες του, ή άλλοι του διηγούντο, περί σεισμών, εκλείψεων ηλίου και άλλων, καθώς και τινά περί της σωματικής του καταστάσεως.
Εις τα πρώτα έτη της εγκλείστου ζωής του δεν επεδόθη τόσον εις συγγραφικήν εργασίαν, εκτός του «Προχείρου», λόγω της ενασχολήσεώς του με την λάξευση της Εγκλείστρας και την ζήτησιν και απόκτησιν αγίων εικόνων, ιερών σκευών, Τιμίου Ξύλου και άλλων. Επίσης ασχολήθηκε με την διάταξη του τυπικού, όπου με ζήλον παρέδωσε στη μονή του, καθώς και με την συγκέντρωση βιβλίων, προς καταρτισμόν της «Αγίας βιβλιοθήκης» του.
KONICA MINOLTA DIGITAL CAMERA
Καθ’ όλην την περίοδον της συγγραφικής του εργασίας, συνέγραψεν ο άγιος τα εξής έργα όπως μας τα αναφέρει ο ίδιος:
«Εισί δε συν Θεώ και συγγραφαί του εγκλείστου μικραί μετά μεγάλων βίβλοι δεκαέξ, αφ’ ων αι μειζότεραι τρεις πανηγυρικαί και έτερα δυο βιβλία πλείστων επιστολών ψυχοφελών πάνυ, εν οις και ασκητικά κεφάλαια τετρακόσια και τελώνια 24 και βιβλίον πεντηκοντακέφαλον, εν ω και το Άσμα των Ασμάτων ερμηνεύεται και έτερον της Θεοσημείας και έτερον ερμηνεία της Εξαημέρου εν λόγοις ιστ΄ και έτερον ερμηνεία των ψαλμών εν λόγοις ιβ΄ και έτερον ερμηνεία κανόνων των δώδεκα Δεσποτικών Εορτών και έτερον δωδεκάλογον, το πρόχειρον του εγκλείστου, εν ω τεσσαρακονταετίας και πεντηκονταετίας και φυσιολογίας αναφορά• και έτερον δισδεκάλογον, και καινής και παλαιάς νομοθεσίας, ευσύνοπτοι ερμηνείαι Δεσποτικών εντολών και ετέρα η των κατηχήσεων βίβλος και άλλο μικρόν κατανυκτικών στιχηρών και άλλο η παρούσα τυπική διάταξις και άλλο πάλιν το καλούμενον τελευταίον ομού δεκαέξ γινόμενα, άτινα φιλαρέτοις και φιλοθέοις, ως νεαρά πάντως, ου παροπτέα• άλλ’ ουδ’ ανθρωπίνης σοφίας ή τεχνολογίας, αλλά χάριτος Πνεύματος Αγίου τοπάσαντες τα γεγραμμένα, τον εν Τριάδι δοξάσουσι Θεόν. Αμήν».
***
Εξαίρετον θέσιν μεταξύ των συγγραμμάτων του μεγάλου πατρός έχουν αι τρεις «μειζότεραι πανηγυρικαί», όπως τας ονομάζει, οι οποίες περιέχουν λόγους εις μνήμας αγίων και εις Δεσποτικάς και Θεομητορικάς εορτάς του έτους. Το λυπηρόν είναι ότι διεσώθη μόνον η πρώτη εις την Εθνικήν Βιβλιοθήκη των Παρισίων, η οποία περιέχει 30 λόγους εις μνήμας αγίων του πρώτου τετραμήνου του εκκλησιαστικού έτους.
Εκ του περιεχομένου των περισωθέντων έργων του οσίου πατρός, διακρίνει κανείς το μεγαλειον της θεοσόφου και θεοφόρου του ψυχής, κινουμένης με τόσην άνεσιν εις όλον το ύψος και πλάτος και βάθος της Θεολογίας. Καθαρώς φαίνονται τα δείγματα της τελειοτάτης εν Χριστώ ψυχής του, με το πλήρωμα των θείων επαγγελιών, όπου το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν διαζωγραφείται και διαφαίνεται ο Θεανθρωπισμός στην δικήν μας φύσιν, όπως ο Κύριός μας θέλει και εύχεται «Πάτερ… ίνα η αγάπη ην ηγάπησάς με εν αυτοίς η, καγώ εν αυτοίς».
Όταν προς Δεσποτική εορτήν στρέφει τον λόγον του, τόσον βυθίζεται στον θείον έρωτα και με τόσην εκτείνεται αγάπην, όπου με τόσα ονόματα και επίθετα κατονομάζει την θεοπρεπή μεγαλοσύνη του ηγαπημένου του Ιησού, που μαρτυρούν το περίσσευμα της Χριστοποιημένης του καρδίας. Ένα μικρό απόσπασμα μεταφέρω εκ των πολλών του εκφράσεων για διαπίστωση: «Οίον έχομεν Κύριον και Δεσπότην• υπεράναρχον, υπεράπειρον, υπεράγαθον, υπεράγιον, υπεραδέκαστον, υπεράλκιμον, υπεράληστον, υπερτέλειον, υπεράπειρον, απύθμαντον, απρόσιτον, αόριστον, άστεκτον, αφόρητον, ακήρατον, αστείον, ακέστορα, απαθή, αρρωγόν, άφατον, απερινόητον, απερικτύπητον, πανσθενέστατον, πολυμήχανον, κτίστην μυριάδων Αγγέλων ασωμάτων, κτίστην ουρανού και γης και θαλάσσης και πάσης κτίσεως άλλης, περιεκτικόν, πολυέραστον, πρυτανευτήν, ζείδωρον, ζαμενήν, ζαφλεγήν, ολβιοδότην, ζηλωτόν, υπερούσιον, και ει τι απλώς τούτων, υπέρτερόν τε και τιμαλφέστερον… προς τα του τοιούτου δεσπότου φίλα και ευάρεστα εργωδώς επειχθώμεν εν βίω λελαμπρυσμένω».
***
Στο έργο του αυτό, «Ερμηνεία της εξαημέρου», εκφράζει ο θεοφόρος ούτος πατήρ τον διακαή του πόθον στην έρευνα και εμβάθυνση των θείων νοημάτων της κοσμογονίας, που πάντοτε τον συγκινούσε και η απλή μόνον ανάγνωσις των αρχικών της ρημάτων. Παρά το βαθύ αίσθημα του ταπεινού του φρονήματος πολλάκις αναγκάζεται ο οσιώτατός μας πατήρ να αναφέρη τον παροξυσμό του θείου Πνεύματος, όπου τον ανέπειθε να γράφη, και μη βουλόμενον, τα υπ’ Αυτού εμπνεόμενα θεία ρήματα. «Αρξάμενος δε, ούτε ο του λόγου ειρμός παρήκε διατομήν, ουδ’ αυτός παρήκα τον κάλαμον, άχρις αν συν Θεώ ο πρώτος συντετέλεσται λόγος». Και πάλιν αλλού• «εξ και μόνον λόγους εβουλόμην συντάξαι, μόνην την κοσμογένειαν… τυχών μοι δε και τις θείου Πνεύματος χάρις του και άλλους δέκα αναλέξασθαι λόγους και διατεθείναι την βίβλον εν εξ και δέκα λόγοις». Με ζωηρά και καλλιεπή αφήγηση ερμηνεύει τα της κοσμογονίας, ώστε ο αναγνώστης να βυθίζεται στα βαθειά και πλούσια νοήματα. Μερικά αποσπάσματα εξ αυτών: «Και είπεν ο Θεός γενηθήτω φως• και εγένετο φως. Ω δυνάμεως ανεκφράστου, ω θείας εξουσίας και ακαταλήπτου, άμα γάρ τη του κτίστου κελεύσει το καθολικόν εκείνο και βαθύτατον έρεβος, καρπαλίμως υποχωρεί και συστέλλεται, και τάχει πολλώ το φως αντισάγεται. Και είδεν ο Θεός ότι καλόν’• και τι γάρ ου καλόν, ω Δέσποτα, το παρά Σου του υπερκάλλου κτισθέν και δεξαμένου τον έπαινον;».
Αλλού πάλιν εξ αφορμής της γυμνώσεως των πρωτοπλάστων εκ της θείας χάριτος αναφέρει: «Ημείς δε τούτων ακούοντες αδελφοί, εννοήσωμεν συνεχώς, πως αισχύνης τε και γυμνώσεως αίτιος καθ’ εκάστην η αμαρτία, και τοσούτον κακόν, ως αποβουκολείν και αποσκορακίζειν τους εργάτας αυτής από προσώπου του Θεού, και προσχώμεν εαυτούς ακριβώς, μη αλωθήναι ταις παγίσιν αυτής• αλλά συστείλωμεν εαυτούς από προσώπου αυτής και των γηγενών της σαρκός και εμπαθών θελημάτων μη αλισκώμεθα».
Εις το έργον του «Ερμηνεία των ψαλμών συν ταις ωδαίς», αποκαλύπτεται το μεγαλείο της όντως φιλοσόφου και φιλολόγου του διανοίας. Στην θαυμασίαν αυτήν ερμηνείαν, κατά το πλείστον χριστολογικήν, καθιστά ευληπτοτέρους τους στίχους των ψαλμών, προσθέτων όπου χρειάζεται λέξεις ή φράσεις, και εξ ιδίας εμπειρίας επεξηγεί τα διάφορα νοήματα είτε αναγωγικώς είτε αλληγορικώς, ανάλογα προς τον σκοπόν όπου στρέφει τον λόγον. Πανταχού ως κεφάλαιον έχει τον Κύριόν μας, εις του οποίου τον έρωτα συναρπάζεται και υμνολογεί, με αρμόζουσαν φράσιν και λέξεις και πλοκάς λόγων. Ιδού μερικά αποσπάσματα εξ αυτών:
«Ναι μην αλλά και πας άνθρωπος ο τον νουν αποστήσας λογισμών επιβλαβών, μελετών δε εν νόμω Κυρίου ημέρας και νυκτός· εμφέρειαν έχει ξύλου παμφόρου πεφυτευμένου παρά τας διεξόδους των υδάτων».
«Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού· ου προφορά φωνής χρώμενοι, λόγου όντες άμοιροι, αλλά την λογικήν διερεθίζοντες φύσιν, κάλλει και μεγέθει δοξάζειν τω λόγω μόνω τον ποικίλους ουρανούς κτίσαντα. Αλλά και λογικοί ουρανοί Απόστολοι διηγούνται δόξαν Θεού ενανθρωπήσαντος».
«Ο νόμος Κυρίου άμωμος συνετών ακροατών επιστρέφων ψυχάς, η μαρτυρία Κυρίου πιστή, σοφίζουσα νηπιόφρονας καρδίας».
« Η εντολή Κυρίου τηλαυγής μετανοούντων φωτίζουσα οφθαλμούς».
« Η μελέτη της καρδίας μου ενώπιόν Σου διά παντός εντρυφώσα τα μελιχρά Σου προστάγματα».
Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ, «Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος», Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1998.

