Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

ΘΗΚΑΡΑΣ

ΘΗΚΑΡΑΣ

ΘΗΚΑΡΑΣ



Τὸ ὄ­νο­μα καὶ ὁ τό­πος κα­τα­γω­γῆς τοῦ Θη­κα­ρα

Δι­ὰ τοῦ ὀ­νό­μα­τος «Θη­κα­ρὰς» δη­λοῦ­ται τό­σο­νη συλ­λο­γή, ὅ­σον καὶ τὸ πρό­σω­πον τὸ ὁ­ποῖ­ον ἐ­πέ­λε­ξεν ἡ συ­νέ­τα­ξε τὰ σχε­τι­κὰ κεί­με­να. Τὸ πρό­σω­πον δὲ αὐ­τὸ ἐ­ταυ­τί­σθη κα­τὰ τὸ πα­ρελ­θόν με τὸν Δι­ο­νύ­σι­ον μο­να­χόν, τὸν Θε­ο­δοῦ­λον μο­να­χόν, τὸν Ἰ­ω­άν­νην μο­να­χόν, ἀ­κό­μη καί με τὸν Ἰ­ω­άν­νην τὸν Δα­μα­σκη­νόν. Ἡ σύγ­χρο­νος ὅ­μως ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἔ­ρευ­να ἔ­χει ἀ­πο­δεί­ξει τὴν μὴ ταύ­τι­σιν τῶν ἄ­νῳ μο­να­χῶν με τὸν Θη­κα­ρὰν.


Σα­φεῖς καὶ ἐγ­κύ­ρους πλη­ρο­φο­ρί­ας πε­ρὶ τοῦ ὀ­νό­μα­τος καὶ τοῦ τό­που κα­τα­γω­γῆς τοῦ μο­να­χοῦ Θη­κα­ρὰ ἔ­χο­μεν ἀ­πὸ τοὺς «Στί­χους δι­α­φό­ρων φι­λο­σό­φων ἀν­δρῶν εἰς τοὺς θεί­ους Ὕ­μνους», ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως ἀ­πὸ δύ­ο ὑ­πο­μνη­μα­τι­κὰ κεί­με­να τῆς συλ­λο­γῆς τοῦ Θη­κα­ρά. Τὸ πρῶ­τον εἶ­ναι ἡ «Δι­ή­γη­σις πε­ρὶ τῶν Ὕ­μνων» τοῦ Θε­ο­δού­λου μο­να­χοῦ, ὑ­πο­τα­κτι­κοῦ τοῦ Θη­κα­ρὰ, καὶ τὸ δεύ­τε­ρον ἡ «Εἴ­δη­σις τοῖς ἐν­τυγ­χά­νου­σι» τοῦ μο­να­χοῦ Μη­τρο­φά­νους.

­πὸ τὴν «Εἴ­δη­σιν» τοῦ Μη­τρο­φά­νους, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἧ­το νε­ώ­τε­ρος τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου, γνω­ρί­ζο­μεν ὅ­τι οἱ πρὸς τὸ θεῖ­ον ἐ­ρω­τι­κοὶ Ὕ­μνοι εἶ­ναι «πό­νη­μα Θη­κα­ρα μο­να­χοῦ ἀ­πὸ τῆς Κων­σταν­τι­νου­πο­λε­ως», «οἰ­κτροῦ τά­λα­νος Θη­κα­ρα μο­νο­τρό­που» ὅ­πως ση­μει­ου­ται εἰς τοὺς Στί­χους οἱ ὁ­ποῖ­οι προ­η­γοῦν­ται τῆς «Ἑρ­μη­νεί­ας τῶν Ὕ­μνων», συγ­γρα­φεὺς τῆς ὁ­ποί­ας εἶ­ναι ὁ ἴ­δι­ος ὁ Θη­κα­ρας.

 Θη­κα­ρας, λοι­πόν, ἧ­το μο­να­χὸς ἀ­πὸ τὴν Κων­σταν­τι­νου­πο­λιν, χω­ρὶς «ἔν­δο­ξον ὄ­νο­μα», δι­α­κρι­νό­με­νος δι­ὰ τὴν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ βί­ου, τὸ ἠ­συ­χα­στι­κον πνεῦ­μα καὶ τὴν κᾆ­τα Θε­ὸν ἀ­ρε­τήν. Τι­μώ­με­νος βε­βαί­ως ἅ­γι­ος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δεν εἶ­ναι, ἀλ­λὰ εἰς ἀρ­κε­τὰ χει­ρο­γρα­φα τὸ ἔρ­γον τοῦ ἐ­πι­γρά­φε­ται ὡς «Ὕ­μνοι τοῦ ἁ­γί­ου Θη­κα­ρα καὶ Ἀ­κο­λου­θί­αι».

Τὸ ὄ­νο­μα «Θη­κα­ρας» εἶ­ναι ψευ­δώ­νυ­μον. ὁ ἴ­δι­ος ἔ­κρυ­πτε τὸ ὄ­νο­μα τοῦ «δι­ὰ τα­πει­νο­φρο­σύ­νην». Δεν τὸν ἐν­δι­ε­φε­ρε ἡ δι­αι­ω­νι­σις τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ, ἀλλ' ἐ­πί­στευ­ε ὅ­τι οἱ «Αἰ­νοῖ ἐκ τῆς θεί­ας Γρα­φῆς εἰ­σιν, ἡ δὲ σύν­τα­ξις ἐκ τῆς ὁ­δη­γί­ας τῆς χά­ρι­τος». «Ἀ­νοί­κει­όν μοι ἐ­πι­γρά­φειν τὸ ἐ­μὸν ὄ­νο­μα», ἔ­λε­γε, «ἀλλ' ἐ­πὶ τῷ δόν­τι τὴν χά­ριν τού­τους ἀ­να­γρά­φειν δεῖ». Τὸ πραγ­μα­τι­κὸν ὄ­νο­μα τοῦ Θη­κα­ρα τὸ ἐ­γνώ­ρι­ζε μό­νον ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κὸς τοῦ Θε­ο­δοῦ­λος, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε δε­σμευ­θει μὲ ὅρ­κον δι­ὰ να μὴν τὸ ἀ­πο­κα­λύ­ψῃ. «καί τι μὲν πό­θεν ἐ­ξε­δό­θη­σαν (οἱ Ὕ­μνοι) -λέ­γει εἰς τὴν δι­ή­γη­σιν τοῦ- βου­λο­μαι ὡς ἤ­κου­σα φρά­ζειν, πε­ρὶ δὲ τὸ ἔκ τι­νος... ἐ­ρεῖν οὐ τολ­μῶ, ὄρ­κου κλει­δί­ῳ κλεί­σας τὰ χεί­λη μου μὴ ἐκ­φά­ναι τού­του τὸ ὄ­νο­μα». Κᾆ­τα δὲ τὸν μο­να­χὸν Μη­τρο­φα­νην τὸ ψαυ­δω­νυ­μον «Θη­κα­ρας» ἐ­δό­θη «κατ' ἐ­πω­νυ­μί­αν τοῦ ἐρ­γο­χεί­ρου αὐ­τοῦ», δη­λα­δὴ ὁ μο­να­χὸς αὐ­τὸς κα­τε­σκεύ­α­ζε θή­κας μα­χαι­ρῶν. Ἔτ­σι τὸν ἀ­να­φε­ρουν καὶ ἐ­πώ­νυ­μοι στι­χο­ποι­οι, ὅ­πως ὁ Φι­λῆς (14ος αἱ.): «...καὶ θη­κα­ρουρ­γους οἵ­δε δρὰν ὑ­μνο­γρα­φους», ὁ Γα­λα­κτι­ων (15ος αἱ.): «Θη­κα­ρας ἂν ᾖς, ὢ μο­να­στα, πρὶν δέ­μας/ἄρ­τι μα­χαι­ρεις καὶ τὸ πνεῦ­μα δεῖν πε­λεις» κ.α. .


Ἑρ­μη­νεί­α τῶν Ὕ­μνων (ἀ­πο­σπά­σμα­τα)

Η. ­ὰν αὐ­τὸς ὁ ὁ­ποῖ­ος πο­θει τὴν ὑ­μνῳ­δί­α, λό­γῳ ῥᾳ­θυ­μί­ας τις πα­ρα­λεί­ψει, ἂς μὴν προ­τι­μή­σει χω­ρὶς συγ­κρι­ση να οἰ­κο­δο­μεῖ δι­χῶς να ἔ­χει βα­θι­α θε­μέ­λι­α καὶ να ἐ­πι­δι­ῴ­κει τὰ ὑ­ψη­λὰ καὶ τὰ οὐ­ρα­νί­α. Ἂς σου εἶ­ναι, ὢ φί­λε, ὑ­πό­δειγ­μα τὸ κε­ρι. ἐ­ὰν δὲ μα­λα­κω­σει μὲ κα­ποί­α θερ­μό­τη­τα, δεν ἐν­δι­δει να ἀ­πο­κα­λύ­ψει τὸ σῶ­μα τοῦ καὶ να δε­χθει ἐ­κτυ­πω­μα δαχ­τυ­λι­δι­ου.

Θ. μ­πρός, ἂς δω­σου­με καὶ πά­λι ἀ­πο­κρί­σῃ γι­α τοὺς Ὕ­μνους. Προ­ε­ξάρ­χει, λοι­πόν, σὰν ἀ­πὸ ὑ­ψη­λὴ σκο­πι­ά, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἔ­πρε­πε σὲ μυ­στα­γω­γο παν­σο­φο καὶ θε­ο­λο­γι­ο θαυ­μα­σι­ο, αὐ­τὸς ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο σο­φὸς ἀ­πὸ τοὺς σο­φοὺς καὶ συ­νο­μί­λει με τοὺς ὁ­σί­ους, δη­λα­δὴ ὁ κυ­ρις Βλεμ­μυ­δης, κα­θο­δη­γων­τας μας μὲ τὸν δι­κο τοῦ Ὑ­μνο πρὸς τὸ ὕ­ψος τῆς θε­ο­λο­γί­ας καὶ ἐν συ­νε­χεί­ᾳ βρον­το­φω­να­ζον­τας ῥη­τὰ ὅ­τι δεν εἶ­ναι ἐ­φῖ­κτο να ὑ­μνη­σουν ἐ­πά­ξι­α τὸ κᾆ­τα πάν­τα ἄ­πει­ρον τοῦ Θε­οῦ οὔ­τε αὐ­τες οἱ αὐ­λες καὶ νο­ε­ρες, ἐ­που­ρα­νι­ες δυ­νά­μεις. Ἐ­μεις, ὅ­μως, ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ πό­θου πρὸς αὐ­τὸν ὁ ὁ­ποῖ­ος μας ἐ­πλα­σε καὶ μας ἐ­δω­σε τὴν ψυ­χὴ καὶ προ­σέ­φε­ρε τὴν γνώ­ση, μὲ συν­το­μι­α δι­α­βα­ζου­με ἀ­πό τις ἰ­δι­ο­τη­τες τοῦ τὴν ἀ­πει­ρί­α, τὴν ἀ­κα­τα­λη­ψί­α, τὸ ἄ­ναρ­χον, τὸ ἀ­πε­ρι­ο­ρι­στον, τὸ ἀ­ό­ρα­τον, τὸ ἄ­φρα­στον, τὸ ἀ­πε­ρι­νο­η­τον, τὸ παν­το­δυ­να­μον, τὸ ὑ­πε­ρού­σι­ον, τὸ ὑ­πε­ρα­γα­θόν, καὶ σὲ ὅ­λα χω­ρὶς συγ­κρι­ση τὸ ὑ­πέρ. Δι­ό­τι κα­θό­λου δεν ὑ­πάρ­χει ἡ δυ­να­το­τη­τα να ἀ­να­πα­ρα­στή­σει κα­νείς με κα­τα­νο­η­το λο­γο κα­ποί­α ἀ­πό τις ἰ­δι­ο­τη­τες τοῦ ἀ­πεί­ρου Θε­οῦ, μά­λι­στα δὲ τὸν δο­ξο­λο­γου­με ἀ­πὸ τὰ με­γα­λουρ­γή­μα­τα τοῦ, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πα­νω ἀ­πὸ κα­θε δι­η­γή­σῃ καὶ πα­νω ἀ­πὸ κα­θε ἐκ­πλη­κτι­κο γε­γο­νός. Καὶ ὅ­λα αὐ­τά, ὄ­χι ἀ­πὸ μο­νοὶ μας, ὅ­πως ἐ­χου­με ἤ­δη πει, ἀλ­λὰ ἀ­φοῦ συλ­λε­ξα­με ἀ­πὸ τὰ συγ­γρα­μα­τα τῶν ἁ­γί­ων καὶ θε­ο­σο­φῶν θε­ο­λό­γων ἀν­δρών, καὶ ἀ­πὸ τὴν πα­λαι­ὰ καὶ νέ­α Δι­α­θή­κη.