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Ἡ ἀπόλυτη ἀπαίτηση τοῦ Χριστοῦ μας

Ἡ ἀπόλυτη ἀπαίτηση τοῦ Χριστοῦ μας

http://HristosPanagia3.blogspot.com
Ὁ Χριστός ζητᾶ ἀπό μᾶς τά πάντα.

1) Μᾶς ζητάει νά ἀπαρνηθοῦμε τόν ἑαυτό μας, λέγοντάς μας: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καίἀράτω τόν Σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι».  
Δηλ. «Ὅποιος θέλει νά γίνει δικός Μου, πρέπει νά ἀπαρνηθεῖ τόν ἁμαρτωλό ἑαυτό του, νά σηκώσει τόν Σταυρό του,πού σημαίνει νά νεκρωθεῖ ὡς πρός τήν ἁμαρτία, ὡς πρός τόν κόσμο (νά ἀποβάλει τό κοσμικό φρόνημα), νάἀπαρνηθεῖ τόν διάβολο καί νά μέ ἀκολουθήσει τηρώντας ὅλα ὅσα λέω». Ἄν ἀληθινά θέλουμε νά εἴμαστε μαθητές Ἐκείνου, πρέπει νά ξεχάσουμε τελείως τόν ἁμαρτωλό ἑαυτό μας, νά ἀπορρίψουμε καί νά μισήσουμε κάθε ἁμαρτία· ἀκόμη, θά πρέπει νά κάμνουμε καί τό καλό, νά τηροῦμε ὅλες τίς ἐντολές καί νά νεκρωθοῦμε ὡς πρός τό κοσμικό φρόνημα, τήν ἁμαρτία καί κάθε πάθος.  
Δέν πρέπει νά ἀφήσουμε ἀνεξάλειπτη καμμία ἁμαρτία, ἀκόμη καί ἄν εἶναι πολύ μικρή, διότι μπορεῖ αὐτή νά μᾶς παρασύρει κατόπιν σέ μεγαλύτερο κακό.

Ἐπιθυμοῦμε τήν αἰώνια ζωή... Θέλουμε νά κερδίσουμε τόν Παράδεισο. Ὅμως, τίποτε δέν κερδίζει κανείς χωρίς κάποιο τίμημα. Θέλουμε νά χτίσουμε τήν οὐράνια κατοικία μας, πού θά διαρκέσει αἰώνια. 
Ἄν γιά νά χτίσουμε τήν ἐπίγεια, τήν προσωρινή, κατοικία μας καταβάλλουμε τόσους κόπους καί κάνουμε τόσα ἔξοδα, πόσο μᾶλλον θά πρέπει νά κοπιάσουμε γιά νά οἰκοδομήσουμε τήν αἰώνια κατοικία μας. Χρειάζεται νά θυσιάσουμε, νά «χάσουμε», κάποια πράγματα, τά ὁποῖα βέβαια εἶναι μηδαμινά μπροστά στήν αἰώνια χαρά καί μακαριότητα τοῦ Παραδείσου. 
Γι' αὐτό λέει καί ἡ Ἀγία Γραφή: «Οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς». Δέν εἶναι τίποτα τά παθήματα αὐτῆς τῆς ζωῆς μπροστά στήν δόξα πού πρόκειται νά μᾶς ἀποκαλυφθεῖ στήν αἰωνιότητα.

Ὡστόσο, ὁ Χριστιανός φαίνεται ὅτι χάνει πολλά πράγματα:


α) Τήν ἄνεσή του. «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καί βιασταί ἁρπάζουσιν αὐτήν». Χρειάζεται νά πάρουμε διαζύγιο ἀπό τήν ἄνεση καί τήν καλοπέραση, ἀπό τήν τήν τεμπελιά καί τήν ἀνεμελιά.
Ἀπαιτεῖται νά ἀσκήσουμε κάποια πίεση στὀν ἑαυτό μας. «Σκάμμα ἐστίν ὁ παρών βίος», λέει ὁ Ἄγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.
Ἡ ἐκκλησία ἔχει δύο Ἑνότητες μελῶν: τήν ἐπίγεια ἤ στρατευομένη καί τήν Οὐράνια ἤ Θριαμβεύουσα. Ἐμεῖς ἀνήκουμε στήν ἐπίγεια. Τό ὄνομα στρατευομένη δέν εἶναι τυχαῖο. Ὑποδηλώνει ὅτι βρισκόμαστε σέ κατάσταση ἐκστρατείας, σέ πολεμικές ἐπιχειρήσεις. Γι’ αὐτό καί ἀπαιτεῖται ἐπαγρύπνηση, νήψη, ἀπάρνηση τῆς ἄνεσης. Ἡ μάχη εἶναι διαρκής, χωρίς ἐλπίδα ἀνακωχῆς. Οἱ ἐνέδρες τοῦ ἐχθροῦ πολλές. Δέν χωράει τεμπελιά, ἀμέλεια καί ἀπροσεξία.

β) Μᾶς ζητάει νά ἀπαρνηθοῦμε τίς ἁμαρτωλές ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς. Ὄχι ὅλες τίς ἀπολαύσεις, ἀλλά μόνον τίς ἁμαρτωλές, αὐτές πού τελικά ἀποδεικνύονται μάταιες καί μᾶς κάνουν νά βιώνουμε τήν δυστυχία, τήν ἀηδία καί τόν θάνατο. Γι’ αὐτό λέει χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Πάντων ἀπόλαυσον, μόνον ἁμαρτίας ἀπόστηθι».

γ) Μᾶς ζητάει νά ἀπαρνηθοῦμε τό κοσμικό μέλλον μας, ἴσως καί τήν καρριέρα μας.
Παραδείγματα πολλά ἀπό τήν ζωή τῶν ἁγίων, τῶν μαρτύρων ἀλλά καί τῶν συγχρόνων Χριστιανῶν, π.χ. Μακρῆς (πόλεμος ἀπό Μασωνία), σύγχρονοι Ρῶσοι χριστιανοί ἐπιστήμονες (ἅγιος Λουκᾶς Κριμαίας, ὁ ἰατρός).

δ) Μᾶς ζητάει νά ἀπαρνηθοῦμε τήν ἀναγνώριση τοῦ κόσμου, τῶν συγγενῶν καί τῶν φίλων μας. Γεύεται κάποτε καί τόν διωγμό, ἀκόμη καί ἀπό τούς λεγόμενους δικούς του ἀνθρώπους. Ὁ Κύριος μᾶς τό εἶπε:
«Πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζεῖν διωχθήσονται». Κάνει ἐντύπωση τό «Πάντες».

Θά τολμούσαμε νά ποῦμε ὅτι ἄν δέν ἔχουμε διωγμό θά πρέπει νά ἀνησυχοῦμε γιά τήν ποιότητα τοῦ χριστιανισμοῦ μας. Πάλι, ὁ Κύριος μᾶς εἶπε: «Ἀλλοίμονο ἄν σᾶς ποῦν καλά (σᾶς ἀποδεχθοῦν καί σᾶς ἐπαινέσουν) ὅλοι οἱ ἄνθρωποι» Αὐτό σημαίνει ὅτι συμβιβαζόμαστε μέ ὅλους, πᾶμε ὅπως φυσάει ὁ ἄνεμος. 
Ἀντιθέτως, εἴμαστε μακάριοι ὅταν μᾶς ὀνειδίσουν, μᾶς διώξουν, μᾶς συκοφαντήσουν, μᾶς περιφρονήσουν, διότι θέλουμε νά εἴμαστε μέ τόν Χριστό καί νά τηρήσουμε τό εὐαγγέλιο. Ἡ σύγκρουση μέ τόν κόσμο (τό κοσμικό πνεῦμα) εἶναι ἀναπόφευκτη. 
Ἰδιαίτερα στήν ἐποχή μας, ἡ πόλωση εἶναι πολύ ἔντονη. Τεράστια ἀπόσταση χωρίζει τήν κατά Χριστόν ζωή ἀπό τήν ζωή τοῦ κόσμου.