ΙΑ. λ­λὰ ἂς ἐ­πι­στρε­ψου­με ὅ­που ἀρ­χι­σα­με, ἐ­ξη­γων­τας γι­α τὸν Ὀρ­θρο. Λαμ­βά­νον­τας ἀ­φορ­μὴ ἀ­πό τις ὑ­πο­θέ­σεις τῶν Ὠ­δῶν, συν­δε­σα­με ται­ρι­α­στα, ὅ­πως ἔ­πρε­πε, μὲ κα­θε Ὠ­δὴ τοὺς Ὕ­μνους. Ἡ πρώ­τη λοι­πὸν Ὠ­δὴ πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴν ἀ­λη­θι­νὴ καὶ εἰ­λι­κρι­νῆ καὶ ὀρ­θὴ ὁ­μο­λο­γί­α μας πρὸς τὸν Θε­ο. δι­ό­τι λέ­γει: «οὗ­τός μου Θε­ὸς καὶ δο­ξά­σω αὐ­τόν. Θε­ὸς τοῦ πα­τρός μου καὶ ὑ­ψω­σω αὐ­τόν». Καὶ ἐ­πει­δή με δο­τι­κὴ ἀρ­χι­ζει ἡ Ὠ­δή, μὲ δο­τι­κὴ ὅ­λος ὁ Ὕ­μνος δο­ξο­λο­γει. Ἀ­πὸ τὴν φύ­σῃ τοῦ δὲ ὁ Ὕ­μνος βε­βαι­ω­νει καὶ ἐ­πι­δει­κνυ­ει γι­α τὸν πάν­το­τε ὑ­πάρ­χον­τα καὶ αἰ­τι­ο ὅ­λων ὅ­σων ὑ­παρ­χουν. ὑ­στέ­ρα δὲ κα­τα­λή­γει σύμ­φω­νά με τὴν ὑ­πο­θε­ση τῆς Ὠ­δῆς ἀ­πὸ τὴν δευ­τε­ρη Δό­ξα τῆς τρί­της Στιγ­μῆς, κα­θὼς αὕ­τη πλη­σι­α­ζει στον πρω­το τῆς αἰ­νο. Ἀρ­χι­ζει λοι­πόν, ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἡ ἀρ­χὴ ἀ­πὸ τὰ ὑ­ψη­λο­τε­ρα καὶ κα­τα­λή­γει στα χα­μη­λο­τε­ρα.


Δι­ή­γη­σις πε­ρὶ τῶν Ὕ­μνων

ς. Ταὐτὸν Κά­ποι­α με­ρα ἐ­κεῖ που κα­θο­μου­να, ἔ­πε­σα ξαφ­νι­κὰ σὲ ἐκ­στά­σῃ. Καὶ βλέ­πω στα χε­ρι­α μοῦ τοὺς ὕ­μνους, τὸν κα­θέ­να χω­ρι­σμε­νο σὲ τρί­α τμή­μα­τα, ὅ­πως εἶ­ναι χω­ρι­σμε­νοι καὶ τώ­ρα. Ἀ­φοῦ ἠρ­θα γρή­γο­ρα εἰς ἑ­αυ­τὸν καὶ βα­ρι­α­να­στε­να­ξα μὲ δά­κρυ­α, ἀ­να­φω­νη­σα πρὸς τὸν Θε­ο λέ­γον­τας: «Κύ­ρι­ε, ἐ­πει­δὴ ἔ­χεις πλου­σι­ο τὸ ἔ­λε­ος, εὐ­δο­κη­σε γρή­γο­ρα ἔτ­σι να γι­νει. ἀ­ξι­ω­σε μὲ τὸν ἀ­να­ξι­ο, να γε­μι­σει ἡ ψυ­χή μου σὲ ὁ­λο τῆς τὸ πλά­τος με τε­τοι­ου εἴ­δους Ὕ­μνους τῆς βα­σι­λεί­ας σου.

Δεν πε­ρᾶ­σαν πολ­λες ἡ­με­ρες, καὶ βρι­σκω κά­που τὸ βι­βλι­ο τοῦ ἁ­γί­ου Δι­ο­νυ­σι­ου τοῦ Ἀ­ε­ρο­πα­γι­του. καὶ ἀ­φοῦ δι­α­βᾶ­σα τὰ πε­ρι­ε­χό­με­να καὶ βρη­κα ὅ­τι τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­να­φέ­ρον­ται στην θε­ο­λο­γί­α, χα­ρη­κα ὑ­περ­βο­λι­κά. Ἀ­φοῦ δι­α­βᾶ­σα λοι­πὸν ὁ­λο τὸ βι­βλι­ο, συ­νέ­λε­ξα ὅ­σα ἠ­ταν ται­ρι­α­στα στους Ὕ­μνους καὶ τοὺς συ­νέ­τα­ξά με τὴν βο­η­θεί­ᾳ τῆς χά­ρης καὶ τῶν οἰ­κτιρ­μῶν τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Θε­οῦ καὶ σω­τῆ­ρος ἠ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.

­ταν συ­νε­γρα­φα συν­τάσ­σον­τας τοὺς Αἰ­νούς, ἐ­βλε­πα ἐ­πα­νῶ μού με τοὺς νο­η­τοὺς ὀ­φθλα­μους πάν­το­τε -καὶ ὅ­ταν συ­νε­γρα­φα καὶ ὅ­ταν προ­σευ­χο­μουν- ἕ­να ὡ­ραι­ο­τα­το χε­ρι ποὺ κρα­του­σε ἕ­να μι­κρο κον­τυ­λι καὶ ἐ­φριτ­τα καὶ μα­ζευ­ο­μουν ἀ­πὸ φο­βο, λέ­γον­τας μο­νο τὸ «Κύ­ρι­ε ἐ­λε­η­σον»

λ­λο­τε κα­τα­λα­βαι­να ὅ­τι ἀγ­γε­λοῖ μου ἐ­πι­δει­κνυ­αν κώ­δι­κά που κρα­τοῦ­σαν στα χε­ρι­α τούς. καὶ ὀ­σο ἐ­βλε­πα αὐ­τά, πολ­λα­πλα­σι­α­ζο­ταν μέ­σα μου ἡ προ­θυ­μί­α καὶ ὁ ἀ­γῶ­νας.

Ι. ­φοῦ σκέ­φθη­κα αὐ­τὰ καὶ θυ­μή­θη­κα ὅ­σα προ­α­νέ­φε­ρα, ἄρ­χι­σά με με­γά­λη ὁρ­μὴ να κα­τα­γρά­φω τοὺς Ὕ­μνους με πο­λὺ ἐ­πι­με­λεί­ᾳ καὶ χω­ρὶς κα­μι­α ἀμ­φι­βο­λί­α. Ὅ­ταν ἀρ­χι­σα λοι­πὸν να γρα­φῶ τὸν Ὑ­μνο τῆς πρώ­της Ὠ­δῆς, ἔ­πε­σε ἡ νυχ­τα. καὶ ἀ­φοῦ ση­κω­θη­κα τὸ με­σο­νυ­κτι­ο, ὅ­πως συ­νη­θι­ζουν οἱ μο­να­χοί, ἐ­ψαλ­λα τὴν δι­α­τε­ταγ­μέ­νη μου ἀ­κο­λου­θί­α. με­τὰ τὴν ἀ­πο­λύ­σῃ κα­θη­σα να κοι­μη­θω γι­α λι­γο. καὶ ἀ­μέ­σως κα­τα­λα­βαι­νω να στε­κε­ται ἐ­πα­νῶ μου κα­ποι­ο εἰ­δὸς ἀρ­χι­στρα­τή­γου, ὁ ὁ­ποῖ­ος φο­ρου­σε βα­σι­λι­κο δι­ά­δη­μα καὶ εἶ­χε φτε­ρα καὶ στους δυ­ο ὠ­μοὺς καὶ κρα­του­σε στο χε­ρι τοῦ χρυ­σο θυ­μι­α­τη­ρι­ο, ἐ­κεῖ που βρι­σκον­ταν τὰ καρ­βου­να, βλέ­πω να κεῖ­ται τὸ σχε­δί­α­σμα τὸ ὁ­ποι­ο ἐ­γρα τὴν προ­η­γου­μέ­νη ἡ­μέ­ρα. Καὶ δεν μοῦ εἶ­ναι δυ­να­τὸν να μι­λη­σω λε­πτο­με­ρῶς γι­α κα­θε Ὑ­μνο, γι' αὐ­το ἂς προ­χω­ρη­σου­με στα τε­λευ­ταί­α.

­ταν ἐ­γρα­φα τὸν Ὑ­μνο τῆς ἐ­νά­της Ὥ­ρας, στο τέ­λος τοῦ το­πο­θε­τη­σα Αἰ­νο τοῦ Ἁ­γί­ου Μα­ξι­μου ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­λε­γε: «καὶ πάν­των τῶν νο­η­τῶν νο­η­τὸς» καὶ ἀ­κού­ω ἀ­πὸ ἐ­πα­νῶ μου νο­ε­ρη φω­νή, ἡ ὁ­ποί­α μου ἔ­λε­γε: «καὶ πάν­των τῶν νο­η­τῶν ἀ­πε­ρι­νο­η­τος».

Στον Ὑ­μνο τοῦ Ἐ­σπε­ρι­νου, στο δευ­τε­ρο μέ­ρος, με­λε­του­σα πὼς να το­πο­θε­τη­σω τὰ κε­φά­λαι­α τῶν Αἰ­νῶν τοῦ. καὶ ἀ­φοῦ πη­γα στην ἐκ­κλη­σί­α -δι­ό­τι ση­μα­νε τό­τε ὁ Ἐ­σπε­ρι­νος- ἀ­κού­ω ἀ­πὸ τὰ δε­ξι­ὰ μέ­ρη τοῦ ἁ­γί­ου βή­μα­τος κα­ποί­α νο­ε­ρη φω­νὴ να λε­ει: «Εὐ­λο­γη­με­νον τὸ κρά­τος τῆς βα­σι­λεί­ας σου, καὶ ὑ­πε­ρυ­μνη­τον καὶ ὑ­πε­ρυ­ψου­με­νον». καὶ ἀ­μέ­σως δό­ξα­σα τὸν Θε­ο, δι­ό­τι αὐ­το μὲ ἀ­πα­σχο­λου­σε.

­ταν τε­λει­ω­σα τὴν συγ­γρα­φὴ τῆς Εὐ­χα­ρι­στί­ας τῶν Ἀ­πο­δεί­πνων, ἐ­προ­κει­το να ὑ­ψω­σω τὰ χε­ρι­α μοῦ καὶ να δο­ξά­σω τὸν Θε­ο καὶ να εὐ­χα­ρι­στή­σω, ὅ­πως ὀ­φει­λα, αὐ­τόν που ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­γα­θό­τη­τας τοῦ μου δω­ρι­σε ὅ­σα ἀ­γα­πη­σε ἡ ψυ­χή μου, πα­νω ἀπ' ὅ­λα τὰ πο­λύ­τι­μα αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου. Καὶ πρὶν ση­κω­θω βλέ­πω να κα­τε­βαι­νουν μὲ θο­ρυ­βώ­δη ὁρ­μή, τρεῖς με­γα­λες στα­γό­νες νε­ρο. καὶ ἔ­πε­σαν ἐ­πά­νω στο χαρ­τι, στα γράμ­μα­τά που μό­λις εἰ­χα γρά­ψει. καὶ ἀ­φοῦ κοι­τα­ξα ψη­λα, δεν εἰ­δα οὔ­τε συ­νε­φο οὔ­τε που­λι. Με­τὰ ἀ­πὸ λι­γο, ὅ­ταν τις σκου­πι­σα, τὸ χε­ρι μοῦ καὶ τὸ χαρ­το ὑ­γραν­θη­καν, ἐ­νῶ τὰ γράμ­μα­τα δεν ἀλ­λά­ξαν κα­θό­λου μορ­φή, ἂν καὶ τὸ μέ­λα­νι ἠ­ταν ἀ­κο­μη ὑ­γρο. καὶ αὐ­το εἶ­ναι τὸ με­γα­λυ­τε­ρο θαῦ­μα, ὅ­τι οὔ­τε μι­ᾷ τε­λεί­ᾳ δεν ἑ­ξα­φα­νι­σθη­κε. Ἐ­γὼ λοι­πὸν ἀ­φοῦ εἰ­δα αἰ­σθη­τὰ τὴν φρον­τί­δα τοῦ πα­να­γά­θου Θε­οῦ, ση­κω­θη­κα γε­μα­τος δά­κρυ­α, φο­βο καὶ ἀ­γαλ­λι­α­ση, γι­α να τοῦ ἀ­πο­δώ­σω, ὅ­πως ἠ­ταν δι­και­ο, τὴν δό­ξα καὶ τὴν εὐ­χα­ρι­στί­α καὶ τὴν προ­σκυ­νή­σῃ.