2) Ὁ Χριστός μας δέν θέλει νά διχαζόμαστε.

Μᾶς εἶπε:
«Κανείς δέν μπορεῖ νά δουλεύει σέ δύο κυρίους. Δέν μπορεῖτε νά δουλεύετε ταυτόχρονα στόν Θεό καί στόν Μαμωνᾶ.(στόν Θεό καί στόν Διάβολο)»
Ἄν κανείς περπατᾶ ταυτόχρονα σέ δύο δρόμους, θά σχιστεῖ στή μέση, τελικά θά αὐτοδιαλυθεῖ.
Εἶναι σχιζοφρενική συμπεριφορά, πού ὑποδηλώνει διπλῆ προσωπικότητα, ἐσωτερική διάσπαση τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς, ἐπανάλειψη τοῦ προπατορικοῦ λάθους. Εἶναι πνευματικός ἀλλοιθωρισμός. 
Ἐνῶ ὁ Θεός εἶναι τό Πᾶν, ἐμεῖς Τόν ἀφήνουμε καί ἀκολουθοῦμε τόν προαιώνιο ἐχθρό. Προσπαθοῦμε νά φτάσουμε στήν Θέωση, ἐμπιστευόμενοι στόν ἑαυτό μας· δέν δινόμαστε ἀπόλυτα στόν Χριστό. Διχαζόμαστε ἐσωτερικά, μέ ἀποτέλεσμα νά πλησιάζουμε διστακτικά, γεμᾶτοι φοβίες καί ἀναστολές. 
Ἡ πίστη μας εἶναι ὑποτονική καί τρεμοσβήνει. Ἡ θέρμη τῆς ἀγάπης μας: πολύ περιορισμένη. Ἡ χλιαρότητα κυριαρχεῖ.

Καί ὁ Λόγος φοβερός:
«Τούς χλιαρούς θά τούς ἐμέσω», λέει ὁ Κύριος στήν Ἀποκάλυψη. «Ἔπρεπε νά εἶσαι», γράφει ὁ Θεός στόν ἐπίσκοπο τῆς Λαοδικείας, «ἤ ψυχρός ἤ θερμός». Δηλ. θά ἔπρεπε νά εἶσαι ἀκέραιος καί ὁλόκληρος, ὄχι διχασμένος καί μεσοβέζικος. 
Ὁ ψυχρός ἔχει τήν ἐλπίδα κάποτε νά συναισθανθεῖ τήν παγωνιά τῆς ἁμαρτίας καί νά μετανοήσει. Ὁ θερμός εἶναι μακάριος, διότι ἀπολαμβάνει τή γλυκειά θαλπωρή τῆς κατά Χριστόν ζωῆς. 
Ὁ χλιαρός ὅμως κάνει, θά λέγαμε, τόν Θεό νά ἀηδιάζει. Δέν μετανοεῖ, διότι νομίζει ὅτι δέν ἔχει ἀνάγκη μετανοίας. Εἶναι ὑποκριτής καί ἀποκοιμίζει τή συνείδησή του τηρώντας κάποια ἐξωτερικά πράγματα. Ἡ καρδιά του ὅμως εἶναι διχασμένη. Εἶναι κατά ἕνα ποσοστό δοσμένη στόν Χριστό καί κατά τό ὑπόλοιπο δοσμένη στόν Ἀντίχριστο.

Ὁ χριστιανός, ἀντίθετα, εἶναι ὁ ὑγιής πνευματικά ἄνθρωπος. Μέλος τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι «πολίτης αὐτοῦ τοῦ κόσμου».

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ κόσμου εἶναι «χίλια κομμάτια μέσα του», γεμᾶτος ἄρρωστες προσκολλήσεις, ἐξαρτήσεις καί ἐπιθυμίες. Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «ἑνοειδής», ἑνοποιημένος καί ἀληθινά ἐλεύθερος. 
Ὅλες του οἱ ψυχικές δυνάμεις εἶναι ἑνωμένες καί κατευθύνονται πρός τόν Θεό. Νοῦς, λόγος καί πνεῦμα, διά τῆς ἀδιάλειπτης νοερᾶς προσευχῆς, ἔχουν γίνει «ἕνα» στόν ἀληθινά ἐκκλησιαστικοποιημένο ἄνθρωπο. Τέτοιοι πρέπει νά γίνουμε ὅλοι, εἴτε εἴμαστε λαϊκοί στόν κόσμο εἴτε μοναχοί.

Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας λειτουργεῖ σωστά, καί ψυχικά καί σωματικά. Δέν εἶναι διχασμένη προσωπικότητα, ὅπως συμβαίνει μέ τόν ἄνθρωπο τοῦ κόσμου, πού κατά βάθος «δέν ξέρει τί θέλει».

Οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί, εἴτε ζοῦν μέσα σ’ ἕνα μοναστήρι εἴτε μέσα σέ μία κοσμική ἐνορία, εἶναι ἄνθρωποι πού ἀνήκουν στόν Χριστό καί ὄχι στόν κόσμο. Εἶναι «μέλη Χριστοῦ» καί ὄχι «μέλη τοῦ κόσμου».

Ὅταν ἕνας ἀσκητής βγαίνει ἀπό τό Μοναστήρι του γιά νά βοηθήσει πνευματικά τούς χριστιανούς πού ζοῦν στόν «κόσμο», δέν «βγαίνει στόν κόσμο», ὅπως συνήθως λέγεται. Ἀντίθετα, πηγαίνει στήν Ἐκκλησία καί συναντᾶ τούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς του, πού ζοῦν «ἐν τῷ κόσμῳ» ἀλλά δέν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου». Ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική Κοινότητα τῆς Ἐρήμου μεταβαίνει στήν Ἐκκλησιαστική Κοινότητα τοῦ κόσμου.