Κς.
...
­ὰν λοι­πὸν ὁ ἀ­δελ­φὸς τοὺς ἀ­γά­πη­σε, θὰ προ­σπα­θή­σει με ὅ­λη τοῦ τῇ δύ­να­μη να τοὺς ἀ­πο­στη­θί­σει (*ἐν­νο­εῖ τοὺς Ὕ­μνους). καὶ θὰ τοῦ πεις ὅ­τι ἐ­ὰν δεν τοὺς ἀ­πο­στη­θι­σεις, δεν θὰ αἰ­σθαν­θεις τὴν εὐ­φρο­σύ­νη ἀ­πὸ τῇ γλυ­κύ­τη­τα τούς, οὔ­τε τὴν δυ­να­μη, οὔ­τε θὰ κα­τα­λα­βεις ἀ­κρι­βῶς σὲ τι δι­α­φε­ρουν ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους.

­ταν­ λοι­πὸν τοὺς ἀ­πο­στη­θι­σει, ἀν­τὶ γι­α ζά­λη καὶ φο­βο, θὰ γε­μι­σει μὲ χα­ρὰ καὶ ἀρ­ρή­τη ἀ­γαλ­λι­α­ση καὶ θὰ στε­ρε­ω­θει μέ­σα τοῦ ἡ ἀ­γά­πη καὶ ἡ ἐλ­πί­δα πρὸς τὸν Θε­ο καὶ δεν θὰ μπο­ρει κα­νεὶς ἐ­χθρι­κὸς λο­γι­σμὸς να τὸν κλο­νι­σει. Δι­ό­τι θὰ αἰ­σθαν­θει τὴν χα­ρῇ τοῦ ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος σὰν φω­τι­α ποὺ τοῦ ἀ­να­βει τὸν θεῖ­ο πο­θο. Καὶ θὰ δεῖ με τοὺς νο­ε­ροὺς ὀ­φθαλ­μοὺς τὴν σκέ­πη τοῦ Θε­οῦ να τὸν φυ­λάσ­σει ἀ­πὸ κα­θε κα­κο. Ἀλ­λὰ καὶ κᾆ­τα τάγ­μα­τα τοὺς ἁ­γί­ους ἀγ­γέ­λους στον δρο­μο τῆς ὑ­μνῳ­δί­ας τοῦ θὰ θε­ω­ρή­σει ἡ ψυ­χὴ να στε­κον­ται ἀ­πέ­ναν­τι καὶ ἐ­πα­νῶ τοῦ καὶ να πα­ρα­λαμ­βα­νουν μέ τις χλα­μύ­δες τοὺς τὸν θεῖ­ο Ὑ­μνο, πρᾶγ­μα ἀ­κρι­βῶς που δεν μπο­ρει να δεῖ κα­νεὶς σὲ ξέ­νη προ­σευ­χή. Καὶ τό­τε πό­ση πλη­ρο­φο­ρί­α θὰ μπο­ρου­σε κα­νεὶς να λα­βει ἀ­πὸ τὸν Θε­ο γι' αὐ­τούς!

Αὐ­τοὶ γρή­γο­ρα ἀ­να­βι­βα­ζουν τὸ νοῦ σὲ θε­ω­ρί­α. αὐ­τοὶ σύν­το­μα θὰ προ­κο­ψουν στην ψυ­χή. Καὶ ὅ­ταν κα­νεὶς χρο­νι­σει λέ­γον­τας τοὺς καὶ τοῦ γι­νουν ἕ­ξῃ, τό­τε θὰ δεῖ με τοὺς νο­ε­ροὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ὑ­ψη­λο­τε­ρες θε­ω­ρι­ες, ἀ­πει­ρες δο­ξες, δι­ό­τι θὰ βλέ­πει στον ἰ­δι­ο το­πο ἐ­πα­νῶ τοῦ, σὰν σὲ κα­θρε­πτη, να με­τα­βάλ­λε­ται ἡ μι­ᾷ δό­ξᾳ σὲ ἄλ­λῃ δό­ξᾳ. Ὢ ἄ­βυσ­σος τῶν θαυ­μα­σί­ων τοῦ Θε­οῦ! Ἐ­πει­δὴ κα­θε ἥ­με­ρα ὁ­λο καὶ πε­ρισ­σο­τε­ρες δο­ξες δη­μι­ουρ­γεῖ στῇ στιγ­μὴ ἐ­νώ­πι­ον αὐ­τοῦ που τὸν δο­ξά­ζει με εἰ­λι­κρι­νεί­ᾳ, τὶς ὁ­ποι­ες δεν μπο­ρει στό­μα ἀν­θρώ­που να ἑρ­μη­νεύ­σει.
...


Εκδοσις Ἱ­ε­ρὰ Μο­νὴ Παν­το­κρά­το­ρος - Ἅ­γι­ον Ὅ­ρος

(Το κείμενο είναι πολυτονισμένο με τις ρυθμίσεις του αυτόματου πολυτονιστή του υπολογιστή .Σε περίπτωση αντιγραφής-επικόλλησης παρακαλώ να ληφθεί αυτό υπόψιν)

Η NΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ !!!

Η NΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ !!!
Λόγω των θρησκευτικών εορτών της Ορθοδοξίας για τον Δεκαπενταύγουστο θα παρουσιάσουμε σε όλους τους Έλληνες και τους Απόδημους αδελφούς μας την «μικρότερη μεγάλη Προσευχή» που προέρχεται από το Άγιο Όρος. Και του λέμε ότι η προσευχή δεν είναι υπόθεση του κάθε ανθρώπου, αλλά μονάχα του πιστού του οποιοδήποτε δόγματος ή θρησκείας στην προκειμένη περίπτωση αναφερόμαστε μόνο για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς μια και η πλειονότητα των Ελλήνων και Αποδήμων αδελφών μας είναι και για αυτό τον λόγο τους αφιερώνουμε αυτή προσευχή της οποίας η πηγή είναι το Άγιο Όρος. Ενώ σαν πρόλογο σας παρουσιάζουμε την ρήση του  (Α' Πέτρ. 4, 7) που έγραφε «Πάντων δέ το τέλος ήγγικεν·σωφρονήσατε ουν και νήψατε εις τας προσευχάς». Για να ακολουθήσει οκαθοδηγητικός λόγος του Αιμιλιανού του Σιμωνοπετρίτη που αφορά την ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ.
Πολύ σωστά έχει λεχθεί ότι το μεγαλύτερο προνόμιο, αλλά και το μεγαλύτερο πρόβλημα του πιστού είναι η προσευχή. Η αλήθεια αυτής της παρατηρήσεως είναι προφανής, εφ' όσον πρόκειται για την πιο άνιση και την πιο ανήκουστη «σχέση»την επικοινωνία(δια της προσευχής) δηλαδή του κτιστού ανθρώπου με τον άκτιστο Θεό. Η επικοινωνία αυτή είναι κατ' αρχήν αδύνατη και αδιανόητη, αφού είναι δεδομένο το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ του φθαρτού κατά την ουσία ανθρώπου και του υπερουσίου και απροσίτου Θεού. Αυτό όμως που δεν μπορεί να γίνει κατά την ουσίατο κάνει δυνατό και πραγματοποιήσιμο κατά τη χάρη και τη φιλανθρωπία Του ο Θεός. Μέσα λοιπόν σ' όλα εκείνα τα «αδύνατα παρά τοις ανθρώποις» αλλά «δυνατά παρά τω Θεώ»πρέπει να κατατάξομε και την προσευχή.
Αυτό σημαίνει ότι η προσευχή δεν είναι υπόθεση του κάθε ανθρώπου, αλλά μονάχα του πιστού. Υπάρχουν δυστυχώς πολλοί άνθρωποι, που και αν ακόμη δεν αρνούνται άμεσα και κατηγορηματικά την ύπαρξη του Θεού, εν τούτοις αδυνατούν να παραδεχθούν οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί Του, ή την ανάγκη και αξία μιας τέτοιας επικοινωνίας. Επομένως δεν έχομε μονάχα τους άθεους αλλά και τους λεγόμενους ορθολογιστέςπου εκ των προτέρων αρνούνται την προσευχή. Γι' αυτό όσα θα εκθέσομε στην συνέχεια απευθύνονται πρωτίστως, αν μη και αποκλειστικώς, στους πιστούς. Αν, παρά ταύτα, επηρεάσουν ενδεχομένως και κάποιον ολιγόπιστο, ορθολογιστή ή άθεο, αυτό ασφαλώς θα οφείλεται στη χάρη του Θεού και μόνο, ο οποίος «ου θέλει τον θάνατον του αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν» (πρβλ. Ιεζ. 18, 23).
Ύστερα από αυτή τη σύντομη εισαγωγή, που βασίζετε και στους λόγους του Αρχιεπίσκοπου Αυστραλίας θα παρουσιάσει το Apodimos.com σε όλους τους επισκέπτες – αναγνώστες του την «Νοερά Προσευχή» βασιζόμενη στα κείμενα που έχει γράψει οΑιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης με τίτλο «Περί Θεού: Λόγος Αισθήσεως». Μεταξύ των οποίων είναι και η «Νοερά Προσευχή» η οποία προέρχεται από το myriobiblos.gr την οποία θα παρουσιάσουμε αυτούσια.
ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ο Σιμωνοπετρίτης
Κανείς μας δεν αγνοεί ότι η προσευχή είναι όντως μία πρωταρχική ανάγκη κάθε ψυχής, είναι δένδρον ζωής, το οποίον τρέφει τον άνθρωπον και τον αφθαρτοποιεί, διότι τον καθιστά κοινωνόν του αϊδίου και αφθάρτου Θεού. Όπως δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς ψυχήν, έτσι και δεν νοείται τις ζωντανός εν Χριστώ άνευ προσευχής.
Η νοερά προσευχή είναι αδιάλειπτος ενέργεια των αγγελικών ταγμάτων, ο άρτος, η ζωή και η γλώσσα των άϋλων αυτών όντων, είναι έκφρασις της αγάπης των προς τον Θεόν. Ούτω και οι μοναχοί, εν σαρκί μιμούμενοι και αγωνιζόμενοι, βιούν την αγγελικήν πολιτείαν, ζωπυρούν τον θεϊκόν αυτών έρωτα διά της αδιαλείπτου νοεράς προσευχής.
Διά τούτο, πάλιν και πολλάκις, και μέσα εις την ιστορίαν, βλέπομεν μοναχούς που λησμονούν ακόμη και επί ώρας και ημέρας να φάγουν, ξεχνούν και τον εαυτόν τους, αφοσιωμένοι εις την νοεράν ενατένισιν του Κυρίου. Πόσες φορές κτυπούσαν την θύραν αγίων ή ελάλει ο πετεινός και εκείνοι δεν αντελαμβάνοντο τίποτε, διότι ο νους των ευρίσκετο εις μετάρσιον κοινωνίαν μετά του Θεού. Η προσευχή είναι δι' αυτούς η πνευματικωτέρα άθλησις, που γίνεται αναφορά εις τον Πατέρα και κτίστην του κόσμου, είναι θαλπωρή της καρδίας των, ανέβασμα εις τα ουράνια είναι αγκάλιασμα και τρυφερός ασπασμός του μοναχού προς τον Νυμφίον και Σωτήρα των ψυχών μας.
Η Εκκλησία μας ζη με την προσευχήν ζη με τας προσευχάς των τέκνων της. Βεβαίως, υπάρχουν πολλά είδη προσευχής. Αν όμως θελήσωμεν να ίδωμεν ποία είναι η κατ' εξοχήν προσευχή της Εκκλησίας, που αειρύτως συντηρεί την πνευματικότητα της «εν παντί καιρώ και πάση ώρα», τότε θα πρέπη να ανατρέξωμεν εις τα φωτόμορφα τέκνα της, τα αποτελούντα την μοναχικήν πολιτείαν. Διότι, όπως λέγει ένας Πατήρ της Εκκλησίας, ο άγιος Ισαάκ, αύτη αποτελεί το «καύχημα της Χριστού εκκλησίας»(1) και εκφράζει το σαρκωμένον και βιωμένον Ευαγγέλιον. Είναι ο μοναχισμός το ιερώτατον θησαυροφυλάκιόν της, εις το οποίον διατηρούνται αλώβητα τα δόγματά της, αληθής η ευσέβεια, ακέραιον το μαρτυρικόν φρόνημα, ανόθευτος η πνευματική παράδοσις, δραστική και σωτήριος η αποστολή της, συνεχές το ηδύμολπον τραγούδι της, με το οποίον προκαλεί και εξυπνά τον ηγαπημένον Χριστόν της και θηρεύει την ολόφωτον περιστεράν, το Πνεύμα το Άγιον, το οποίον εκ του Πατρός εκπορεύεται(2).
Διά να γνωρίσωμεν δε πώς διατηρεί η Εκκλησία μέσα εις τον μοναχισμόν την προσευχήν της, την θεοπρεπή ταύτην φωνήν της, δεν χρειάζεται να τρέξωμεν μακριά εις Ανατολήν και Δύσιν. Εδώ, εις την γειτονιά μας, έχομεν το Άγιον Όρος, την πνευματέμφορον ιεροθήκην των παραδόσεων μας, την θεόρριπτον σανίδα, διά της οποίας διαρκώς σώζονται από τον κλύδωνα της αμαρτίας πολλοί και γεμίζουν την βασιλείαν του Θεού.
Την προσευχήν του Αγίου Όρους ποιος δεν την γνωρίζει; Αποτελείται από μίαν φράσιν μικράν, από μετρημένας τας λέξεις.
Με την βοεράν κραυγήν «Κύριε», δοξολογούμεν τον Θεόν, την ένδοξον μεγαλειότητά του, τον βασιλέα του Ισραήλ, τον δημιουργόν της ορατής και αοράτου κτίσεως, ον φρίττουσι τα σεραφίμ και τα χερουβίμ.
Με την γλυκυτάτην επίκλησιν και πρόσκλησιν «Ιησού», μαρτυρούμεν ότι είναι παρών ο Χριστός, ο σωτήρ ημών, και ευγνωμόνως τον ευχαριστούμεν, διότι μας ητοίμασε ζωήν αιώνιον. Με την τρίτην λέξιν «Χριστέ», θεολογούμεν, ομολογούντες ότι ο Χριστός είναι αυτός ο Υιός του Θεού και Θεός. Δεν μας έσωσε κάποιος άνθρωπος ούτε ένας άγγελος αλλά ο Ιησούς Χριστός, ο αληθινός Θεός.
Εν συνεχεία, δια της ενδομύχου αιτήσεως «ελέησόν με», προσκυνούμεν και παρακαλούμεν να γίνη ίλεως ο Θεός, εκπληρών τα σωτήρια αιτήματά μας, τους πόθους και τας ανάγκας των καρδιών μας. Και εκείνο το «με», τι εύρος έχει! Δεν είναι μόνον ο εαυτός μου είναι άπαντες οι πολιτογραφηθέντες εις το κράτος του Χριστού, εις την αγίαν Εκκλησίαν, είναι όλοι αυτοί που αποτελούν μέλος του ιδικού μου σώματος.
Και, τέλος, δια να είναι πληρέστατη η προσευχή μας, κατακλείομεν με την λέξιν «τον αμαρτωλόν», εξομολογούμενοι -πάντες γαρ αμαρτωλοί εσμεν- καθώς εξωμολογούντο και όλοι οι άγιοι και εγίνοντο δια ταύτης της φωνής υιοί φωτός και ημέρας.
Εξ αυτών αντιλαμβανόμεθα ότι η ευχή εμπεριέχει δοξολογίαν, ευχαριστίαν, θεολογίαν, παράκλησιν και εξομολόγησιν.
Τι να είπωμεν, λοιπόν, αγαπητοί μου, τώρα διά την νοεράν προσευχήν, αφού εις την εποχήν μας, δόξα σοι ο Θεός, παντού γίνεται λόγος περί αυτής και απειράριθμα βιβλία εκδίδονται αναφερόμενα εις την «ευχήν»; Και τα παιδάκια πλέον την γνωρίζουν και την λέγουν μικροί και μεγάλοι σώζονται με αυτήν.
Είναι καλόν τούτο, ακόμη και διά το γεγονός ότι εις την Ανατολήν τα ψευδώνυμα θρησκεύματα και αι απατηλαί «ιεραποστολαί» των επιδεικνύουν την ιδικήν των δήθεν προσευχήν, που είναι όμως ψυχική, ψευδής και δαιμονική. Είμεθα χρεώσται να ανακαλύπτωμεν τον ιδικόν μας αληθή θησαυρόν, την νοεράν προσευχήν, την μνήμην του θείου ονόματος.
Μέσα εις τους αιώνας η Εκκλησία δια της ευχής αφ' ενός μεν ομιλεί εις τον Θεόν, αφ' ετέρου δε με αυτήν ενθουσιάζει τα τέκνα της και τα θεοποιεί. Η νοερά προσευχή είναι κάτι που γεμίζει ολόκληρη την κτίσιν και φθάνει και μέχρις ημών των ανθρώπων.
Επιτρέψατέ μου, πριν προχωρήσω, να Σας αναφέρω δια κάποιον μοναχόν, τον οποίον εγνώρισα και -όπως όλοι μας περνούμε τέτοιες δυσκολίες- διήρχετο εις το μοναστήρι του μίαν κρισιμωτάτην εποχήν δύσκολες ημέρες! Το μυαλό του το πυρπολούσε ο πονηρός εχθρός και δυνάμεις αντίθετες ήθελαν να τον «πετάξουν» και από πρίγκιπα της Εκκλησίας να τον μεταποιήσουν εις αναζητητήν δήθεν της αληθείας. Η ψυχή του βογγούσε σαν τα αφρισμένα κύματα και ζητούσε την λύτρωσιν από της δυσχερείας. Ενεθυμείτο πότε-πότε την ευχήν αυτήν, αλλά έβγαινε τόσον αδύναμη, διότι δεν επίστευεν εις αυτήν. Το περιβάλλον του το άμεσον δεν τον βοηθούσε καθόλου ήτο άρνητικόν. Ταλαίπωρος που γίνεται ο άνθρωπος, όταν προβληματίζεται. Ποιος όμως δεν διέρχεται από τοιαύτες φρικτές ημέρες, σκοτεινές νύκτες, τραγικές δοκιμασίες;
Λοιπόν, ο μοναχός μας δεν ήξευρε τι να κάνη. Ο περίπατος δεν του έδιδε τίποτε. Η νύκτα τον έπνιγε. Και κάποια νύκτα μέσα εις το πνίξιμο που ένοιωθε, ανοίγει το παράθυρο του κελλιού του να αναπνεύση. Ήταν σκοτάδι - κάπου τρεις της νυκτός. Και όπως ήταν κουρασμένος, επήγε να το κλείση, μήπως μπορέση λίγο να ξεκουρασθή. Όμως σαν να έγινε τριγύρω του -έξω όλο το σκοτάδι- σαν να έγινε φως! Σκύβει να δη, πόθεν έβγαινε αυτό το φως! Αλλά, από πουθενά δεν προήρχετο. Το σκότος το ανυπόστατον έγινε φως και η καρδιά του ιδίου ακόμη ήταν φωτεινή το κελλί του, όταν ήλθε προς αυτό, είδε ότι και τούτο έγινε φως! Κοιτούσε μήπως το φως αυτό ήτο από την λάμπα. Όμως δεν μπορούσε η λάμπα του πετρελαίου να γίνη και να κάνη το παν φως!
Η καρδιά του πριν δεν ήταν ακόμη φωτεινή, όμως είχε κάποιαν ελπίδα χωρίς να καταλαβαίνη και ο ίδιος, μέσα εις το ξάφνιασμά του και μέσα εις την ελπίδα που ανέβλεπε, βγαίνει εις την μαύρη αυλή του μοναστηριού, που πολλές φορές του είχε φανή σαν κόλασι βγαίνει μέσα εις την σιωπή, μέσα εις την νυχτιά. Μα παράξενο! Όλα ήσαν φανερά! Τίποτε δεν ήταν κρυμμένο μέσα εις την σκοτεινιά. Όλα μέσα εις το φως, και τα ξύλινα δοκάρια και τα παράθυρα, ο ναός, το χώμα που πατούσε, ο ουρανός, η βρύσι που έτρεχε συνεχώς, τα τριζόνια εκεί, οι πυγολαμπίδες, τα νυχτοπούλια, όλα παρουσιάσθηκαν εκεί, όλα! Και κατέβαιναν και τα άστρα, και χαμήλωνε ο ουρανός, μάλλον του εφαίνετο ότι όλα είχαν γίνει -γη και ουρανός- ένας ουρανός! Και όλα μαζί έψαλλαν την ευχή, όλα έλεγαν την ευχή. Και η καρδιά του παραδόξως άνοιξε και αυτή και άρχισε να χορεύη, άρχισε και εκείνη να κτυπά και να συμμετέχη άθελά της εις την ιδίαν την ευχήν και τα πόδια του δεν ήξευρε τι να τα κάνη.
Ούτε κατάλαβε πότε άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα εις τον ναό, πότε «ντύθηκε», πότε ήλθε κάποιος άλλος μοναχός γεροντάκος, πότε άρχισε την λειτουργία του, πότε ήλθαν και οι άλλοι μοναχοί. Τι έγινε δεν ήξευρε. Είχε χάσει τον συνειρμόν του, ήξευρε μόνον ότι ευρίσκεται μπροστά εις το θυσιαστήριον, ενώπιον του αοράτως παρισταμένου Θεού και λειτουργούσε. Και κτυπώντας τα πλήκτρα -ας πούμε εμείς έτσι- της καρδίας και του θυσιαστηρίου, η φωνή αντηχούσε επάνω εις το υπερουράνιον θυσιαστήριον. Η λειτουργία προχώρησε, ο ναός εφωτίζετο από τα κανδήλια μυστικώτατα. Τελείωσε το Ευαγγέλιο. Το φως δεν υπήρχε τριγύρω του, μα το φως είχε φωλιάσει εις την καρδίαν του. Όλα τελείωσαν όμως δεν τελείωνε πια το τραγούδι που είχε αρχίσει η καρδιά του. Ναι, είδε -μέσα εις την έκστασίν του- ότι γη και ουρανός ψάλλουν την ευχήν και κατάλαβε ότι ο μοναχός ζη και φαίνει, όταν σκιρτά από την ευχήν. Αρκεί μόνον να παύση να υπάρχη δια τον εαυτόν του.
Ορθώς λέγει ο ψαλμωδός ότι το όνομα του Θεού μας δίδει ζωήν(3). Και τι ωραία που λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, ότι η προσευχή είναι ως πυρ ευφροσύνης, ως φως ευωδιάζον, αποστόλων κήρυγμα, ευαγγέλιον Θεού, πληροφορία καρδίας, Θεού επίγνωσις, το του Ιησού αγαλλίαμα, ευφροσύνη ψυχής, έλεος Θεού, ακτίς νοητού ηλίου, χάρις Θεού. «Προσευχή εστιν ο Θεός, ο ενεργών τα πάντα εν πάσι»(4).
Ναι, μέσα εις τους αιώνας η Εκκλησία δια της ευχής, αφ' ενός μεν ομιλεί εις τον Θεόν, αφ' ετέρου δε με αυτήν ενθουσιάζει τα τέκνα της και τα θεοποιεί. Ο απόηχός της γεμίζει ολόκληρον την κτίσιν και η ενέργειά της συνεργεί εις την ανακαίνισιν του κόσμου.
Και τώρα, λοιπόν, τι να είπωμεν διά το θαυμαστόν τούτο δώρημα της θείας χάριτος, το οποίον έδωσε και εις ημάς; Δια την προσευχήν ταύτην, που τόσον πολύ τιμάται εις το Άγιον Όρος;
Δι' αυτό, ας ερμηνεύσωμεν την έννοιαν της ευχής, να ρίψωμεν και μια ματιά εις την ιστορίαν της, να ίδωμεν και μερικάς πνευματικάς προϋποθέσεις αυτής και ωρισμένας κοινωνικάς υποχρεώσεις μας, αναγκαίας δια την προσευχήν.

Σημειώσεις :
1. Ασκητικά, Λόγος 10, σελ. 43.
2. Ιω. 15,26.
3. Πρβλ. Ψαλμ. 142, 11.
4. Κεφάλαια πάνυ ωφέλιμα 113, PG 150, 1277D-1280A.
Πηγή : myriobiblos.gr

Επιβεβαίωση της ύπαρξης αοράτων ασκητών – μαρτυρία.

Επιβεβαίωση της ύπαρξης αοράτων ασκητών – μαρτυρία.