3) Ὁ Χριστός ζητάει ὁλόκληρη τήν καρδιά μας, ὁλόκληρο τό ἐσωτερικό μας.

Μᾶς λέει: «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου,...».
Μᾶς ζητάει ὅλη τήν καρδιά μας, ὅλο τόν νοῦν μας, ὅλη τήν δύναμή μας. Ὅλα αὐτά νά Τοῦ τά δώσουμε ἀγαπώντας Τον. Ζητάει ὅλη τήν ὕπαρξή μας. 
Ὄχι γιά τόν ἐαυτό Του, ἀλλά γιά μᾶς. Διότι θέλει νά σώσει τήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, θέλει νά μᾶς ζωοποιήσει καί νά μᾶς ἁγιάσει. Ἀλλά αὐτό δέν μπορεῖ νά γίνει ἄν δέν τοῦ δοθοῦμε ὁλόκληροι. 
Πρέπει ὅλη τήν ἀγάπη μας νά τήν δίδουμε στόν Χριστό. Ὅλες οἱ σκέψεις μας νά εἶναι γιά τόν Θεό, καί ὅλο τό συναίσθημα καί τά πάντα γιά τόν Θεό.
Ὁ Θεός μᾶς θέλει ἀπόλυτα δικούς Του.

Τό Ἅγιο Πνεῦμα «ἐπιποθεῖ», σφόδρα ἐπιθυμεῖ, νά ἑνωθεῖ μαζί μας. Θέλει τήν καρδία μας ὁλόκληρη. Τήν θέλει καθαρή. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ἀγαπᾶ «ἐξ ὅλης ψυχῆς καί καρδίας καί διανοίας τόν Κύριο»[1]. Ἄν ἔχει καί ἄλλες ἀγάπες, τότε εἶναι «ἄπιστος», ἔχει καταλύσει τήν ἕνωση μέ τόν Κύριο.

Ὁ Κύριος εἶναι «Θεός ζηλωτής»[2] δηλ. «ζηλότυπος». Μᾶς θέλει ἀποκλειστικά δικούς του. Δέν μπορεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα νά μείνει μέσα στόν ἄνθρωπο πού εἶναι διχασμένος. Μιά καρδιά μοιρασμένη σέ πολλές κοσμικές ἀγάπες εἶναι μιά καρδιά μολυσμένη, τυφλή, ἀκατάλληλη νά δεχτεῖ τόν Κύριο.

Ἄν δώσουμε ἔστω καί κάτι στόν ἐχθρό, αὐτό μπορεῖ νά γίνει αἰτία τῆς ἀπώλειάς μας. Ὅπως ἕνας πολεμιστής, πού ἐκθέτει ἕνα τμῆμα τοῦ σώματός του ἀφύλακτο στόν ἐχθρό, μπορεῖ σ' ἐκεῖνο τό σημεῖο νά δεχθεῖ καίρια τήν πληγή ἀπό τό ἐχθρικό βέλος καί νά ἀποθάνει. 
Ὅπως μιά πόλη, πού ἔχει κενά στήν ἀμυντική της γραμμή, κινδυνεύει ἀνά πᾶσα στιγμή νά ἁλωθεῖ ἀπό τούς ἐχθρούς, οἱ ὁποῖοι μπορεῖ νά εἰσέλθουν στήν πόλη διά μέσου ἐκείνου τοῦ ἀδυνάτου σημείου.
Διά τοῦτο...

4) Ὁ Κύριος μᾶς ζητάει νά τηροῦμε ὅλες τίς ἐντολές καί καμμία νά μήν καταφρονοῦμε

Μετά τήν ἀνάσταση εἶπε στούς Ἀποστόλους:
«Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ, καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· διδάσκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν».
Κάνει ἐντύπωση ἡ λέξη «πάντα», δηλ. ὅλα, ὅλες τίς ἐντολές πρέπει νά τηρήσουμε. Ὁ Κύριος, μαζί μέ τήν ὀρθή πίστη γιά τήν Ἁγία Τριάδα, συνέζευξε καί τήν τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν. Εἶναι ἀδύνατον νά σωθεῖ ὁ βαπτισθείς, ἄν δέν ἔχει καί τά δύο αὐτά.

Διά τοῦτο καί ὁ Δαβίδ ἔλεγε:
«Πρός πάσας τάς ἐντολάς σου κατωρθούμην· πᾶσαν ὁδόν ἄδικον ἐμίσησα», διότι ἐναντίον κάθε ἄδικης ὀδοῦ μᾶς ἔχει καί μιάν ἀντίστοιχη θεϊκή ἐντολή. Ἄν παραλειφθῆ ἡ τήρηση κάποιας ἀπό τίς ἐντολές, τότε ἀντεισάγεται ἡ ἀντικείμενη σ' αὐτήν ὁδός τῆς κακίας. Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε καί τήν δύναμη ὥστε νά εἶναι κατορθωτή ἡ τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν, μέ τό νά μᾶς πεῖ:
«...ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ.».
Αὐτήν τήν δύναμη καί ἐξουσία ἀφοῦ ἔλαβε καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγε: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς κἀγώ Χριστοῦ»· καί πάλιν «οἱ δέ τοῦ Χριστοῦ τήν σάρκαν ἐσταύρωσαν σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις»· καί πάλιν «ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται, κἀγώ τῷ κόσμῳ». Ὅλες δέ οἱ ἐντολές, ἄν καί εἶναι πολλές, ἀνακεφαλαιώνονται σ' ἕναν λόγο, στό νά «ἀγαπήσεις τόν Κύριο καί Θεό σου ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καί τόν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν». Ἐκεῖνος ἑπομένως πού ἀγωνίζεται, ἄν τηρεῖ αὐτόν τόν λόγο, κατορθώνει ὅλες μαζί τίς ἐντολές.

5) Ὁ Χριστός ζητάει ὁλόκληρη τήν ζωή μας.