από savvasm
από το περιοδικό «ΠΡΩΤΑΤΟΝ» (τευχ. 119, ΙΟΥΛ.-ΑΥΓ. 2010)

 

Σχετικώς με το γεγονός που ζήσαμε στο Κελλί του Προφήτου Δανιήλ, παραθέτουμε παρακάτω την καταγραφή αυτού του γεγονότος, πιστεύοντας πως αξίζει να γνωστοποιηθεί και σε άλλους.
‘Εξ αρχής θέλουμε να διευκρινίσουμε ότι έχουμε την βεβαιότητα ότι δεν λέμε κάτι πρωτάκουστο η ότι τα παρακάτω αποτελούν μία αξεπέραστη πνευματική εμπειρία στο «Περιβόλι της Παναγίας». Αντιθέτως, γνωρίζουμε ότι είναι μία μαρτυρία από τις πολλές, η οποία αν ίσως και δεν έχει την ισχύ να επιβεβαιώσει ακράδαντα την παράδοση για τους ερημίτες και αόρατους ασκητές του Αγίου Όρους, είναι όμως μία επιπλέον επανάληψη αυτής της παραδόσεως, και το βασικότερο, ότι εξ άπαντος αποτελεί μία βέβαιη μαρτυρία της ζωής των Αγιορειτών πατέρων, που συνεχίζει την ασκητική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Προ δύο ετών περίπου, η Ιερά Μονή Οσίου Ξενοφώντος μας «παραχώρησε» το αρχαίο και εγκαταλελειμμένο Κελλί της – του Αγίου Προφήτου Δανιήλ και των τριών Παίδων. Αυτό το Κελλί βρίσκεται σε μία ερημική τοποθεσία πάνω στο βουνό, ανατολικά της Μονής Ξενοφώντος και βόρεια της Σκήτης Ξενοφώντος. Δεν γειτνιάζει με κανένα άλλο Κελλί, παρά μόνο με ένα ερειπωμένο, επ’ ονόματι της Αγίας Τριάδος, ούτε καν φαίνεται άλλο Κελλί η Σκήτη η οτιδήποτε άλλο οίκημα, στο οποίο να μαρτυρείται η να δικαιολογείται ανθρώπινη παρουσία. Το μόνο, που είναι ορατό, είναι το βόρειο άκρο και οι τρούλοι της Μονής Ξενοφώντος, που είναι κτισμένη στις εκβολές ενός χειμάρρου, ο οποίος βρίσκεται σε μακρινή απόσταση από το Κελλί. Όποιος βρίσκεται στην αυλή η τον εξώστη -απλωταριά του Προφήτη Δανιήλ έχει μία πανοραμική θέα όλου σχεδόν του φαραγγιού, από τα ανατολικά, που είναι τα Δοχειαρίτικα σύνορα, μέχρι τα δυτικά – την θάλασσα. Η ηρεμία δε και η ησυχία που έχει το Κελλί είναι χαρακτηριστική, και μόνο κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι διακόπτεται από τις ασταμάτητες λαλιές των αηδονιών και των άλλων ωδικών πτηνών.
Εκεί βρεθήκαμε, για μία ακόμη φορά, και εμείς, οι φιλοξενούμενοι της Μονής Ξενοφώντος και ένοικοι του Ιερού αυτού Κελλίου. Η παραμονή μας διήρκησε λίγες ημέρες, αλλά είχε μεγάλη ευλογία, μία εμπειρία που δεν υπολογίζαμε να αξιωθούμε ποτέ. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Στις 21 Απριλίου 2010 (παλ. ημ.), προπαραμονές της πανηγύρεως της Μονής
Ξενοφώντος, που τιμάται επ’ ονόματι του Αγίου ΜεγαλομάρτυροςΓεωργίου, βρεθήκαμε στο Κελλί του Προφήτη Δανιήλ. Είχαμε φθάσει κατά το μεσημέρι, και μετά από σύντομη ανάπαυση και τακτοποίηση των πραγμάτων μας, ο Γέροντας πρότεινε να πάμε ένα μικρό περίπατο. Κατηφορίσαμε και κατόπιν ακολουθήσαμε τον αδιέξοδο δρόμο που αρχίζει στην πρώτη στροφή και ο οποίος οδηγεί προς τα Δοχειαρίτικα.
Δεν απομακρυνθήκαμε πολύ, διότι ήδη είχε σουρουπώσει αρκετά. Σε ένα σημείο της διαδρομής μας, ένας από την ομάδα μας, θέλοντας να συμπεράνει το βάθος του φαραγγιού που βρισκόταν μπροστά μας έριξε τρεις πέτρες, αρκετά μεγάλες, προς το φαράγγι. Οι δύο λαϊκοί που βρίσκονταν στην παρέα, άδραξαν την ευκαιρία για να αστειευτούν με την επιπόλαιη αυτή πράξη λέγοντας πως ίσως κάποιος ερημίτης ασκητής να ήταν δέκτης αυτού του πετροβολητού. Ο Γέροντας, αποσιωπώντας την κωμική πλευρά τoύ θέματος, αναφέρθηκε στην ύπαρξη των ερημιτών και των αοράτων ασκητών, στις αναφορές γύρω από διάφορα σχετικά συμβάντα, και άφησε τον καθένα ελεύθερο να αποδεχθεί η όχι αυτή την παλιά αγιορείτικη παράδοση για τους γυμνούς και αόρατους ασκητές που ζουν στις ερημιές του Αγίου Όρους.
Όταν επιστρέψαμε στο Κελλί, είχε ήδη σκοτεινιάσει. Προσπαθήσαμε να βα-
λουμε μπρος την πετρελαιογεννήτρια, αλλά παρά τις επίμονες προσπάθειές μας επί μισή ώρα περίπου, το μηχάνημα δεν λειτούργησε, και έτσι μείναμε «αναγκαστικά» με τα κεριά και την λάμπα πετρελαίου (εκ των υστέρων σκεφτήκαμε ότι δεν ήταν ένα γεγονός τυχαίο).
Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά, τα αστέρια ήταν ευδιάκριτα, παρά την ελαφριά συννεφιά που είχε ο ουρανός, και τα αηδόνια είχαν παραιτηθεί πλέον από το ολοήμερο κελάηδημά τους. Η σιωπή σε όλη την περιοχή ήταν πιο αισθητή τώρα, μετά την πρόσφατη παύση, παρά τα μεσάνυχτα. Ο Γέροντας είχε αποσυρθεί στο κελλί του, και τα άλλα τρία πρόσωπα κάθισαν μπροστά στην εξώπορτα του Κελλιού και μιλούσαν. Καθώς μιλούσαν, ένας από αυτούς διέκρινε και μία άλλη – δεύτερη φωνή, μακρινή και ακαθόριστη, και μη θέλοντας να διακόψει τον συνομιλητή του αρχικά δεν αντέδρασε. Εφ᾽ όσον όμως αυτή η φωνή συνεχιζόταν ήδη για πέμπτο λεπτό, παίρνοντας θάρρος διέκοψε αυτόν που μιλούσε ρωτώντας τον έναν: «ακούς κάτι;». Αφού συγκέντρωσαν και οι δύο την προσοχή τους, άκουσαν μια φωνή που προερχόταν από το βάθος του χειμάρρου. Ήταν μία ανδρική ενθουσιώδης φωνή, που φώναζε εκστατικά σχεδόν, μέσα στήνσιγαλιά της νύκτας και κάτω από το πανόραμα του ουρανίου στερεώματος:
«Δόξα σοι ο Θεός», «Κύριε σώσον τον κόσμο σου».
Τα επανελάμβανε συνεχώς και μεγαλόφωνα, καθώς και άλλα λόγια, τα οποία εξ αιτίας της αποστάσεως και του αντίλαλου ήταν ακαθόριστα.
Αλλά από το ύφος της φωνής ήταν κάτι σαν ευχαριστία και δοξολογία στον Θεό καθώς και ικεσία για το έλεός Του. Το άκουσε κατόπιν και ο άλλος λαϊκός, που ήταν στην παρέα. Και οι τρεις ακούγαμε ένα άνθρωπο, που βρισκόταν μέσα στο «πουθενά», να ευχαριστεί και να δοξολογεί τον Θεό. Γρήγορα ειδοποιήθηκε και ο Γέροντας, ο οποίος άκουσε αυτόν τον άγνωστο να δοξολογεί ακατάπαυστα, καθαρότατα τον Θεό. Στην συνέχεια και για ένα μικρό διάστημα ο άγνωστος έπαυσε την μεγαλόφωνη προσευχή του.
Όλοι αποσυρθήκαμε στα κελλιά μας. Ο καθένας κράτησε την δική του στάση απέναντι σε αυτή την αναπάντεχη εμπειρία, και κατάκοποι καθώς ήμασταν, γρήγορα αποκοιμηθήκαμε όλοι. Όλοι εκτός από τον Γέροντα, ο οποίος κάθισε στην απλωταριά αναμένοντας να ακροαστεί μία ακόμα φορά τον άγνωστο προσευχητή. Και όντως μετά από ένα διάστημα περίπου μισής ώρας τον άκουσε πάλι. Αυτή την φορά έψαλε μεγαλόφωνα αναστάσιμους ύμνους. Και αυτό που μπόρεσε ο Γέροντας να διακρίνει ήταν το τροπάριο της πρώτης ωδής του κανόνα του Πάσχα «Καθαρθώμεν τας αισθήσεις…», καθώς και άλλες προσευχές, όπως «Κύριε σώσε τον κόσμο σου», και άλλα.
Την άλλη ημέρα όλοι κοιτάξαμε προς την πλευρά, απ’ όπου ερχόταν η χθεσινοβραδυνή φωνή, προσπαθώντας να καταλάβουμε το ακριβές σημείο που βρισκόταν αυτός ο άνθρωπος η κάποιο σημάδι της παρουσίας του. Γρήγορα όμως καταλάβαμε ότι κοπιάζουμε μάταια και παραιτηθήκαμε από την προσπάθειά μας. Έμεινε όμως μέσα στην ψυχή μας η περιέργεια να μάθουμε αν τυχόν υπάρχει κάποιο Κελλί στην περιοχή αυτή, που να είναι αδιόρατο από την πλευρά του δικού μας Κελλίου.
Κατεβήκαμε στην Μονή για την έναρξη της Αγρυπνίας προς τιμήν του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου και ο Γέροντάς μας συνάντησε τον π. Σεραφείμ, ο οποίος έχει γνώση του χώρου και πολύ αγάπη για τον Προφήτη Δανιήλ και είναι αλήθεια ότι χωρίς τον π. Σεραφείμ δεν θα γίνονταν και πολλά πράγματα. Τον ρώτησε σχετικά, αν υπάρχει εκεί κοντά κάποιο Κελλί και του ανέφερε το γεγονός. Μας διαβεβαίωσε πως όχι μόνο Κελλί δεν υπάρχει αλλά και η απλή παρουσία οποιουδήποτε ανθρώπου είναι αν όχι αδύνατη, τουλάχιστον αδικαιολόγητη εξ αιτίας της πυκνής βλάστησης και του απροσπέλαστου της περιοχής.
Μετά από όλα αυτά ο καθένας κράτησε μέσα στην ψυχή του την ανάμνηση
αυτού του γεγονότος, ενός ανθρώπου μέσα στην απόλυτη ερημιά, ανυποψίαστου για την δική μας παρουσία, που φώναζε ενθουσιασμένος και ευχαριστούσε τον Θεό. Και από τους αόρατους ασκητές να μην ήταν, μόνο και μόνο αυτή η εγκάρδια προσευχή του την νύκτα στην μέση του δάσους, μας έδωσε το μήνυμα που ο Θεός επέτρεψε.
Συμπληρωματικά να προσθέσουμε ότι η γεννήτρια, αν λειτουργούσε το βράδυ, θα ήταν σίγουρα ανασταλτική αιτία για την αυθόρμητη και εξωστρεφή εκδήλωση του αγνώστου, διότι εξ αιτίας του θορύβου και των φώτων θα γινόταν η παρουσία μας πέρα για πέρα αισθητή. Και αυτή η γνώμη γίνεται πιο ισχυρή, αν λάβουμε υπ᾽ όψη μας το παράδοξο, ότι την άλλη ημέρα το πρωί πήρε αμέσως μπροστά.
Αυτή είναι η ιδιαίτερη «εμπειρία μας» κατά την τελευταία επίσκεψή μας στο Άγιον Όρος. Σας την παραθέτουμε, όπως ακριβώς τη ζήσαμε (…)

 
Ιεροδιάκονος Σιλουανός
Λευκάδα, 14.05.10

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης ΛΟΓΟΙ ΔΙΔΑΧΗΣ

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης

ΛΟΓΟΙ ΔΙΔΑΧΗΣ
Προσευχή

Το κομποσχοινάκι είναι θαυματουργό!
Η καλυτέρα προσευχή είναι ό,τι εσύ επινοείς εκείνην την ώρα. Δεν είναι μόνον, θέλω να διαβάσουμε Μετάληψη να μεταλάβουμε, τρόπον τινά, αύριο. Α, «από ρυπαρών χειλέων, από βδελυράς καρδίας...»· διαβάζουμε, ούτε καταλαμβάνουμε τι λέμε. Εσύ ο ίδιος να βρεις προσευχή, εσύ ο ίδιος· οπότε καταλαμβάνεις τι λες εις τον Θεό. Αυτό έχει μεγάλη δύναμη, να πούμε, μεγάλη δύναμη!
Ε, ας υποθέσουμε ότι αύριο θα μεταλάβουμε. Θα μεταλάβουμε. Θά 'ρθει ουσιωδώς ο Παράκλητος ν' αγιάσει τα Δώρα· πώς θα τον υποδεχθείς; «Στο έλεός Σου, στην ευσπλαχνία Σου, συγχώρεσέ με». Έχει δύναμη διότι το λες και το καταλαμβάνεις, από μέσα απ' την ψυχή σου βγαίνει αυτή η ευχή, να πούμε. Διότι πολλές φορές διαβάζουμε, αλλού τρέχει ο νους, αλλά αυτό που βγαίνει από μέσα σου, το καταλαμβάνεις τι λες.
Η ευχή (προσευχή) είναι ο καθρέφτης του Μοναχού.
Ο άγιος Χρυσόστομος λέει: Μπορεί ο άνθρωπος, ο οποίος από ανάγκη δεν πηγαίνει στην εκκλησία, να κάνει τον εαυτό του Θυσιαστήριο, λέει, προσευχόμενος.
Οι άνθρωποι στον κόσμο είναι και επιστήμονες, ούτε το Σάββατο δεν μπορούν να πάνε στην εκκλησία, την Κυριακή, έχουν την υπηρεσία αυτή την ώρα. Μπορείς αυτή την ώρα να κάνεις τον εαυτό σου Θυσιαστήριο λέγοντας την προσευχή.

Θέλεις να γίνεις ένας καλόγηρος πολύ καλός; Μην αφήνεις την ευχή. Κατά το μέτρο σου και η ευχή σου.
Έλεγα κι εγώ στον Γέροντα: «Γέροντα, και στην κόλαση να πάω δεν φοβάμαι, αρκεί την ευχή να λέω». Τόση γλυκύτητα, τόση χαρά σου παραδίδει μέσα αυτή η ευχούλα -μικρή είναι, αλλά πόση δύναμη έχει!- οπότε λες, και στην κόλαση να πάω δεν φοβάμαι, θα λέω την ευχή και στην κόλαση. Αυτά δέστε τα, γιατί τα περάσαμε και τα παραδίδομε και σε σας.
Εμείς είμαστε ραφτάδες στον Άγιο Παύλο, κι εγώ ως αρχάριος δεν είχα γνωρίσει ακόμη τον γερο-Ιωσήφ. Φεύγοντας από το σπίτι πήρα το κομποσχοίνι να πάω στον Άγιο Παύλο. Κατουνάκια - Άγιος Παύλος είναι δυόμιση ώρες. Πέρασα τη Μικρή Αγία Άννα, πέρασα την Αγία Άννα, κατηφορίζω λοιπόν για τη Νέα Σκήτη. Όταν έφτασα κοντά στο μύλο, εκεί από πάνω από τον Ευαγγελισμό, ξύπνησα! Βρε, λέω, πότε έφτασα εδώ πέρα; Είχα αφοσιωθεί τόσο πολύ στην ευχή που δεν έβλεπα το δρόμο!

Θα κάνεις εργόχειρο, κάνεις ένα διακόνημα, μην αφήνεις την ευχούλα, γιατί και η ευχή σε θεοποιεί. Το πρώτο-πρώτο, πατέρες, που θα αισθανθείτε, θα είναι η χαρά! Το πρώτο στάδιο, το πρώτο σημείο, το οποίο θα αισθανθείτε λέγοντας την ευχή, είναι η χαρά. Και η χαρά δεν είναι τίποτες άλλο, ένα πετραδάκι στην ακροθαλασσιά, είναι το πράγμα ότι μέσα αρχίζεις να φωτίζεσαι! Γι' αυτό λέγε την ευχούλα, λέγε την ευχούλα, λέγε την ευχούλα και αυτό θα σε φέρει σε άλλη κατάσταση πολύ καλύτερη, την οποία όσο και να σκεφθείς, δεν μπορείς να σκεφθείς.
Ο μαθητής του δημοτικού σχολείου δεν μπορεί να καταλάβει τα του γυμνασίου, ούτε του γυμνασίου του πανεπιστημίου. Αλλά όταν η χάρις θέλει να έρθει μέσα σου, θα το καταλάβεις ότι είσαι τώρα μαθητής του γυμνασίου, είσαι μαθητής του πανεπιστημίου, ο ίδιος θα το καταλάβεις.

Μία ψυχή πήγε στην τουαλέτα, κι έλεγε την ευχή. Α, και φανερώνεται ο διάβολος εκεί. Βρε 'συ, λέει, βρώμικη ευχή λες. Α, μα, και ο καλόγηρος: Άκουσε αποστάτα της θείας Μεγαλειότητος, λέει, η κένωσις του σώματος πηγαίνει κάτω, η κένωσις της ψυχής πηγαίνει απάνω, δεν έχει καμιά ένωση.

Στο σπίτι μας παραπάνω καθόταν ένας καλόγηρος και, κρίσις Θεού, ήτανε δαιμονισμένος. Οι γέροι δεν μπορούσαν να έρχονται κάτω στο σπίτι μας, να μεταλάβουν, και πήγαινα εγώ στο σπίτι τους απάνω, που είναι ο πάτερ-Γεδεών εκεί απάνω, και τους μετελάμβανα. Πήγαινα στο Ιερό, έβγαζα το Αρτοφόριο, ερχόντουσαν οι γέροι στην Ωραία Πύλη εκεί και τους μετελάμβανα. Αυτός μού 'λεγε: «Ο διάβολος εκεί κάθεται στην άκρη, στη Λιτή». Του λέω: «Τον βλέπεις;» «Τον βλέπω», λέει. Και ο ίδιος έλεγε ότι: «Όταν λέω την ευχή ταράττεται ο διάβολος, όταν λέω δεύτερη φορά αφρίζει· την τρίτη ευχή άφαντος γίνεται!» Να η δύναμις της ευχής. Αυτό που λένε τα βιβλία μας ότι:
-Παιδί μου, λέει ο Γέροντας, πες την ευχή.
-Μα λέω και δεν καταλαμβάνω τίποτες.
-Δεν καταλαμβάνεις, λέει, εσύ, αλλά ο διάβολος καταλαμβάνει και φεύγει.
Να, σ' αυτόν τον καλόγηρο.
Α, να πούμε και τον άλλο με το καλάθι.
Ένας υποτακτικός, σαν ο Γέροντας τώρα, λέει τον πατερ-Αρσένιο:
-Λέγε την ευχή.
-Λέω την ευχή, δεν καταλαμβάνω τίποτε.
-Ο διάβολος καταλαμβάνει και φεύγει.
-Ε, και πού θα καταλάβω εγώ;
-Ε, καλά, παιδί μου, θέλεις να δεις θαύμα;
-Ναί, θαύμα θέλω να δω, Γέροντα.
-Καλά, του λέει, θα προσευχηθώ στο Θεό να σου δείξει θαύμα, να καταλάβεις πόση δύναμη έχει η ευχή. (Τα γράφουν τα πατερικά βιβλία).
-Καλά.
Έκανε προσευχή ο Γέροντας, έκανε και νηστεία, τριήμερο νηστεία.
-Έλα εδώ, παιδί μου, τώρα, πάρε το καλάθι, πήγαινε απάνω στη βρύση να το γιομίσεις νερό.
-Γέροντα, με συγχωρείς, εγώ, λέει, τα μυαλά μου τά 'χω, το καλάθι θα γιομώσω νερό έξω;
-Καλά, παιδί μου, δεν είπες ότι θέλεις να δεις θαύμα; Να δεις τι δύναμη έχει η ευχή; Δεν θέλεις;
-Ναί, λέει.
-Ε, κάνε αυτό που σου λέω, αλλά θα λες την ευχή, όλο την ευχή θα λες.
-Νά 'ναι ευλογημένο.
Πάει. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», βάζει το καλάθι στη βρύση από κάτω. Το νερό γιομίζει το καλάθι, δεν τρέχει το καλάθι, αλλά λέει την ευχή. Εννοείται ο Γέροντας στο δωμάτιο προσηύχετο να του δείξει ο Θεός θαύμα στον παραγυιό του. Το γιόμωσε το καλάθι.
Μόλις το είδε, τρέχει λοιπόν να το δείξει στον Γέροντα.
«Γέροντα, γιόμωσε το καλάθι νερό!» Στο δρόμο λοιπόν φανερώνεται ο διάβολος με μορφή ανθρώπινη, λέει:
-Καλόγερε, πού πας;
-Πάω στον Γέροντά μου.
-Πώς σε λένε;
-Γεώργιο.
-Πόσα χρόνια έχεις καλόγερος;
-Πέντε-έξι.
-Τι δουλειά κάνεις;
-Σφραγίδια.
Πάει, έφυγε το νερό κάτω! Έπιασε την αργολογία, άφησε την ευχή, πήγε στον Γέροντα με άδειο το καλάθι!
-Τι συμβαίνει, παιδί μου;
-Γέροντα, έτσι κι έτσι.
-Άφησες την ευχή, παιδί μου, γι' αυτό έφυγε το νερό. Βλέπεις όταν έλεγες την ευχή, το καλάθι κρατούσε το νερό, όταν σταμάτησες κι άρχισες την αργολογία, έφυγε το νερό.
Και ο Θεός μας δοκιμάζει καμιά φορά να μας ξυπνήσει, να πούμε. Σου στέλνει έναν πειρασμό ο Θεός, ο Θεός θέλει να σε ξυπνήσει, μην κοιμάσαι· μην κοιμάσαι, λέγε την ευχούλα.

Και ο άνθρωπος, όταν προσεύχεται εις το Θεό, απορροφά, τρόπον τινά, τις ιδιότητες του Θεού. Ο Θεός, να πούμε, είναι αγαθός, δεν οργίζεται, μακροθυμεί. Και 'συ μετά την προσευχή, σού 'ρχεται ένα τέτοιο πράγμα, μακρόθυμος, ό,τι να σου κάνει ο άλφα, ο βήτα, δεν πειράζει, ε, δεν πειράζει αυτό. Επειδή η χάρις σε χαρίτωσε. Θα σε κάνει κατόπιν, πώς να πούμε, πάντα προσευχόμενον. Ναι. Επήρες αυτή την ιδιότητα, προσευχόμενος εις το Θεό, την πήρες αυτή την ιδιότητα του Θεού.

Ό,τι ο Γέροντας μας παρέδωσε, αλλά και οι νηπτικοί Πατέρες στη Φιλοκαλία που γράφουν, και ό,τι η μικρή μας πείρα μας δίδαξε, η καλυτέρα προσευχή γίνεται νύχτα.

Όταν ξυπνήσουμε το βράδυ και βολιδοσκοπήσουμε την ψυχή μας ότι ρέπει προς τη λύπη, τότες θα φέρουμε θεωρίες θλιβερές. Εγώ στο κελλάκι μου όταν βρίσκομαι και ξυπνάω, φέρνω μία θεωρία ότι πέθανα, μου έκαναν ανακομιδή οι πατέρες και φέραν ένα καλάθι μπροστά στο τραπέζι. Εκεί είναι τα κόκκαλά μου, εκεί είναι και η νεκροκεφαλή, η κάρα που λέμε. Δεν μου λες εσύ, παπα-Εφραίμ, τώρα που βρίσκεσαι; Βρίσκεσαι στον παράδεισο; Καλώς. Αν βρίσκεσαι στην κόλαση, τότες άρχισε από τώρα και κλαίγε και θρήνησε ότι είσαι ανάξιος της αποστολής σου, να πούμε. Κι από 'κει έρχονται οι διάφορες έννοιες, θεωρίες και προβιβάζεται η ψυχή, τρόπον τινά, από λίγη κατάνυξη σε μεγαλυτέρα, σε μεγαλυτέρα.
Όταν από την άλλη πλευρά έχει η ψυχή χαρά, φέρνουμε θεωρίες χαροποιές. Το κυριότερο, να πούμε, η χαροποιά θεωρία είναι στη σοφία του Θεού. «Εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις Σου, εν ποιήμασι των χειρών Σου εμελέτων» (Ψαλμ. 142, 5).
Όταν φέρουμε τη δημιουργία του Θεού, με τι σοφία το έκανε αυτό ο Θεός όλο, δεν μπορεί παρά ο νους προβιβάζεται σε ανωτέρα θεωρία, σε ανωτέρα θεωρία και θαυμάζει και εκπλήττεται τη σοφία του Θεού, την αγάπη, την οποία έχει ο Θεός, ότι εδημιούργησε όλο το σύμπαν και τελευταία έκανε τον άνθρωπο. Αφού τα έκανε όλα, τελευταίον έκανε τον άνθρωπο. Βασιλέα της κτίσεως. Από 'κει θά 'ρθουν όλες οι θεωρίες οι χαροποιές.