Γι’ αὐτό μᾶς εἶπε: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι».

Δέν εἶναι κάτι διαφορετικό ὁ Χριστός καί ἡ ζωή μας. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ Ζωή μας. Δέν ὑπάρχουν ὧρες τοῦ Χριστοῦ καί ὧρες τοῦ διαβόλου. Αὐτός πού μετανόησε ἀληθινά δέν ἔχει ὧρες πού ὀφείλει νά κάνει τό καλό καί ὦρες πού πρέπει νά ἀσωτεύει οὔτε ἔχει καιρό εὐσεβείας καί καιρό παρανομίας.

Ὁ Χριστός μᾶς ζητάει ὅλο τόν χρόνο μας, ὅλη τήν ζωή μας. Ζητάει καί τήν ἐργασία μας καί τήν βόλτα μας καί τήν ὥρα τῆς ἀνάπαυσής μας.Γιατί ὅλα πρέπει νά δοθοῦν στόν Χριστό καί ὅλα νά εἶναι γεγονότα μέ πνευματική σημασία. Ὅλα νά εἶναι γιά Ἐκεῖνον… Γεγονότα πού θά μᾶς ἑνώνουν μαζί Του.

Μία βόλτα εἶναι ἄραγε πνευματικό γεγονός;
Εἶναι.
  • Ὅλα εἶναι πνευματικά. 
  • Ὅλα ἔχουν πνευματική σημασία. 
  • Ὅλα ἤ μᾶς πλησιάζουν ἤ μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Χριστό. 
  • Ὅλα ἤ μᾶς προσθέτουν Θεία Χάρη ἤ μᾶς ἀφαιροῦν.
  • Ὅλα ἤ ἐνεργοποιοῦν τήν Βαπτισματική Θεία Χάρη ἤ τήν ἀπενεργοποιοῦν.
  • Ὅλα ἤ μᾶς ὑψώνουν ἤ μᾶς κατεβάζουν. 
  • Ὅλα ἤ μᾶς ὁδηγοῦν στόν Χριστό μας ἤ μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Χριστό μας. 
  • Τίποτε δέν εἶναι οὐδέτερο.
  • Τίποτε δέν εἶναι χωρίς σημασία. 
  • Τίποτε δέν εἶναι ἀδιάφορο. 
  • Ὅλα εἴτε μᾶς οἰκοδομοῦν πνευματικά εἴτε μᾶς γκρεμίζουν. Ὁ ἄνθρωπος κάθε στιγμή εἶναι ἤ Χριστολάτρης ἤ Χριστομάχος.
Ὁ Κύριος μᾶς τό εἶπε ξεκάθαρα: «Ὁ μή ὤν μετ’ Ἐμοῦ κατ’ Ἐμοῦ ἐστίν».   
Καί πάλι μᾶς εἶπε: «Ὁ μή συνάγων μετ’ Ἐμοῦ σκορπίζει». 
Ὅποιος δέν συγκεντρώνει μαζί Μου, σκορπίζει.
Ὅποιος δέν χτίζει μαζί μου, γκρεμίζει· ὅποιος δέν  θησαυρίζει μαζί Μου, σπαταλάει· ὅποιος δέν δημιουργεῖ μαζί Μου, καταστρέφει.

«Κάθε ἄνθρωπος…εἶναι ἢ Χριστόφιλος ἢ Χριστομάχος», μᾶς διδάσκει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς (ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία του στὸ Α´ Ἰω. δ´ 3).

Ἄν στήν βόλτα σου δέν εἶσαι μαζί μέ τόν Χριστό, τότε εἶσαι ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ. 
Θά πεῖς ἴσως: «Μά δέν κάνουμε κάτι κακό».
Καί ὅμως, κάνουμε. Παραβαίνουμε τήν Α΄ Ἐντολή. 
Κάνουμε κάτι πού δέν ἔχει σχέση μέ τό ἀληθινό κάλλος καί τόν «κάλλει Ὡραῖο» Κύριο, ὁ Ὁποῖος μᾶς ζητάει τά πάντα:
  • Ὅλο τόν χρόνο μας, 
  • ὅλη τήν σκέψη μας, 
  • ὅλη τήν ἐνεργητικότητά μας,
  • ὅλη τήν ἀγάπη μας, 
  • ὅλη τήν βούλησή μας, 
  • ὅλα τά θελήματά μας, 
  • ὅλη τήν ψυχή μας, 
  • ὅλο τό σῶμα μας,
  • ὅλην τήν ψυχοσωματική μας ὑπόσταση. 
Τά ζητάει ὅλα, γιά νά τά κάνει ὅλα ἕνα μ’ Αὐτόν τόν Ἴδιο, καί ἔτσι νά τά σώσει.
-Πῶς μᾶς τά ζητάει; Μήπως ὑπερβάλλουμε;
-Καθόλου.
Μᾶς τά ζητάει ἀκριβῶς μέσῳ τῆς Α΄ Ἐντολῆς:
«Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου».

Ζητάει καί κάθε τι πού κάνουμε. Θέλει ὅλα νά ξεκινοῦν ἀπό Αὐτόν καί νά καταλήγουν σέ Αὐτόν.
Ἡ ἀφορμή γιά κάθε τι νά εἶναι Αὐτός.

Ἐπίσης, τό τέλος, ὁ σκοπός γιά κάθε τί, νά εἶναι πάλι ὁ Χριστός μας.
Ξεκάθαρα μᾶς τό εἶπε: «Ἐγώ εἶμαι τό Α καί τό Ω, ἡ ἀρχή καί τό τέλος». 
Ὅ,τι δέν ἔχει ἀρχή Ἐμένα, δέν ἔχει ὕπαρξη. 
Εἶναι μή ὄν, εἶναι ἀνυπόστατο, εἶναι κακό (τό κακό πράγματι εἶναι ἀνυπόστατο).