Τώρα ο αδερφός λέει στην εκκλησία. Το ίδιο είναι και στην εκκλησία. Αν μεν έχεις κατάσταση, μπορείς να πεις την ευχούλα. Όταν δεν έχεις, τότες θα παρακολουθήσεις τα ψαλσίματα, τα διαβάσματα, τα οποία ακούω εκεί στο αναλόγιο. Καθώς και στη Λειτουργία, έτσι είναι. Και στη Λειτουργία πολλές φορές ο άνθρωπος έρχεται σε έκσταση, δεν ακούει εκείνα τα λόγια, όχι μάλλον δεν ακούει, μεταποιεί, θεοποιεί τα λόγια. «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Πού πηγαίνεις; Να πάρεις τον Θεό. Τότες χαίρεσαι. Εάν μεν έχει προηγηθεί η χαρά, δεν μπορείς παρά με δάκρυα να προσέλθεις· δάκρυα χαράς, να προσέλθεις να μεταλάβεις. Όταν έχουν προηγηθεί δάκρυα λύπης: «Θεέ μου, συγχώρησέ μου τας αμαρτίας μου. Εις το έλεός Σου, εις την ευσπλαγχνία Σου, στην αγάπη Σου. Μας το είπες ότι "Θεός οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος" (Έξ. 34,6). Μας το είπες. Εκεί στηρίζομαι και προσέρχομαι αναξίως». Ουδείς άξιος, λέει και ο ιερεύς όταν προσεύχεται. Και εκεί περισσότερο στηρίζεσαι και προσέρχεσαι...
Να σας πω, πολλοί από τους πατέρας τους Κατουνακιώτας, πολλοί που ερχόντουσαν να μεταλάβουν, δεν άκουες τίποτες, μόνο έβλεπες τα δάκρυα που έτρεχαν και τους μετελάμβανες. Ε, ο γέρος αυτός, να πούμε, όλη τη Λειτουργία δεν μιλούσε καθόλου, αλλά ήτανε σκυμμένος και τώρα, είτε σε θεωρία ερχότανε, είτε σε βαθυτέρα έννοια της ευσπλαγχνίας του Θεού. Διότι δωρεάν βαπτιστήκαμε, δωρεάν μας έδωσε το βάπτισμα, δωρεάν μας έδωσε το Σώμα Του και το Αίμα Του, δωρεάν μας δίδει και τον Παράδεισο. Δεν πληρώνουμε τίποτες.
Ο Θεός μας θέλει καρδίαν καθαράν. Να προσέχουμε μόνο στο Θεό. Ο Θεός δεν θέλει μέσα στην καρδιά μας συντροφιές, θέλει μόνον Αυτός να βασιλεύει. Αν μπορούμε να το πετύχουμε, τότες πετυχαίνουμε και εύκολα την καρδιακή προσευχή.

Η χάρις δεν μας εξετάζει εμάς πότε θά 'ρθει. Λέει ένας από τη συνοδία μου, λέει, σήμερα ήταν της Μεταμορφώσεως, δεν εχάρηκα. Δεν εχάρηκες της Μεταμορφώσεως; Ναι. Μπορείς να χαρείς την άλλη μέρα που είναι καθημερινή. Όχι από το σεβάσμιο της ημέρας, από την κρίση του Θεού εξαρτάται η χάρις. Έχει βέβαια, δεν είναι και καθολικός νόμος αυτός. Αλλά πάντως όμως η κρίσις του Θεού είναι διαφοροτέρα από την κρίση των ανθρώπων.
Άλλος χαροποιήθηκε απάνω στο μοτόρ, άλλος απάνω στο αεροπλάνο. Η κρίσις του Θεού είναι διάφορος. Άλλος χαροποιήθηκε πηγαίνοντας στην Αγία Άννα ένα άλεσμα στο μύλο. Εκείνην την ώρα χαροποιήθηκε. Δεν μπορούμε να το κρίνουμε γιατί ο Θεός, τρόπον τινά, δεν μας χαριτώνει μέσα στη Λειτουργία, αλλά μας χαριτώνει εκτός Λειτουργίας. Δεν μπορούμε να το κρίνουμε αυτό. Μπορείς και μέσα στη Λειτουργία να χαριτωθείς, μπορείς στη Λειτουργία να μη χαριτωθείς, να χαριτωθείς απάνω στο εργόχειρο. Αυτό είναι η κρίσις Του. Το δικό μας είναι πάντοτε να προσευχώμεθα. Όταν ο Θεός επισκέπτεται την ψυχή μας, θέλει και απαιτεί να τη βρίσκει σε προσευχή. Να μη βρίσκει την ψυχή μας και τη διάνοιά μας μετεωριζομένη. Αυτό λυπεί το Θεό. Λυπεί το Θεό. Μπορούμε νά 'χουμε όλη την ημέρα αυτοσυγκέντρωση; Αυτό θα μας βοηθήσει.

Οι άγιοι Πατέρες, ιδίως ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, το λέει μέσα ότι η ευχή δεν είναι μία για όλους τους ανθρώπους. Αναλόγως της καταστάσεως. Ο άλλος λέει: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Άλλος λέει: «Ιησού Χριστέ μου, ελέησόν με». Άλλος λέει: «Ιησού μου, ελέησόν με». Άλλος: «Ιησού μου». Άλλος τίποτε. Ε, το τίποτα είναι σ' έναν ανώτερο βαθμό, να πούμε, που δεν μπορείς να μιλήσεις εκείνην την ώρα, μόνο απολαμβάνεις αυτήν τη γλυκύτητα. Όταν υποβιβάζεται αυτή η κατάσταση, τότε βλέπεις μέσα σου και λέει την ευχή η καρδιά σου. Τότες εκείνη την ώρα μπορείς να λύσεις και πολλά προβλήματα. Ενώ προηγουμένως δεν άκουες την ευχή, όταν ήρθες στο τέρμα, στο ζενίθ δεν άκουες τίποτα, μόνο απολάμβανες έτσι. Όταν υποβιβάστηκε, ακούς και η καρδιά σου λέει την ευχή, οπότε μπορείς ν' αυτοκυριαρχήσεις εκείνην την ώρα. Στο άλλο όμως δεν μπορείς ν' αυτοκυριαρχήσεις. Όχι ότι δεν μπορείς, αλλά δεν σ' αφήνει, σε τραβάει. Και τα παρατάς όλα και κάθεσαι σαν ένας άψυχος, να πούμε, και παρακολουθείς. Πόσο θα διαρκέσει αυτό είναι κρίσις Θεού. Πόσο θα διαρκέσει αυτό το πράγμα. Μπορεί να διαρκέσει και μισή ώρα, μπορεί να διαρκέσει και πέντε λεφτά, μπορεί να διαρκέσει και περισσότερο.

Σ' ένα μοναστήρι του Αγίου Όρους, το γνωρίζετε, ιδιόρυθμο ήτανε. Είπε ο παπάς στον αγωγιάτη:
-Κύριε Δημήτριε, μου φέρνεις και μένα πέντε-δέκα φορτία ξύλα, να κάψω το χειμώνα;
-Θα σου φέρω, παπα-Εφραίμ.
Έφερε.
-Φερ' τα από 'δω.
-Όχι από 'κει, το ζώο φοβάται, Γέροντα.
-Φερ' τα από 'δω, ντε.
Μαλώσανε.
-Ασυγχώρητος.
Κι εσύ ακοινώνητος.
Έφυγε ο αγωγιάτης πήγε απάνω στο βουνό. Ο παπάς τώρα τι πρέπει να κάνει; Μπορεί να λειτουργήσει, να φέρει σε αδιαφορία, ότι εγώ είχα δίκιο; Όχι. Μπορεί να λειτουργήσει; Όχι. Τι να κάνει. Τώρα μάχονται δύο: «Καλά, αύριο που θά 'ρθει -γιατί ήτανε βραδάκι- αύριο που θά 'ρθει ο αγωγιάτης, του λέω ότι να με συγχωρέσει». Ο άλλος λέει: «Καλά, αν δεν έρθει ο αγωγιάτης αύριο κι έλαβε ένα τηλεγράφημα από τη γυναίκα του να πάει ότι το παιδί αρρώστησε, τι θα κάνεις;» Πάτερ, εδώ είναι ο θησαυρός του καλογήρου. Προσευχή.
-Παναγία μου, τι να κάνω; (Το Ιβήρων ήταν το μοναστήρι.)
-Παναγία Πορταΐτισσα, τι να κάνω, βοηθησέ με.
Κεραυνοβόλος έρχεται η πληροφορία, η έμπνευση, να πούμε, η παρουσία της Παναγίας.
Όλοι μας ξέρομε ότι τα μοναστήρια τα Αγιορείτικα, όταν βασιλεύει ο ήλιος κλείνουνε. Έχουν όμως κι ένα πορτάκι μικρό τόσο, που εν καιρώ, σπάνια το ανοίγουν αυτό. Ανάβει λοιπόν ο παπάς το φανάρι του, περνάει το πορτάκι κι ανεβαίνει απάνω στο βουνό.
-Καλησπέρα σας.
-Καλώς τον παπά.
-Ευλογημένε κύριε Δημήτρη, να με συγχωρέσεις.
-Θεός σχωρέσου. Συγχώρεσέ με κι εσύ.
Συγχωρεθήκανε και κατέβηκε κάτω ο παπάς πάλι και λειτούργησε την άλλη μέρα. Βλέπετε ότι σε κάθε περίπτωση επιβάλλεται η προσευχή. Δεν μπορείς εκείνη την ώρα τι να κάνεις, σαστίζεις δεν ξέρεις τι να κάνεις. «Παναγία μου, τι να κάνω;» Και σε βοηθάει η Παναγία. Δεν μπορείς, πάτερ, να λειτουργήσεις. «Μη τα αμαρτήματά μου κωλύσωσι ενθάδε παραγενέσθαι το Άγιόν Σου Πνεύμα». Πάτερ μου, λειτουργάμε, μεταλαμβάνομε, η χάρις κατέρχεται, αλλά «μη εις κρίμα ή εις κατάκριμα», το λέμε κι αυτό.

Οι περισσότεροι που έρχονται στα Κατουνάκια, πές μας, λένε. Ε, να σας πω ότι, αφιερώστε τουλάχιστον το εικοσιτετράωρο μισή ώρα. Όποια ώρα, κατά την κοσμικιά δέκα, έντεκα προ του μεσονυκτίου. Και νά λέτε την ευχούλα δίχως να κρατάτε κομποσχοίνι στο χέρι σας. Ικετευτικά, παρακλητικά, κλαψιάρικα «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Έτσι.
Καλλιέργησέ το αυτό και θα δεις τι καρπό θα βγάλει. Από μισή ώρα θα το κάνεις κατόπιν μια ώρα· και πρόσεξε ότι εκείνην την ώρα είτε το τηλέφωνο θα σου χτυπήσει ή α, αυτή τη δουλειά πρέπει να την κάνω τώρα ή ύπνος θα σε χτυπήσει εκείνην την ώρα. Τίποτες. Κλείστο το τηλέφωνο, τελείωσε όλες τις δουλειές σου και κάνε αυτό, μισή ώρα, όχι περισσότερο. Και θα δεις, αυτό είναι, θα φυτέψεις ένα δεντράκι κι αύριο - μεθαύριο θα κάνει καρπό. Κι ο άγιος Χρυσόστομος κι ο άγιος Βασίλειος απ' αυτό άρχισαν. Μικρό δεντράκι κι έγιναν φωστήρες της Οικουμένης.

Η ασματική Νύμφη όταν έφυγε με το λογισμό της από τη γη, διότι της είπαν ότι στον ουρανό υπάρχει ο Νυμφίος σου, επήγε εις τους ουρανούς, και είπε στους αγγέλους:
-Παραμερίστε, παραμερίστε.
-Τι θέλεις;
-Θέλω τον Νυμφίο μου, λέει.
-Και τι τον θέλεις;
-Θέλω να τον δω.
Κι έδειξε το δακτυλίδι το οποίο εχάρισε ο Χριστός απάνω εις την κουρά. Εχάρησαν τα τάγματα των αγγέλων, όταν είδαν το δακτυλίδι, ως η Μεγαλομάρτυς και πάνσοφος Αικατερίνη.
Όταν δε κατόπιν έδειξε και το Σχήμα το αγγελικό, ανεβόησαν, κεκράγεσαν, επήρθη το υπέρθυρον εκ της βοής αυτών, εκ της χαράς, διότι εισήλθεν άνθρωπος εις το τάγμα τους. Και ήρξαντο να εναγκαλίζουν και να φιλούν την ασματική νύμφη.
Ξαφνικά εσιώπησαν. Διότι διετάχθησαν να σιωπήσουν. Και μία φωνή ως αύρα λεπτή ηκούσθη [όπως εχθές διαβάσαμε τον Προφήτη Ηλία, ούτε εις την φωτιά, ούτε εις τον σεισμό, ούτε σ' αυτό, δεν ήταν ο Θεός. Στην αύρα λεπτή (Γ' Βασ. 19,11-12)]:
-Και ίνα τι με ζητείς εδώ; Δεν ξέρεις ότι μέσα στην καρδιά σου υπάρχω;
Ε, τότες η ασματική Νύμφη συνήλθε, όπως ο θείος Αυγουστίνος, και είδε μέσα της Αυτόν τον οποίον ζητούσε και έτρεχε στα βουνά και στα όρη να ζητήσει, τον είδε μέσα της. Όντως «η βασιλεία των Ουρανών εντός ημών εστί»! (Λουκ. 17,21).
Κάτι τέτοιες θεωρίεςέρχονται μέσα εις την ησυχία της νυκτός. Οπότε κατόπιν ο άνθρωπος κατά το μέτρο του απολαμβάνει. Τίποτε δεν θέλεις εκείνη την ώρα, μόνον αυτήν τη θεωρία, αυτήν τη γλυκύτητα, αυτήν την πνευματική ηδονή να αισθάνεσαι. Και στην κόλαση να υπάγω, αυτό θα αισθανθώ, δεν το θεωρώ τίποτες. Δεν είμαι μέσα στην κόλαση.