Μόνο ὅ,τι ἀρχίζει ἐξ αἰτίας τοῦ Χριστοῦ μας καί σκοπεύει στόν Χριστό μας, στήν εὐαρέστησή Του, εἶναι εὐλογημένο, εἶναι ἀληθινά ὡραῖο καί ἔχει πραγματική ὀντότητα.
Μόνο ὅ,τι ἔχει Χριστό, 
μόνο ὅ,τι ἔχει τήν Θεία Χάρη, 
μόνο ὅτι ἔχει δημιουργηθεῖ ἀπό τόν Χριστό καί διά τοῦ Χριστοῦ καί ἔχει προσφερθεῖ πάλι ἀγαπητικά στόν Χριστό, 
μόνο αὐτό ὐπάρχει στήν πραγματικότητα καί στήν αἰωνιότητα.

Διότι μόνο ὁ  Χριστός εἶναι ὁ Ὤν (ὁ ἀληθινά ‘Υπάρχων). 
Μόνο  ὅ,τι εἶναι δικό Του ὑπάρχει ἀληθινά καί εἶναι ἀληθινά καλό. 
Μόνο ὅ,τι συνδέεται μαζί Του ἀποκτᾶ ἀληθινό κάλλος.   
Κάθε πρόσωπο,
πρᾶγμα,
τέχνη, 
πράξη, 
σκέψη, 
πολιτισμός, 
«δημιουργία», χωρίς Χριστό εἶναι:
κακή, 
ἀνυπόστατη, 
χωρίς κάλλος,
χωρίς ὀντότητα, 
χωρίς Πνεῦμα.
Ἑπομένως κάθε γεγονός,
κάθε σκέψη, 
κάθε φαντασία, 
κάθε κίνηση, 
κάθε πράξη μας 
ἔχει πνευματικές διαστάσεις, 
ἔχει πνευματική ἐπίδραση, 
ἔχει ἄμεση σχέση μέ τήν πνευματική μας ζωή.
Ἐπηρεάζει τόν πνευματικό μας ἀγῶνα, ἐπιδρᾶ εἴτε θετικά εἴτε ἀρνητικά στήν προσπάθειά μας γιά τήν «ἐν Χριστῷ» σωτηρία μας.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι σέ κοινωνία μέ τόν ἄκτιστο Τριαδικό Θεό, τότε ζεῖ καί σώζεται.
Ὅταν ἡ ἀγαπητική κοινωνία μέ τόν ἐν Τριάδι Θεό διακόπτεται, λόγῳ τῆς ἁμαρτίας, τότε ὁ ἄνθρωπος βαδίζει τόν δρόμο τῆς ἀπωλείας.
Κάθε τί πού λειτουργεῖ ὡς ἐμπόδιο στήν κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό εἶναι βλαβερό, εἶναι σκάνδαλο, καί πρέπει νά ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ζωή τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου.

Ἁπλούστερα καί πιό συγκεκριμένα θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι κάθε τί πού ἐμποδίζει τήν προσευχή, 
τήν ἐν Χριστῷ ἄσκηση, 
τήν ταπείνωση, 
τήν κάθαρση ἀπό τά πάθη –τά ψυχικά καί τά σωματικά–
εἶναι σκάνδαλο 
καί πρέπει νά ἀπομακρύνεται ἀπό τή ζωή τοῦ ἀγωνιστοῦ ὀρθόδοξου Χριστιανοῦ.

Ὁ Χριστιανός δέν μπορεῖ νά εἶναι ἄλλοτε δοῦλος τοῦ Θεοῦ καί ἄλλοτε δοῦλος τοῦ διαβόλου, ἀλλά πάντοτε εἶναι ὁ ἴδιος.
Ἐκεῖνος πού κάνει τήν ἁμαρτία, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος, εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας, καί ἐκεῖνος πού εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας δέν μπορεῖ νά ὑπηρετεῖ ταυτόχρονα καί τόν Θεό, ὅπως μᾶς τό ἀποκάλυψε ὁ Ἴδιος: «οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» καί ὁ Ἀπόστολος: «Τίς κοινωνία φωτί πρός σκότος; τίς δέ συμφώνησις Χριστῷ πρός βελίαρ; τίς δέ συγκατάθεσις Ναῷ Θεοῦ μετά εἰδώλων;» Γι’αὐτό καί μᾶς προτρέπει τό Ἅγιο Πνεῦμα: «καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, καί τότε ἐπιτελοῦμεν ἁγιωσύνην ἐν ἀγάπῃ Χριστοῦ», δηλ. κάθε καλό ἔργο. Διότι ἐκεῖνος πού ἀπέφυγε τά περισσότερα ἀπό τά ἁμαρτήματα, ὅμως κυριεύεται ἔστω καί ἀπό ἕνα, ἔστω καί ἀπό τό πιό ἐλάχιστο καί τυχαῖο, δέν εἶναι ἐλεύθερος· διότι «ᾧ τις ἥττηται, τούτῳ καί δεδούλωται». Εἶναι ἀδύνατον νά νικήσει κανείς τά μεγάλα πάθη, ἄν πρῶτα δέν κυριαρχήσει στά μικρά.
Ἡ ζωή τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ὅλη δοσμένη στόν Χριστό. Οἱ μικρές ὑποχωρήσεις εἶναι αἰτίες ἀποξένωσης ἀπό τόν Χριστό καί ἀπενεργοποίησης τῆς Βαπτισματικῆς Θείας Χάρης.
Ἡ προτροπή τοῦ Κυρίου: Μείνατε ἐν Ἐμοί, ἀντηχεῖ συνεχῶς στήν καρδιά αὐτῶν πού θέλουν νά εἶναι Χριστόφιλοι-Χριστολάτρες καί ὄχι Χριστομάχοι.
6) Ὅ,τι δίνουμε στόν Χριστό ἀξιοποιεῖται στόν μέγιστο βαθμό. Ὅτιδήποτε προσφέρει ὁ ἄνθρωπος στόν Θεό (ἀπό ὅσα τοῦ χάρισε Ἐκεῖνος, π.χ. τάλαντα, χαρίσματα, γνώσεις, χρόνο, δύναμη, ἀγάπη) δέν τό χάνει ἀλλά τό κερδίζει 30 ἤ 60 ἤ 100 φορές παραπάνω. Δέν ἔχουμε τίποτε παρά μόνο ἐκεῖνα πού δίνουμε στόν Χριστό.