Δοκίμασε τον εαυτό σου, πάρε το κομποσχοινάκι σου, κάθησε μια ώρα, κάνε κομποσχοίνι, κουράστηκες. Ε, τότες θέλεις άλλην τροφή, βάλε λίγη ανάγνωση ή ψάλλε ή κάνε κανένα άλλο έτσι σωματικό έργο, να πούμε. Η αλλαγή δηλαδή της πνευματικής τροφής ωφελεί, πολύ ωφελεί...

Ένα όνομα να θυμηθείς για την άλλη τη ζωή, αυτό σε πυρώνει, οπότε όλα τ' άλλα σβήνουνε και μένει αυτό το όνομα. Μόνο ένα όνομα ή τα αιώνια αγαθά. Δηλαδή αυτό που πέρασα, αυτό λέω, τ' άλλα που δεν πέρασα, δεν μπορώ να τα πω.
Τα αιώνια αγαθά! Η αιώνιος ζωή! Η αιώνιος μακαριότης! Τακ, σταματάει ο νους. Μπορείς εκείνην την ώρα να επιβληθείς στον εαυτό σου, να διαβάσεις ευχές Λειτουργίας; Δεν μπορείς. Αυτό σε φθάνει. Οπότε, όταν προχωράς ιδίως στο «Ευλογημένη η Βασιλεία», δεν μπορείς να προχωρήσεις, πάτερ. Ενώνεσαι με το Θεό! Το πνεύμα σου με το Πνεύμα. Ενώνεσαι! Οπότε κατόπιν ούτε και μπορεις να προχωρήσεις, και από τα δάκρυα ιδίως, πώς να πω τώρα, σε πιάνει ένας ίλιγγος, σε πιάνει όχι φρίκη, γλυκιά φρίκη! Πώς να πω τώρα; «Τις ειμί εγώ, Κύριε, και τις ο οίκος του πατρός μου» (Β' Βασ. 7,18), ώστε και μένα με γνωρίζει ο Θεός! Είσαι βαπτισμένος, πάτερ, και σε γνωρίζει και σένα ο Θεός! Μέχρι εκεί σταματάς. Σταματάει κι η λογική, σταματάνε όλα. Δεν μπορείς, πάτερ, να αυτοκυριαρχήσεις, να προσευχηθείς. Εκεί σταματάει. Δεν μπορείς, μόνο κάθεσαι και κλαις, και κλαις, και κλαις και κλαις και δεν μπορεί να μιλήσεις τίποτες.

Εσύ μπορείς να κατανυγείς και να μη σε παίρνει ο άλλος μυρωδιά. Κι εγώ εδώ κι εσύ εκεί και μπορεί να προσευχώμεθα και να κλαίμε και να μη μ' ακούς εσύ. Αυτό μας δίδαξαν οι πατέρες. Όχι να φυσάς και να κραυγάζεις ότι κατανύσσεσαι. Όχι δεν είναι καλογερικό αυτό.

Ο Γέροντας είχε βγει έξω τη διακαινήσιμο εβδομάδα· πάνε πολλά χρόνια. Είπε ο γερο-Ιωσήφ εις τη Γερόντισσα Ευπραξία και τις άλλες αδελφές: «Βρήκα ένα παπαδάκι καλό» (για μένα έλεγε). Συνεννοήθηκε η Γερόντισσα με τις άλλες, και μου πλέξανε ένα σκουφάκι.
Όταν ήρθε ο γερο-Ιωσήφ, πήγε στις αλυκές· δεν ανέβηκε επάνω εις το σπίτι. Κατεβήκαμε όλοι κάτω. Λέει ο Γέροντας: «Βρε παπά, πάρε αυτό το σκουφάκι». Μόλις το φόρεσα εγώ το σκουφάκι αυτό, άναψα από προσευχή και θείο έρωτα! «Τι σκουφί είναι αυτό , Γέροντα;» του λέω. «Να ήξερες», λέει ο Γέροντας, «τι προσευχές έκανε η Γερόντισσα Ευπραξία σ' αυτό το σκουφάκι!»

Η Γερόντισσα Ευπραξία έστειλε ένα κομποσχοινάκι. Νομίζω ήτανε πενηντάρι, «Γέροντα», λέω, «δώσε μου αυτό το κομποσχοινάκι». «Πάρ' το», μου λέει. Εις την εικόνα που μου είχε δώσει ο Γέροντας, (μία εικόνα και ένα πολυσταύρι), το κρέμασα αυτό το κομποσχοινάκι. Και όταν αυτό ευωδίαζε την ημέρα, ήξερα ότι το βράδυ θα έχω προσευχή. Όταν δεν ευωδίαζε το κομποσχοινάκι, δεν είχα προσευχή Χρόνια πολλά αυτό.

Η προσευχή, το κομποσχοίνι, η ελεημοσύνη νικά το έλεος του Θεού. Καμιά αμαρτία δεν είναι μεγαλύτερη από το έλεος του Θεού.

Ένα κομποσχοίνι που κάνεις για τον αδελφό σου, για τον συγγενή σου, δεν πάει χαμένο. Ο Θεός θα τον βοηθήσει, όταν βρεθεί σε δύσκολη θέση. Το κομποσχοίνι, όχι βοηθάει, αλλά και ψυχή από την κόλαση μπορεί να βγάλει! Τόση δύναμη έχει η προσευχή.

Εγώ μνημόνευα τον παππού μου, ο οποίος ήτο ιερεύς. Τότε ήμασταν ζηλωταί· πριν λάβουμε τις πληροφορίες. Δεν τον μνημονεύαμε εις την λειτουργία, διότι ήτο νεοημερολογίτης. Του έκανα πολλά κομποσχοίνια, και παρακαλούσα το Θεό λέγοντας: «Κύριε, τόσες λειτουργίες σου έκανε, τόσες εξομολογήσεις κλπ., ελέησον αυτόν». Τούτο έπραττα επί καιρόν.
Ένα βράδυ τον είδα εις τον ύπνο μου (όραμα· ήτο αποκάλυψις Θεού), να με φιλεί και να μου λέει: «Ευχαριστώ, παιδί μου, τώρα βρίσκομαι σε καλύτερη θέση!» Τότε βλέπω και τη γιαγιά μου, να με πιάνει από το χέρι και να μου λέει: «Παιδί μου, προσευχήσου και για μένα, ίνα πάω εκεί που είναι και ο παππούς σου τώρα». Ήταν ολοζώντανο αυτό που έβλεπα. Αισθανόμουνα ότι ήσαν νεκροί.

Το έλεος του Θεού είναι μεγάλο. Ο γερο-Ιωσήφ μας είχε ειπεί, ότι όχι μόνο με τη Θ. Λειτουργία, αλλά και με την προσευχή μπορείς να βγάλεις ψυχή από την κόλαση.
Προσευχότανε ο Γέροντας Ιωσήφ για μια ψυχή αρκετό καιρό. Και στο τέλος νομίζω, ότι μας είπε, είδε όραμα, που η ψυχή είπε: «Μεγάλη μου ημέρα σήμερα. Πηγαίνω εις το καινούργιο μου σπίτι». Και ούτω πληροφορήθηκε ότι σώθηκε η ψυχή.

Εγώ κάποτε, όταν ήμουν αρχάριος, πολεμήθηκα από τον διάβολο· είχα σαρκικό πόλεμο. Ξάπλωσα να κοιμηθώ, αλλά ο πόλεμος της σαρκός δυνατός. Άρχισα με ζέση να λέω την ευχή. Τότε, μεταξύ ύπνου-ξύπνου βλέπω ένα όνειρο: Απέναντι εις την εξώπορτα, ήτανε ένας δαίμονας, όπως τον περιγράφουν οι Πατέρες, με κέρατα, με μαύρα φτερά κλπ., και κάγχαζε. Δεν ηδύνατο όμως να πλησιάσει εις το κελλί μου! Συνήλθα· πήγα και το διηγήθηκα κατόπιν εις τον γερο-Ιωσήφ. Μου λέει: «Βλέπεις, παιδί μου, ότι με την ευχή τον κρατάς εις την εξώπορτα, και δεν μπορεί να σε πλησιάσει!»

Η νοερά προσευχή ολίγον κατ' ολίγον φέρνει τον άνθρωπο εις την πρώτη χάρη του βαπτίσματος.

[Αυτοσχέδια προσευχή. Υπάρχει μαγνητοφωνημένη στην κασέτα ( ή τον δίσκο που συνοδεύει το βιβλίο.]
Ο Θεός, ο Αόρατος, ο Αθάνατος, το Αιώνιον, το Άπειρον, το Ατελεύτητον το Ανεξιχνίαστον, το Αμετάβλητον.
Ο Θεός ο ποιήσας τον ουρανόν και την γην και πάντα τα εν αυτοίς· τον ήλιον, την σελήνην, τους αστέρας, τας θαλάσσας, τους ωκεανούς και πάντα τα εν αυτοίς κινούμενα ζώα.
Ο Θεός ο καθήμενος επί θρόνου δόξης και επιβλέπων αβύσσους.
Ο γλυκύτατός μας Ιησούς.
Μύριαι μυριάδες και χίλιαι χιλιάδες παρεστηκότες άγγελοι και αρχάγγελοι κύκλω της απροσίτου Σου δόξης, τα πολυόμματα Χερουβείμ και τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, τα κυκλούντά Σε και αναβοώντα τον γλυκύτατον και ακατανόητον ύμνον: Άγιος, Άγιος, Άγιος.
Η μεγάλη γέφυρα, η μεγάλη διαλλαγή, η μεγάλη συμφιλίωσις, ο μεγάλος σύνδεσμος ημών των πεπτωκότων και αχαρίστων ανθρώπων με τον Άναρχόν Σου και λελυπημένον Πατέρα Σου.
Ο γενόμενος το θύμα.
Ο αναλαβών τας αμαρτίας ημών και εκφέρων αυτάς εις τον Σταυρόν.
Δος και εις ημάς τους αμαρτωλούς μίαν ακτίνα της χάριτός Σου και βοήθησον ημάς και δίδαξον ημάς και φώτισον ημάς:
Πώς θα Σε ακολουθήσουμε.
Πώς θα Σε αναπαύσουμε.
Πώς θα Σε ευαρεστήσουμε.
Ίνα γίνωμεν και ημείς μέτοχοι εκείνων των ανεκλαλήτων αγαθών, των οποίων ετοίμασε η πατρική Σου αγάπη.
Ταις πρεσβείαις της γλυκυτάτης Σου Μητρός και πάντων Σου των Αγίων των απ' αιώνός Σοι ευαρεστησάντων. Αμήν.

Η μεγάλη δόξα της Εκκλησίας μας αυτό είναι.
Να ακούσουμε το «Ευλογημένη η Βασιλεία».
Πόσες φορές το είπα εγώ (σαν ιερεύς).
Όταν το λέει ο παπάς, μου έρχεται να κλάψω, να κλάψω.
Αυτός είναι ο Πατέρας μας.
Αυτή είναι η προσδοκία μας.
Εκεί θα πάμε όλοι.
Θα μας αγκαλιάσει, θα μας φιλήσει.
Διότι αυτός είναι ο Πατέρας μας, ο Δημιουργός μας.
Είναι λέξεις, οι οποίες σου τονώνουν το ηθικό.
Εκεί είναι η προσδοκία μας, η ανάπαυσίς μας.
Να πάμε στον Πατέρα μας. Αυτός είναι ο Πατέρας μας.

[Αυτοσχέδιος ψαλμός. Υπάρχει μαγνητοφωνημένος στην κασέτα (ή τον δίσκο) που συνοδεύει το βιβλίο.]
Επίσκεψαί μου την ψυχήν
και ίασαι τα τραύματα.
Άνοιξόν μου τα μάτια της ψυχής,
που τά 'κλεισε η αμαρτία, η παρακοή, ο μακρυσμός.
Αγάπησον Αυτόν,
ότι Αυτός πρώτος ημάς αγάπησεν.
Αγάπησον Αυτόν,
ότι αυτός όλος αγάπη εστί.
Αγάπησον Αυτόν,
ότι Αυτός εν χαρά και αγάπη προσμένει ημάς,
πότε αναλύσωμεν εκ της φθοράς
και υπάγωμεν προς Αυτόν
αίροντες τον Σταυρόν.
Ακολουθήσωμεν Αυτόν
και ευρήσωμεν την χαράν.
Ο Θεός αγάπη εστί, ειρήνη και χαρά.
Αγαπήσατε τον Θεόν
και δότε δόξαν τω ονόματι Αυτού.
Μηδέν προτιμήσατε της αγάπης Αυτού.
Πάντα εν σοφία, εν πατρική στοργή εποίησας.
Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι,
και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

___________________________