Ἐπίλογος

Ὁ κόσμος –σήμερα περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά– ξέρει τί σημαίνει ἄνεση, καλοπέραση ἀλλά καί τί σημαίνει ἐσωτερικό κενό, ἀνασφάλεια ,ἀβεβαιότητα, ἄγχος, μοναξιά. Ἡ ἁμαρτία ὁδηγεῖ στόν θάνατο (ψυχικό καί σωματικό). Ἡ ἁμαρτία δέν δίνει χαρά. Καί πῶς νά δώσει; ἀφοῦ ἡ χαρά εἶναι καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Δέν πρόλαβες, καρδιά μου, νά χαρεῖς...», ὁμολογεῖ ἕνας τραγικός σύγχρονος ποιητής πού αὐτοκτόνησε (Λαπαθιώτης).

Δέν κατάλαβε ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ὅτι μέσα ἀπό τά ὄχι τοῦ Θεοῦ βγαίνει σ' ἕνα ξέφωτο ἀληθινῆς κατάφασης καί ζωῆς.

Τό μέλλον διαγράφεται ἀβέβαιο καί ἀμφίβολο, ἄν δέν πιστεύουμε στόν Χριστό. Ἡ ζωή μας περνάει πολύ γρήγορα. Ἐπιτέλους ἄς μήν χρονοτριβοῦμε. Ἄς μήν μᾶς τρώει τό τί θά πεῖ ὁ κόσμος, τό ἄν θά μᾶς εἰρωνευτεῖ ἤ θά μᾶς ἀπορρίψει. Ὁ Κύριος μᾶς τό εἶπε ξεκάθαρα: «Ὅλοι θά σᾶς μισήσουν». «Καί ἔσεσθε μισούμενοι ὑπό πάντων» . Ἀλλά οὐσιαστικά τίποτε δέν θά πάθουμε«Καί θρίξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μή ἀπόλλυται». Ἄς ἀπορρίψουμε –μιά γιά πάντα– τόν νοῦ τοῦ κόσμου, διότι «ἡμεῖς οἱ πιστοί νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν» Δέν ζοῦμε πιά ἐμεῖς, ἀλλά ζεῖ μέσα μας ὁ Χριστός

Οἱ σημερινοί ἄνθρωποι θέλουν νά τά συμβιβάσουν ὅλα. Δέν τολμοῦν νά ἀρνηθοῦν τήν ἀλήθεια, ἀλλά καί οὔτε ἔχουν διάθεση νά τήν δοῦν κατάματα Δέν εἶναι ἕτοιμοι νά τήν ὑπερασπιστοῦν μέχρι τέλους, ὅ,τι καί ἄν τούς κοστίσει.

Ὅπως ἔλεγε ὁ Καμύ:
«Εἴμαστε ἄνθρωποι τοῦ περίπου». Περίπου ἐπιστήμονες, περίπου χριστιανοί, περίπου ἱεραπόστολοι, περίπου γονεῖς, περίπου συγγραφεῖς, περίπου ἱεραπόστολοι.
Ἀλλά τό περίπου, τό μισό, τό χλιαρό, εἶναι κόλαση!

Ἀντίθετα, ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν καί μᾶς θέλει τελείως δικούς Του καί ὄχι περίπου δικούς Του. «Τά πάντα εἶμαι ἐγώ γιά σένα καί ἐσύ τά πάντα γιά μένα. Τί περισσότερο θέλεις;» λέει ὁ Κύριος μέ τό στόμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

Ὁ χριστιανός καλεῖται νά ζήσει μέσα στόν κόσμο ὄχι γιά νά συμβιβαστεῖ μαζί του ἀλλά γιά νά τόν ἀλλάξει, νά τόν μεταποιήσει. Ὁ χριστιανός ἀνατέμνει τήν κοινωνική ζωή καί χτυπᾶ τίς σάπιες δομές ξεκινώντας ἀπό τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό.

Ἐπιτέλους ἄς τό καταλάβουμε: Ὁ ἄνθρωπος μακρυά ἀπό τόν Θεό ὑποφέρει πολύ χειρότερα πράγματα, καί τελικά δέν ἀπολαμβάνει τίποτα.

Ὁ Θεός νά δώσει γιά ὅλους μας ἕνα ἀποφασιστικό ξεκίνημα γιά ἕνα ὁλοκληρωτικό δόσιμο. Στό χέρι μας εἶναι, ἀρκεῖ νά τό θελήσουμε πραγματικά.

Συμπερασματικά: 
Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΣ είναι ΑΠΟΛΥΤΗ.
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΣ, ΜΑΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΤΟΥ ΔΟΘΟΥΜΕ 100%. 
ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΔΙΧΑΖΟΜΑΣΤΕ.
ΔΕΝ ΜΑΣ ΘΕΛΕΙ ΛΙΓΟ ΚΟΣΜΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ. ΔΕΝ ΜΑΣ ΘΕΛΕΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΜΕ... ΜΕΤΡΟ!

ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟΝ ΑΓΑΠΗΣΟΥΜΕ ΜΕ ΟΛΗ ΜΑΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ, ΜΕ ΟΛΗ ΜΑΣ ΤΗΝ ΨΥΧΗ, ΜΕ ΟΛΗ ΜΑΣ ΤΗΝ ΔΙΑΝΟΙΑ (ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ), ΜΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΨΥΧΟΣΩΜΑΤΙΚΗ ΜΑΣ ΥΠΑΡΞΗ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ Α΄ ΕΝΤΟΛΗ.


ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Τῼ ΘΕῼ ΔΟΞΑ!

Νεο-Ἱερομάρτυς Δανιήλ Συσόγιεφ. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του για κάθε συμβουλή που του έδιναν οι γονείς του, ζητούσε αιτιολόγηση από την Αγία Γραφή. Εάν αυτό γινόταν εκπλήρωνε ότι του ζητούσαν οι γονείς του χωρίς δεύτερη κουβέντα. Σ' αυτό φαίνεται ότι από τότε επιθυμούσε παντού και πάντοτε να εκπληρώνει το θέλημα του Θεού. (http://www.pistos.gr/orthodoxia/ierapostolh/i-dolofonia-tou-ierokiruka-daniil-sisogief-video)
Ιερομόναχος Σάββας Αγιορείτης